Επίθεση γοητείας από την Τουρκία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Επίθεση γοητείας από την Τουρκία

Ο Ερντογάν κάνει τον καλό
Περίληψη: 

Καθώς η Τουρκία αντιμετωπίζει αυξανόμενη βία, αστάθεια και οικονομική αναταραχή εγχωρίως, ο Ερντογάν έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τώρα είναι η ώρα για να επανέλθει στην πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες».

Η NUSSAIBAH YOUNIS είναι ανώτερη εσωτερική συνεργάτις στο Atlantic Council, όπου διευθύνει την Task Force για το Μέλλον του Ιράκ.

Στις 7 Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Μπινάλι Γιλντιρίμ, επισκέφθηκε την Βαγδάτη, σηματοδοτώντας ένα ορόσημο στην αναθέρμανση των σχέσεών της με το Ιράκ. Πριν από τέσσερις μήνες, ο Ιρακινός πρωθυπουργός Χάιντερ αλ-Αμπαντί είχε προειδοποιήσει ότι η ανάπτυξη στρατευμάτων της Τουρκίας στην ιρακινή πόλη Bashiqa [1] απειλούσε να προκαλέσει έναν «περιφερειακό πόλεμο» [2]. Η Τουρκία, η οποία υποστήριξε για τα στρατεύματά της την συναίνεση της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν, απάντησε ότι η ξαφνική ανησυχία του Ιράκ για την Bashiqa είχε «κακόβουλη» [3] πρόθεση. Ένας κλιμακούμενος πόλεμος λέξεων οδήγησε στην αμοιβαία ανάκληση των πρεσβευτών και μια ιρακινή έκκληση, τον Οκτώβριο, για μια επείγουσα συνάντηση [4] του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αλλά κατά την διάρκεια της επίσκεψης τον Ιανουάριο, οι πρωθυπουργοί του Ιράκ και της Τουρκίας στάθηκαν μαζί και δήλωσαν ότι θα «λύσουν το θέμα» [5] της Bashiqa, εκτός από την ενίσχυση του διμερούς εμπορίου, της ασφάλειας και της οικονομικής συνεργασίας.

Η 180 μοιρών στροφή της Άγκυρας ακολουθεί μια δραματική χρονιά για την χώρα, στην οποία μια απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος [6], κλιμακούμενες επιθέσεις από το Ισλαμικό Κράτος (ή ISIS) στο τουρκικό έδαφος, και μια εμβάθυνση στον πόλεμο με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) έφεραν μια θεμελιώδη επανεξέταση των προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. (Η Τουρκία διατηρεί καλές σχέσεις με την κυβέρνηση του ιρακινού Κουρδιστάν, αλλά θεωρεί το PKK τρομοκρατική ομάδα). Ως αποτέλεσμα των πολλαπλών εσωτερικών κρίσεων [7] που έπληξαν το τουρκικό κράτος το 2016, η Άγκυρα βρίσκεται στην διαδικασία της αναμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της, επιδιώκοντας όλο και περισσότερο σχέσεις σταθερής γειτονίας και κυριαρχώντας στην παρόρμησή της να προβάλλει ισχύ σε περιφερειακό επίπεδο.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΣΟΥ ΣΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ

Το τουρκικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) που βρίσκεται στην εξουσία από το 2002 [8], αρχικά επεδίωκε μια πολιτική «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» [9], η οποία προσπάθησε να καθιερώσει την χώρα ως την οικονομική καρδιά μιας ολοένα και πιο διασυνδεδεμένης Μέσης Ανατολής. Αλλά οι εξελίξεις της Αραβικής Άνοιξης οδήγησαν την Τουρκία προς μια πιο διεκδικητική εξωτερική πολιτική. Το ΑΚΡ επέκρινε την απομάκρυνση του προέδρου της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μόρσι με το πραξικόπημα του 2013, απείλησε να ανατρέψει τον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ λόγω της εκστρατείας της μαζικής σφαγής εναντίον των Σύριων ανταρτών, και καταφέρθηκε εναντίον του πρώην Ιρακινού πρωθυπουργού Νούρι αλ-Μαλίκι για την κακομεταχείριση του σουνιτικού πληθυσμού του Ιράκ. Αν και αυτές οι κινήσεις είχαν μια ορισμένη ηθική δύναμη, ιδίως μεταξύ των Σουνιτών της περιοχής, οδήγησαν την Τουρκία στο κέντρο της περιφερειακής κρίσης, από το οποίο η κυβέρνηση προσπαθεί τώρα να αποστασιοποιηθεί.

