Η υστέρηση της κεντροαριστεράς | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η υστέρηση της κεντροαριστεράς

Τι μπορούν να μάθουν οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες από το Ισραήλ
Περίληψη: 

Εν όψει της αυξανόμενης οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας, είναι επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες των Ευρωπαίων ψηφοφόρων για την ασφάλεια, καθώς και να υιοθετηθεί η παραδοσιακή εστίαση της σοσιαλδημοκρατίας στην δικαιοσύνη. Αν η κεντροαριστερά δεν το πράξει, θα μπορούσε να επιταχύνει την κάθοδό της στην ασημαντότητα.

Ο MICHAEL BRÖNING είναι επικεφαλής του Διεθνούς Τμήματος Πολιτικής του Friedrich-Ebert-Stiftung, ενός πολιτικού ιδρύματος συνδεδεμένου με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας.

Η κεντροαριστερά στην Ευρώπη παλεύει για την επιβίωση [1]. Πέρυσι μόνο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της ηπείρου έχασαν 12 από τις 18 εθνικές εκλογές [2], και υποστήριξαν την πλευρά των ηττημένων σε κρίσιμα δημοψηφίσματα στην Ιταλία [3] και το Ηνωμένο Βασίλειο [4]. Και καθώς οι ψηφοφόροι στην Γαλλία, την Γερμανία, την Ιταλία και την Ολλανδία κατευθύνονται προς τις κάλπες το 2017, το μέλλον της κεντροαριστεράς φαίνεται ακόμα πιο δυσοίωνο.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για την πτώση αυτή -η διάλυση της παραδοσιακής εργατικής τάξης [5] είναι ένας από αυτούς- αλλά όλοι μοιράζονται μια κοινή αιτία, ζοφερή όσο και απλή: Οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι γυρίζουν την πλάτη τους στα εργατικά κόμματα. Σε μεγάλα τμήματα της ηπείρου, οι εργαζόμενοι ψηφοφόροι είτε απέχουν από τις κάλπες είτε υποστηρίζουν λαϊκιστές. Στις προεδρικές εκλογές του Δεκεμβρίου στην Αυστρία, το 85% των εργαζομένων [6] ψήφισαν υπέρ του δεξιού λαϊκιστή Norbert Hofer, και στις περιφερειακές εκλογές της Γερμανίας το 2016, το λαϊκιστικό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» έλαβε υποστήριξη πάνω από το 60% [7] των εργαζόμενων και των ανέργων. Μια παρόμοια ιστορία εκτυλίσσεται στην Γαλλία, όπου στις περιφερειακές εκλογές του 2015, μόνο το 20% των εργαζομένων [8] ψήφισαν υπέρ του Σοσιαλιστικού Κόμματος -μια οδυνηρή πτώση από το 70% το 1970- και το 43% υπέρ του δεξιού Εθνικού Μετώπου. Ένας σημαντικός λόγος είναι ότι τα κεντροαριστερά κόμματα έχουν εγκαταλείψει τα συμφέροντα των εργαζομένων και μετατοπίστηκαν προς το ιδεολογικό κέντρο. Αρχίζοντας στην δεκαετία του 1990, σοσιαλδημοκράτες ηγέτες όπως ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ και ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ επανεφηύραν τα κόμματά τους, υποστηρίζοντας την ανάγκη για οικονομικές μεταρρυθμίσεις υπέρ της αγοράς, τις ιδιωτικοποιήσεις και την απορρύθμιση. Ως αποτέλεσμα, πολλοί εργαζόμενοι ψηφοφόροι έμειναν χωρίς πολιτική στέγη.

