Η υστέρηση της κεντροαριστεράς | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η υστέρηση της κεντροαριστεράς

Τι μπορούν να μάθουν οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες από το Ισραήλ

Οι λόγοι για την πτώση αυτή είναι πολύπλοκοι. Σε ένα επίπεδο, το Εργατικό Κόμμα πληρώνει το τίμημα για την προσκόλλησή του στην εξουσία. Ξανά και ξανά, το Εργατικό Κόμμα εντάχθηκε ως βοηθητικός εταίρος σε κυβερνήσεις υπό συντηρητική ηγεσία παρά τις επαναλαμβανόμενες εκλογικές ήττες του. Από το 2001 έως το 2013, το Εργατικό Κόμμα δεν κατάφερε να κερδίσει έστω μια και μοναδική εκλογή, αλλά υπηρέτησε σε τέσσερις διαφορετικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η προσέγγιση κατέστρεψε την αξιοπιστία του κόμματος ως ανεξάρτητη δύναμη αλλαγής και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των Εργατικών και του πυρήνα τους εκλογικού του σώματος -την πολιτισμικά φιλελεύθερη ελίτ των Ασκενάζι της χώρας. Αυτό ήταν ιδιαίτερα οδυνηρό σε μια εποχή που η εκλογική σημασία αυτού του εκλογικού σώματος ήταν φθίνουσα. Αρχίζοντας στην δεκαετία του 1990, το Ισραήλ καλωσόρισε 1,6 εκατομμύρια μετανάστες από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Ίσως προκαλεί έκπληξη, με δεδομένη την από πρώτο χέρι εμπειρία τους με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, οι μετανάστες αυτοί ήταν απρόθυμοι να αγκαλιάσουν ακόμη και μετρίως σοσιαλιστικά ιδεώδη όπως αυτά που υπερασπιζόταν η ισραηλινή αριστερά. Αντί για αυτό, οι νέες αφίξεις συνέρρεαν στα συντηρητικά και θρησκευτικά κόμματα, μεταμορφώνοντάς τα, αντί για Εργατικά, στους παραστάτες των ψηφοφόρων με χαμηλό εισόδημα.

Πιο σημαντικό από τις δημογραφικές αλλαγές, όμως, ήταν το θέμα της ασφάλειας. Ακόμη και καθώς ηγέτες των Εργατικών όπως ο Γιτζάκ Ράμπιν και ο Σιμόν Πέρες βραβεύθηκαν με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για τις διαπραγματεύσεις με την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης στην ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο, οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι γίνονταν όλο και πιο αβέβαιοι για το αν το Εργατικό Κόμμα θα μπορούσε να τους κρατήσει ασφαλείς, επειδή η διαδικασία απέτυχε να παράγει απτά αποτελέσματα. Όταν η ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο τελικά κατέρρευσε το 2000 [15], μετά την απόρριψη της ισραηλινής προσφοράς από τον Γιασέρ Αραφάτ στο Καμπ Ντέιβιντ, το εκλογικό σώμα κατηγόρησε τους Εργατικούς, οι οποίοι είχαν πιέσει για τις συνομιλίες. Έτσι, όταν ο Μπαράκ διαβόητα δήλωσε ότι δεν υπήρχε «κανένας εταίρος για την ειρήνη» [16] το 2001, ο ίδιος ακούσια υπονόμευσε έναν από τους κύριους πυλώνες της ισραηλινής αριστεράς -την δυνατότητα μιας ειρηνικής λύσης με τους Παλαιστινίους. Στα ταραγμένα χρόνια έκτοτε, η εκλαμβανόμενη ως κακοδιαχείριση από υψηλού προφίλ Εργατικούς κυβερνητικούς υπουργούς -όπως η κακή απόδοση του υπουργού Άμυνας, Αμίρ Πέρετζ, στον δεύτερο πόλεμο του Λιβάνου το 2006- έχει τροφοδοτήσει την αντίληψη ότι μόνο η πολιτική δεξιά θα μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια.

27012017-1.jpg

Γαλλικά «ΜΑΤ» φρουρούν μια βιτρίνα στο Παρίσι κατά την διάρκεια διαδηλώσεων εναντίον της προτεινόμενης μεταρρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας, τον Ιούνιο του 2016. JOE PENNEY / REUTERS
----------------------------------------------------------

Σε μια προσπάθεια να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση, το Εργατικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια έχει μετατοπίσει την προσοχή του από την ειρήνη και την ασφάλεια στα κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα. Τον Νοέμβριο του 2005 εγκατέστησε τον Αμίρ Πέρετζ, τον ηγέτη της αριστερής πτέρυγας της συνδικαλιστικής εργατικής ένωσης Χισταντρούτ, στο τιμόνι του κόμματος. Ο Πέρετζ χλεύασε τον αντιληπτό ελιτισμό και τις νεοφιλελεύθερες θέσεις των Εργατικών –τα οποία είχε υιοθετήσει ως υποπροϊόν των συνεχών συμφωνιών για συνασπισμούς με την πολιτική δεξιά- και ορκίστηκε να «εξαλείψει την παιδική φτώχεια μέσα σε δύο χρόνια», εστιάζοντας την προεκλογική του εκστρατεία το 2006 στα οικονομικά και κοινωνικά θέματα. Το αποτέλεσμα ήταν μια αύξηση 0,6% του μεριδίου των ψήφων των Εργατικών. Η Shelly Yachimovich, η οποία ανήλθε στην ηγεσία των Εργατικών το 2011, επίσης έδωσε έμφαση στο στεγαστικό, την ανισότητα, και την διαφθορά, ενώ σχεδόν αρνήθηκε να αντιμετωπίσει τα παραδοσιακά θέματα της ισραηλινής πολιτικής: Την ειρήνη και την ασφάλεια -μια στρατηγική που συνέχισε να ακολουθεί από τότε που εξελέγη στην Κνεσέτ.

Αυτή η στροφή προς μια έμφαση στην οικονομία είχε τις ρίζες της σε πραγματικές ανησυχίες. Στο κάτω-κάτω, το 2011 εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί είχαν διαμαρτυρηθεί κατά των διογκωμένων τιμών των κατοικιών και ενός αυξανόμενου κόστους ζωής, κοινές ανησυχίες όχι μόνο στην πλειοψηφία των Ισραηλινών, αλλά ακόμη και κατά 85% [17] των δεξιών ψηφοφόρων του Λικούντ. Αλλά όπως η αριστερά σύντομα θα ανακάλυπτε, οι δημοσκοπήσεις και οι εκλογές δεν είναι πάντα σε συγχρονισμό. Η Δεξιά ήταν σε θέση να ενισχύσει την θέση της χάρη σε ένα αμφιλεγόμενο Παλαιστινιακό εγχείρημα για κρατική υπόσταση στα Ηνωμένα Έθνη, μια έντονη εκστρατεία για το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, και μια επιτυχημένη συμφωνία ανταλλαγής κρατουμένων, φτιαγμένη από τον πρωθυπουργό του Λικούντ, Βενιαμίν Νετανιάχου, που έφερε στην πατρίδα τον Ισραηλινό στρατιώτη Gilad Shalit μετά από την αιχμαλωσία του από Παλαιστίνιους. Στις εκλογές του 2013, η Yachimovich του Εργατικού Κόμματος έλαβε απλώς 11,3% -κάτω από το 15,1% του 2006- και ήρθε τρίτη πίσω από το Λικούντ και το νεοσύστατο Yesh Atid.