Η Κίνα θα νοσταλγήσει την TPP | Foreign Affairs - Hellenic Edition
Secure Connection

Η Κίνα θα νοσταλγήσει την TPP

Γιατί το Πεκίνο δεν θα έπρεπε να πανηγυρίζει
Περίληψη: 

Η διάλυση της TPP έχει αναμφίβολα δώσει στην Κίνα την ευκαιρία να οικοδομήσει μεγαλύτερη επιρροή στην Ασία. Ωστόσο, η κοινή παραδοχή ότι η σχετική απόφαση του Τραμπ έφθασε να παραδώσει στην Κίνα μια απόλυτη νίκη, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποστασιοποιούνται από την ηγεσία στο παγκόσμιο εμπόριο και να αφήνουν την Κίνα να αναλάβει το τιμόνι, αποτελεί μια υπεραπλούστευση.

Ο JEFFREY KUCIK είναι επίκουρος καθηγητής, διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος Διεθνών Σχέσεων στο City University of New York.
Ο RAJAN MENON είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην έδρα Anne και Bernard Spitzer στο City University of New York.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, δεν έχασε καθόλου χρόνο για να τηρήσει την υπόσχεσή του να καταργήσει [1] την Εμπορική Συνεργασία Εκατέρωθεν του Ειρηνικού (Trans-Pacific Trade Partnership, TPP), μια συμφωνία που θα οδηγούσε σε ενίσχυση των οικονομικών δεσμών των ΗΠΑ με 11 έθνη του Ειρηνικού. Ωστόσο, η κοινή παραδοχή ότι η απόφασή του έφθασε να παραδώσει στην Κίνα μια απόλυτη νίκη [1], με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποστασιοποιούνται από την ηγεσία στο παγκόσμιο εμπόριο και να αφήνουν την Κίνα να αναλάβει το τιμόνι, αποτελεί μια υπεραπλούστευση.

Η διάλυση της TPP έχει αναμφίβολα δώσει στην Κίνα την ευκαιρία να οικοδομήσει μεγαλύτερη επιρροή στην Ασία. Και το Πεκίνο γρήγορα άδραξε αυτήν την ευκαιρία. Στην ομιλία του [2] στο Νταβός, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ τον Ιανουάριο, ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping παρουσίασε την χώρα του ως έναν αξιόπιστο υποστηρικτή, ίσως ακόμη και ηγέτη, των ανοικτών αγορών και της παγκοσμιοποίησης. Αντιθέτως, η εκλογή του Trump έχει φέρει μαζί της μια ικανή ποσότητα παγκόσμιας ανησυχίας για την μελλοντική δέσμευση της Ουάσινγκτον σε μια φιλελεύθερη οικονομική τάξη.

Μετά την ομιλία του Σι, οι παρατηρητές έσπευσαν να επισημάνουν ότι η υποστήριξη της Κίνας στις ανοικτές αγορές έχει πολύ περισσότερο να κάνει με την οικονομική ιδιοτέλειά της. Ωστόσο, η άμυνα του ελεύθερου εμπορίου από το Πεκίνο πηγαίνει πολύ βαθύτερα από αυτό. Η Κίνα έχει τώρα την ευκαιρία να καθησυχάσει τις χώρες εταίρους ότι μπορούν να την υπολογίζουν για την προώθηση της περιφερειακής σταθερότητας.

Αλλά οι οποιοιδήποτε πανηγυρισμοί στο Πεκίνο ίσως να είναι πρόωροι. Με το να στραφεί μακριά από την TPP και με το να απειλεί με ένα νέο δασμολογικό καθεστώς -πιο πρόσφατα ρίχνοντας την ιδέα για 45% επιπλέον επιβάρυνση [3] σε όλες τις εισαγωγές- ο Τραμπ έθεσε τις βάσεις για μεγαλύτερη αστάθεια στις αγορές. Οι επίσημες εμπορικές συμφωνίες δεν προωθούν μόνο την απελευθέρωση της αγοράς. Αντιπροσωπεύουν επίσης μια ευρύτερη δέσμευση σε ένα παιχνίδι με ορισμένους κανόνες -με άλλα λόγια, με προβλέψιμη συμπεριφορά. Οι εμπορικές συμφωνίες περιορίζουν τις κυβερνήσεις από το να κάνουν το είδος των ξαφνικών αλλαγών πολιτικής που φαίνεται να ευνοεί ο Trump. Το όφελός τους είναι διττό: Μεγαλύτερη αξιοπιστία στις εμπορικές πολιτικές και, συνεπώς, μικρότερη αστάθεια των εμπορικών ροών.

