Τα μεταβαλλόμενα σύνορα της Ευρώπης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα μεταβαλλόμενα σύνορα της Ευρώπης

Πώς επιστρέφει η μετανάστευση στην ήπειρο

Η μαζική μετανάστευση έχει αναμορφώσει την Ευρώπη και την βόρεια και νότια Αμερική για τουλάχιστον 150 χρόνια, αλλά όχι πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Σε κάποια σημεία, αυτό έχει προκαλέσει την ανέγερση τειχών και ένα κύμα απελάσεων και συλλήψεων. Σε άλλες στιγμές, τα κράτη έχουν πραγματικά αγωνιστεί για να υποδεχθούν μετανάστες ώστε να τροφοδοτήσουν τις οικονομίες τους, να καλλιεργήσουν γη ή να αναπληρώσουν την μείωση των γεννήσεων.

Αυτές τις μέρες, ο κόσμος φαίνεται να έχει επιλέξει την πρώτη προσέγγιση. Τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα και τα στρατόπεδα έχουν επιστρέψει στην Ευρώπη καθώς χιλιάδες πρόσφυγες παραμένουν παγιδευμένοι μεταξύ κρατικών συνόρων. Δεξιές κυβερνήσεις με αντιμεταναστευτικές πλατφόρμες έχουν πάρει την εξουσία στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Μετά την εκστρατεία για να «σταματήσει η εισβολή των Μουσουλμάνων», το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας του Norbert Hofer έχασε τις προεδρικές εκλογές της Αυστρίας το 2016 [2] με διαφορά μόνο 30.000 ψήφων. Και κόμματα από το δανικό Λαϊκό Κόμμα μέχρι το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο έχουν πληθύνει τον αριθμό των ψηφοφόρων τους με υποσχέσεις ότι θα κλείσουν τα σύνορα και θα σταματήσουν την ροή των αγαθών και των ανθρώπων. Εν τω μεταξύ, το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε για να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια νίκη που κινητοποιήθηκε από την εχθρότητα προς την μετανάστευση και την παγκοσμιοποίηση. Και τον Νοέμβριο, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι εξέλεξαν τον Ντόναλντ Τραμπ ως τεσσαρακοστό πέμπτο πρόεδρό τους, μετά τις προεκλογικές υποσχέσεις του Trump ότι θα χτίσει ένα τείχος στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού, θα απαγορεύσει την Μουσουλμανική μετανάστευση και θα απελάσει τους παράνομους αλλοδαπούς. Το πρόσφατο εκτελεστικό διάταγμά του που έθεσε εμπόδια σε πρόσφυγες και μετανάστες από επτά μουσουλμανικές χώρες δείχνει ότι σκοπεύει να κρατήσει αυτές τις υποσχέσεις.

Οι ιδέες που προωθούνται από αυτά τα κόμματα και αυτούς τους πολιτικούς έχουν υπάρξει επί μεγάλο χρονικό διάστημα, αν και οι στόχοι έχουν μεταβληθεί -από τους Ιρλανδούς, τους Ιταλούς και τους Εβραίους στις αρχές του εικοστού αιώνα στους Μουσουλμάνους και τους Μεξικανούς στον εικοστό πρώτο. Στην Ευρώπη, να αντιμεταναστευτικά κόμματα κέρδισαν έδαφος στην δεκαετία του 1970 και του 1980 μετά την πετρελαϊκή κρίση. Μετά την πρόσληψη μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού επί δύο δεκαετίες, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δυτική Γερμανία περιόρισαν όλες τους την μετανάστευση στην δεκαετία του 1970. Αλλά η τελευταία φορά που ο κόσμος είδε έναν μεταναστευτικό πανικό στο σημερινό μέγεθος ήταν αναμφισβήτητα την δεκαετία του 1930, όταν τα δεινά των χιλιάδων Εβραίων προσφύγων αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία από Δυτικές κυβερνήσεις, οι οποίες ακολούθησαν μια προσέγγιση του τύπου «όχι στην αυλή μου» σχετικά με την επανεγκατάσταση των προσφύγων.