Αντιμέτωπα με αυτή την υπαρξιακή απειλή, τα κεντροαριστερά κόμματα της Ευρώπης μετατοπίζονται τώρα προς τα αριστερά στα κοινωνικο-οικονομικά θέματα, σε μια προσπάθεια να σταματήσουν την παρακμή. Ο Σεργκέι Στάνισεφ, πρόεδρος του Κόμματος των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, συνέλαβε αυτή τη νέα συναίνεση σε ένα άρθρο γνώμης τον Δεκέμβριο στο Politico [9], όπου έγραψε ότι η «στρατηγική νίκης» για τους Σοσιαλδημοκράτες ήταν να δώσουν την «μάχη για τα κοινωνικά δικαιώματα, την αλληλεγγύη και την ισότητα». Μόλις αυτή την εβδομάδα, για παράδειγμα, ο ένθερμος αριστερός αουτσάιντερ Benoît Hamon κέρδισε τον πρώτο γύρο των προκριματικών για το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, βασιζόμενος σε μια υπόσχεση να εισαγάγει ένα καθολικό βασικό εισόδημα. Ομοίως, ο Jeremy Corbyn, ο αρχηγός του βρετανικού Εργατικού Κόμματος, προώθησε πρόσφατα την σχετική ιδέα της καθιέρωσης «κάποιου είδους ορίων στις υψηλές αποδοχές» [10], ενώ ο Αυστριακός καγκελάριος και αρχηγός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Christian Kern έχει υποσχεθεί στην χώρα του ένα «New Deal». Ο Kern επικαλέστηκε [11] μια «δημοκρατική επανάσταση» στο στυλ του Bernie Sanders, πλήρη με «αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, ... υψηλότερες ελάχιστες αμοιβές», και «κατάργηση φορολογικών ωφελημάτων για τις τράπεζες και τους υπερ-πλούσιους».

Για την αιμορραγούσα υποστήριξη της εργατικής τάξης προς τα κεντρο-αριστερά κόμματα, αυτή η στροφή στην οικονομική αριστερά φαίνεται σαν μια πειστική στρατηγική. Αλλά αν θέλουν να γνωρίζουν αν αυτή θα λειτουργήσει, οι Σοσιαλδημοκράτες της Ευρώπης θα πρέπει να κοιτάξουν προς τα έξω, σε μια χώρα που την έχει ήδη δοκιμάσει: Το Ισραήλ.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ

Όπως οι κεντροαριστεροί ομόλογοί του στην Ευρώπη, το ισραηλινό Εργατικό Κόμμα ήταν για δεκαετίες μια πολιτική δύναμη που λαμβανόταν υπόψη. Από την ίδρυση της χώρας το 1948 μέχρι το 1977, κάθε Ισραηλινός πρωθυπουργός προερχόταν από το Εργατικό Κόμμα [12]. Παρά το γεγονός ότι η επιτυχία του εξασθένισε κατά τα επόμενα έτη, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και του 1990 το Εργατικό Κόμμα νικούσε ακόμα περιστασιακά στις κάλπες, σημειώνοντας την τελευταία ολοκληρωτική νίκη του το 1999, όταν ο Εχούντ Μπαράκ έγινε πρωθυπουργός με βάση τα διαπιστευτήριά του ως «ο Νούμερο Ένα Στρατιώτης του Ισραήλ», σύμφωνα με τα λόγια των διαφημίσεων της προεκλογικής του εκστρατείας.

Σήμερα, όμως, η κεντρο-αριστερά του Ισραήλ είναι περιθωριοποιημένη [13]. Το Εργατικό Κόμμα δεν είχε πρωθυπουργό μετά την ήττα του Μπαράκ από τον Αριέλ Σαρόν το 2001, και η δημοτικότητά του μόνο μειώθηκε στο μεσοδιάστημα. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις [14], αν γίνονταν εκλογές σήμερα, η Σιωνιστικη Ένωση, ένας συνασπισμός ανάμεσα στους Εργατικούς και το φιλελεύθερο κόμμα Hatnuah, θα λάμβανε οκτώ έδρες στην Κνεσέτ -λιγότερες ακόμη και από το Αντι-σιωνιστικό Κοινό Ψηφοδέλτιο, το οποίο κυριαρχείται από αραβικά κόμματα.