Ο Trump αντιπαθεί την TPP ακριβώς επειδή, στο μυαλό του, συμφωνίες όπως αυτή (και η NAFTA) δένουν τα χέρια της Αμερικής. Οι συμφωνίες αυτές, ο ίδιος πιστεύει, κλείδωσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πολιτικές που δεν έχουν υπηρετήσει τα οικονομικά τους συμφέροντα, τουλάχιστον όχι εκείνα των Αμερικανών εργατών. Αυτή η νοοτροπία ευθύνεται για την προφανή προτίμηση του Τραμπ στην σύναψη διμερών συμφωνιών [4]. Αλλά το Πεκίνο έχει πολλά να χάσει από την αστάθεια στο εμπόριο˙ η προσανατολισμένη προς τις εξαγωγές ανάπτυξη υπήρξε απαραίτητη για την εξαιρετική οικονομική μεταμόρφωσή του από την εποχή της έναρξης των μεταρρυθμίσεων του Deng Xiaoping το 1978.

Όντως, η Κίνα ποτέ δεν περιλαμβανόταν στην TPP και ως εκ τούτου δεν θα ήταν απρόσβλητη από τον νέο προστατευτισμό των ΗΠΑ. Αλλά η διάλυση του Συμφώνου στέλνει ένα ανησυχητικό μήνυμα για την πρόθεση του Trump να επιστρέψει στην οικονομική Άγρια Δύση -όπου ο Λευκός Οίκος βάζει την αμερικανική αυτονομία πάνω απ’ όλα, μια επισήμανση που έκανε περισσότερες από μια φορές στην ομιλία της ορκωμοσίας του [5].

Και αυτό κάνει τις κινεζικές επιχειρήσεις να ανησυχούν. Στο Νταβός, ο Xi μίλησε για τους κινδύνους από την διολίσθηση σε ένα εμπορικό πόλεμο τύπου beggar-thy-neighbor [στμ: δηλαδή, η προσπάθεια μιας χώρας να λύσει τα οικονομικά προβλήματά της με τρόπους που επιβαρύνουν την οικονομία άλλων κρατών]. Ακόμα κι αν τα σχόλιά του είχαν ως σκοπό να προειδοποιήσουν τον Trump, και ακόμη κι αν η Κίνα επρόκειτο να κερδίσει σε έναν διμερή εμπορικό πόλεμο, πάλι θα πλήρωνε ένα βαρύ τίμημα λόγω της σημασίας της αμερικανικής αγοράς. Το 2016 [6], οι εξαγωγές της Κίνας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ανήλθαν σε 423,4 δισ. δολάρια (περίπου το 20% του συνόλου των εξαγωγών της χώρας), ενώ οι εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες ανήλθαν σε 104,1 δισεκατομμύρια δολάρια.

Αν ο Trump όντως εντείνει τον προστατευτισμό, η Κίνα θα πρέπει να κάνει προσαρμογές για να καλύψει αγορές πιο κοντά σε αυτήν -και να το κάνει γρήγορα. Αλλά αυτό είναι ευκολότερο στα λόγια παρά στην πράξη. Ένα κοινό [7] επιχείρημα είναι ότι ο θάνατος της TPP ανοίγει τον δρόμο για ένα κινεζοκεντρικό εμπορικό σύστημα Ασίας-Ειρηνικού, με την μορφή της Περιφερειακής Ολοκληρωμένης Οικονομικής Συνεργασίας (Regional Comprehensive Economic Partnership, RCEP). Παρ’ όλα αυτά, ετούτη η προσπάθεια δεν είναι δυνατόν να αντισταθμίσει τις απώλειες που θα υποφέρει η Κίνα από νέους αμερικανικούς εμπορικούς φραγμούς. Και τα τυχόν οφέλη θα έρθουν σίγουρα πάρα πολλά χρόνια αργότερα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια αναπτυγμένη καταναλωτική αγορά και είναι ήδη ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος της Κίνας [8]. Αντίθετα, πολλοί από εκείνους που θέλουν να είναι οι περιφερειακοί εταίροι της Κίνας ακόμη αναπτύσσονται, και η οικονομία της Ευρώπης παραμένει υποτονική. Ως εκ τούτου, το διακύβευμα για την Κίνα είναι υψηλό. Για να προστατεύσει τα συμφέροντά του, το Πεκίνο θα μπορούσε κάλλιστα να απαντήσει με δικές του πολιτικές αντιποίνων, καθιστώντας δυσκολότερο για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ να κάνουν δουλειές εκεί.

Όλο αυτό έρχεται σε μια κακή στιγμή για την Κίνα. Ο τρέχων ετήσιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης, 6,6%, παραμένει ένας από τους πιο ραγδαίους στον κόσμο. Αλλά έχει πέσει, και αρκετά σταθερά, από το 8,4% [9] το 2000. (Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το ποσοστό θα συνεχίσει να πέφτει μέχρι το 2021, όταν θα φθάσει στο 5,8% [10]). Σύμφωνα με μια εκτίμηση [11], μια μείωση των εσόδων από εξαγωγές κατά 10% θα μειώσει την συνολική οικονομική ανάπτυξη κατά επιπλέον 2,5% ετησίως.