Η Hannah Arendt, η πιο διάσημη θεωρητικός της προσφυγιάς του αιώνα (και πρόσφυγας η ίδια), είδε τον μεταναστευτικό πανικό του μεσοπολέμου ως σύμπτωμα μιας εμμονής για την δημιουργία ομοιογενών πληθυσμών σε εθνικό επίπεδο και ενίσχυσης της εθνικής κυριαρχίας. Ήταν ιδιαίτερα συγκινημένη από σκηνές προσφύγων -χιλιάδες Εβραίοι το 1938- απομονωμένων σε νεκρές ζώνες μεταξύ των συνόρων των κρατών της Κεντρικής Ευρώπης. Ένα κράτος, έγραψε, «επιμένοντας στο κυριαρχικό δικαίωμα της απέλασης, … περνά λαθραία τους απελαθέντες απάτριδες στις γειτονικές χώρες, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να ανταποδίδουν κάνοντας τα ίδια». Το αποτέλεσμα, εξήγησε, «ήταν μικροσυγκρούσεις μεταξύ της αστυνομίας στα σύνορα, κάτι που δεν συμβάλλει ακριβώς στις καλές διεθνείς σχέσεις, και μια συσσώρευση ποινών φυλάκισης για τους απάτριδες οι οποίοι, με την βοήθεια της αστυνομίας της μιας χώρας, είχαν περάσει ‘παράνομα’ στο έδαφος της άλλης».

Η διάγνωση της Arendt παραμένει σημαντική. Επί δεκαετίες, πολλοί ειδικοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι επέμειναν ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή αναπόφευκτου διεθνισμού και παγκοσμιοποίησης και διάβρωσης της εθνικής κυριαρχίας. Πολλοί νέοι Βρετανοί, Τσέχοι και Ισπανοί που μεγάλωσαν με το ευρώ, το Erasmus και την easyJet, εξέλαβαν την Ευρώπη ως δεδομένη. Εν τω μεταξύ, μεταξύ των ιστορικών, μια από τις μεγαλύτερες μεθοδολογικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας υπήρξε αποφασιστική στροφή προς την διακρατική και την παγκόσμια ιστορία, καταλύοντας τον παραδοσιακό ρόλο του έθνους-κράτους ως το κύριο «υποκείμενο» της ιστορίας. Χωρίς ακριβώς να αγνοούν το έθνος-κράτος, αυτές οι ιστορίες έχουν αντηχήσει γενικά την παραδοχή ότι η παγκόσμια ιστορία είναι σε μια πορεία προς τον περισσότερο διεθνισμό και την εναρμόνιση, όχι το αντίθετο.

Αλλά το έθνος-κράτος δεν ήταν ποτέ ξεπερασμένο, και ο εθνικισμός δεν είχε ποτέ «κατανικηθεί». Η διάλυση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που γιορτάζεται ως σύμβολο των ανοικτών συνόρων και της ελευθερίας, ήρθε με έντονη σύγκρουση και άγχος από όλες τις πλευρές. Στην Γερμανία, ακόμη και πριν πέσει το τείχος, κάποιοι Δυτικογερμανοί άρχισαν να διαμαρτύρονται για την αύξηση του αριθμού των Ανατολικογερμανών οι οποίοι υποτίθεται ότι ζούσαν από την πρόνοια και συνωστίζονταν στις Δυτικές αγορές για θέσεις εργασίας και διαμερίσματα. Τον Αύγουστο του 1988, ο Theo Summer, αρχισυντάκτης της Die Zeit, αντέδρασε σε αυτά τα συναισθήματα [3] με την προειδοποίηση να μην «ανεγερθεί ένα τσιμεντένιο τείχος στα κεφάλια μας εναντίον των απελευθερωμένων Γερμανών από την Ανατολή, που είναι σε θέση να έρθουν σε μας μετά από τόσα χρόνια».

Το μόνο ζήτημα που προκάλεσε μεγαλύτερη ένταση από την εισροή των Ανατολικών ήταν το άνοιγμα των γερμανικών συνόρων στους γείτονες από ακόμα πιο ανατολικά. Μεταξύ 1989 και 2004, όταν οκτώ πρώην σοσιαλιστικές χώρες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπολογίζεται ότι 3,2 εκατομμύρια άνθρωποι από την Ανατολική Ευρώπη (μη συμπεριλαμβανομένης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης) μετανάστευσαν προς τα δυτικά. Η περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ μετά από αυτό επιδείνωσε τα πράγματα. Το 2005, στην πορεία προς μια διαβόητη γαλλική ψηφοφορία κατά του Συντάγματος της ΕΕ, ο λεγόμενος «Πολωνός υδραυλικός» έγινε σύμβολο των Δυτικών φόβων για μια πιθανή εισβολή φθηνών εργαζομένων από την Ανατολική Ευρώπη. Εκείνη την εποχή, μόνο 150 Πολωνοί υδραυλικοί επισκεύαζαν γαλλικούς σωλήνες, και μόνο 5.537 Πολωνοί είχαν εκμεταλλευτεί την πρωτόγνωρη ελευθερία κινήσεων για να κινηθούν προς την Γαλλία το 2004. Αυτό δεν εμπόδισε τους Γάλλους αντιπάλους της ΕΕ από να σηκώσουν το φάντασμα των ορδών Ανατολικοευρωπαίων που καταφθάνουν με γεμάτα πούλμαν (ή πετώντας με τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους) για να κλέψουν γαλλικές θέσεις εργασίας.