Τα πρώτα σημάδια της αλλαγής προσέγγισης της Τουρκίας ήρθαν τον Ιούνιο του 2016, όταν εξομάλυνε τις σχέσεις [10] με την Ρωσία, ζητώντας συγνώμη για την κατάρριψη το 2015 ενός ρωσικού μαχητικού που είχε εισβάλλει στον τουρκικό εναέριο χώρο από την βόρεια Συρία. Τον ίδιο μήνα, η Τουρκία συμβιβάστηκε [11] με το Ισραήλ επαναλαμβάνοντας τις διπλωματικές σχέσεις [12] μετά από ένα πάγωμα έξι ετών, μετά την επίθεση του Ισραήλ το 2010 σε έναν στολίσκο βοήθειας με προορισμό την Γάζα, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών Τούρκων ακτιβιστών.

Η Τουρκία επίσης αποστασιοποιήθηκε [13] από την έντονη αντίθεσή της ως προς το καθεστώς Άσαντ στην Συρία. Πρόσφατα, η πολιτική της στην χώρα έχει επικεντρωθεί στο να προλάβει την διαμόρφωση μιας αυτόνομης και ενιαίας κουρδικής περιοχής στην βόρεια Συρία αντί για, όπως έκανε παλαιότερα, να βοηθήσει τους αντάρτες που μάχονται τον Άσαντ να διατηρήσουν μια θέση στο Χαλέπι [14]. Στην τελευταία της προσπάθεια να ξαναπάρει την συριακή πόλη αλ-Μπαμπ [15] από το ISIS, εξάλλου, η Τουρκία έχει αποδεχθεί την αεροπορική υποστήριξη του βασικού συμμάχου του Άσαντ, της Ρωσίας, ενώ επέκρινε δριμύτατα δημοσίως τον παραδοσιακό σύμμαχό της στην Συρία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, για έλλειψη βοήθειας.

30012017-1.jpg

Τούρκοι δόκιμοι της αεροπορίας κατά την διάρκεια τελετής αποφοίτησης στην Κωνσταντινούπολη, τον Αύγουστο του 2009. REUTERS
-----------------------------------------------------

Περισσότερο δραματικά απ’ όλα, η Τουρκία, μαζί με τους Ρώσους και το Ιράν, βοήθησαν να διαμορφωθεί μια κατάπαυση του πυρός στην Συρία –χωρίς την συμμετοχή των ΗΠΑ- τις τελευταίες ημέρες του 2016, και μεσολάβησε για συνομιλίες μεταξύ μαχητών της αντιπολίτευσης και της συριακής κυβέρνησης στην πρωτεύουσα του Καζακστάν, Αστάνα. Παρά το γεγονός ότι η κατάπαυση του πυρός έχει καταρρεύσει [16] σε πολλούς τομείς, και οι συνομιλίες σημείωσαν μικρή ουσιαστική πρόοδο [17], οι κινήσεις αποτελούν μια ανανεωμένη τουρκική αποδοχή του κύρους της Ρωσίας στην συριακή σύγκρουση.

ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΑΖΙ

Η χρονική στιγμή αυτής της νέας στρατηγικής δεν είναι τυχαία. Καθώς η Τουρκία αντιμετωπίζει αυξανόμενη βία, αστάθεια και οικονομική αναταραχή εγχωρίως, ο Ερντογάν έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τώρα είναι η ώρα για να επανέλθει στην πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» [18]. Σήμερα, με κατακόρυφη πτώση της λίρας [19] και μια συρρικνούμενη οικονομία [20], υπάρχει λίγη υποστήριξη από τους Τούρκους για έναν τέτοιο τυχοδιωκτισμό. Ακόμη και πριν από τα οικονομικά δεινά αρχίσουν να δημιουργούν το κόστος τους, μια δημοσκόπηση του 2012 διαπίστωνε ότι τα δύο τρίτα [21] των Τούρκων δεν υποστήριζαν μια τουρκική επέμβαση στην Συρία.