Πιο πρόσφατα, οι Ρομά υπήρξαν οι πιο εμφανείς στόχοι των ανησυχιών σχετικά με την ελευθερία της κινητικότητας στην επεκτεινόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση. Και πολλά από τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συχνά αποδίδονται στους Ρομά -εγκληματικότητα, παρασιτισμός στην πρόνοια, έλλειψη αφομοιωσιμότητας- είχαν άψογα μεταφερθεί στους πρόσφυγες. Το 2015, ο πρώην πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Péter Boross, συνέκρινε τους πρόσφυγες με τους Ρομά: «Οι μάζες των Μουσουλμάνων δεν έρχονται μόνο από διαφορετικούς πολιτισμούς, αλλά ο ψυχισμός τους, η βιολογική και γενετική κληρονομικότητά τους είναι διαφορετικές». Σε αυτή την βάση, επέμεινε ότι η κοινωνική και πολιτική ολοκλήρωση δεν λειτουργεί, προσθέτοντας ότι «δεν έχει λειτουργήσει με τους τσιγγάνους, παρά το γεγονός ότι έχουν ζήσει μαζί μας για εκατοντάδες χρόνια».

13022017-1.jpg

Διαδηλωτές στο Λονδίνο διαμαρτύρονται για την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, περί απαγόρευσης στα ταξίδια από επτά Μουσουλμανικές χώρες, τον Φεβρουάριο του 2017. REUTERS
--------------------------------------------------------

Οι μεταναστευτικοί πανικοί δεν περιορίζονται σε χώρες που υποδέχονται μετανάστες. Οι χώρες εξαγωγής ανθρώπων ανησυχούσαν επίσης συχνά για την μαζική μετανάστευση. Στην Κεντρική Ευρώπη, η αμφιθυμία προς την μετανάστευση γεννήθηκε την ίδια στιγμή που η περιοχή έγινε η πρώτη πηγή της μαζικής μετανάστευσης. Πολλοί πολιτικοί, κληρικοί και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές είδαν την μετανάστευση ως ένα σύμπτωμα αδυναμίας και καθυστέρησης, ένα σήμα αποτυχίας σε έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό για το αυτοκρατορικό και εθνικό γόητρο. Οι Ανατολικοευρωπαίοι, έλεγε το επιχείρημα, θα είναι οι οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά χαμένοι σε μια διαδικασία που ξεριζώνει εκατομμύρια, διαιρώντας οικογένειες και διαλύοντας κοινότητες. Εξίσου σημαντικό, τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης φοβούνταν μήπως χάσουν τον έλεγχο των συνόρων και της κυριαρχίας τους˙ η αστυνόμευση των συνόρων για την πρόληψη της μετανάστευσης ήταν έτσι ένας τρόπος για να επαναβεβαιώσουν την κυριαρχία τους, ή τουλάχιστον να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η κυριαρχία δεν ήταν μια μυθοπλασία. Δικαιολόγησαν τους περιορισμούς της κινητικότητας στο όνομα της προστασίας των πολιτών τους από την εκμετάλλευση στο εξωτερικό, φοβούμενοι ότι οι Ανατολικοευρωπαίοι θα μπορούσαν να γίνουν οι σκλάβοι ή οι κουλήδες του εικοστού αιώνα.

Οι προσπάθειες για την πρόληψη της μετανάστευσης απέτυχαν εν γένει, καθώς οι μετανάστες ενδιαφέρονταν περισσότερο για την βελτίωση της δικής τους ζωής αντί για τις ανησυχίες των πολιτικών οικονομολόγων και των δημογράφων. Αυτό δεν εμπόδισε κυβερνητικούς αξιωματούχους από το να προτείνουν όλο και περισσότερο ριζοσπαστικά μέτρα για να σταματήσει η φυγή. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, για παράδειγμα, ένας Αυστριακός πρόξενος τοποθετημένος στο Σεντ Πολ της Μινεσότα, πρότεινε να απαγορευθεί όλη η μετανάστευση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον πόλεμο. Η απαγόρευση αυτή, υποστήριξε, θα γονατίσει τις αμερικανικές βιομηχανίες χάλυβα και άνθρακα και θα επιτρέψει στην Αυστρία να διατηρήσει πολύτιμο «ανθρώπινο υλικό» για δική της χρήση, καθώς «είναι ακριβώς τα πιο παραγωγικά στοιχεία σωματικά και πνευματικά που έχουν χαθεί από την πατρίδα τους, και το ποιοτικά λιγότερο πολύτιμο ανθρώπινο υλικό, τα ακάθαρτα μπάζα ... παραμένουν στην διάθεσή μας».

Οι περισσότεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι διαφώνησαν με το σχέδιο, αλλά δεν αμφισβητούν τις βασικές αρχές του. Απλά αναγνώρισαν ότι ήταν ανέφικτο. Ο Ούγγρος υπουργός Εσωτερικών (προνοητικά) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μετανάστευση θα μπορούσε να περιοριστεί με επιτυχία «μόνο αν όλα τα γειτονικά μας κράτη υιοθετήσουν την ίδια στάση σε σχέση με την μετανάστευση, κάτι στο οποίο δύσκολα μπορούμε να υπολογίζουμε». Αλλά όντως εισήχθησαν περιοριστικοί νόμοι σε όλη την Ανατολική Ευρώπη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Συχνά αποσκοπούσαν στην δημιουργία πιο ομοιογενών εθνών-κρατών: Ο στόχος ήταν να αποτραπεί η μετανάστευση των «εθνικά επιθυμητών» πολιτών και να ενθαρρυνθεί η μετανάστευση των «ανεπιθύμητων» εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων. Το Σιδηρούν Παραπέτασμα ήταν η κορύφωση των επί πενήντα χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών για την πρόληψη της μετανάστευσης μέσω λιγότερο δραστικών μέτρων. Ήταν, επίσης, η άλλη πλευρά της εθνοκάθαρσης. Η μεταπολεμική Ανατολική Ευρώπη χρειαζόταν να αποτρέψει την έξοδο των Τσέχων, των Ούγγρων, των Πολωνών και των Σλοβάκων για να αντισταθμίσει την απώλεια εκατομμυρίων Εβραίων, Γερμανών και άλλων μειονοτήτων μέσω δολοφονιών ή απελάσεων.

Υπήρχαν επίσης φιλόδοξες εκστρατείες για να προσελκύσουν μετανάστες στην Ανατολική Ευρώπη το 1918 και το 1945. Ένας παλιννοστούντας στην Σλοβακία αναθυμάται ότι, κατά τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, ο πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, Thomas Masaryk, ταξίδεψε στην Αμερική για να αναζητήσει πολίτες. «Είπε ότι ‘ξέρετε, δεν χρειάζεται να είστε στην Αμερική, μπορούμε να κάνουμε την Αμερική στην πατρίδα, έχετε την ευκαιρία να κάνετε την Αμερική στην Τσεχοσλοβακία’». Στην Πολωνία, η Υπηρεσία Μετανάστευσης της κυβέρνησης ενέγραψε 678.000 παλιννοστούντες μεταξύ Μαρτίου του 1918 και Ιουλίου του 1922. Αξιωματούχοι της Τσεχοσλοβακίας υπολογίζουν περίπου 200.000 κατά την ίδια περίοδο. Στην πραγματικότητα, όμως, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των παλιννοστούντων δεν ήταν ένθερμοι πατριώτες. Η απόφαση να μεταναστεύσουν ή να επιστρέψουν στην πατρίδα τους συνήθως βασιζόταν σε πιο πεζούς υπολογισμούς. Ένας Τσέχος αξιωματούχος μέχρι που είκασε ότι ο τότε νέος απαγορευτικός νόμος της Αμερικής ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας ώθησης. «Η πλειοψηφία των παλιννοστούντων διακηρύττει ότι ‘είναι καλύτερα να κερδίζουμε λιγότερα και τουλάχιστον να είμαστε σε θέση να πίνουμε και πάλι’».

Σήμερα, όλα αυτά μπορεί να φαίνονται σαν μακρινό παρελθόν. Οι Ανατολικοευρωπαίοι απολαμβάνουν πρωτοφανή ελευθερία στο να μετακινούνται εντός των συνόρων της Ευρώπης. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς φαίνεται να ενδιαφέρονται περισσότερο για την διατήρηση ενός σιδηρού παραπετάσματος γύρω από τις άκρες της ηπείρου. Μια παράλληλη ιστορία μπορεί να ειπωθεί για τους απογόνους των μεταναστών της Ανατολικής Ευρώπης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Απόγονοι των μεταναστών οι οποίοι κάποτε ήταν στο στόχαστρο νόμων κατά της μετανάστευσης που τους έβλεπαν ως απειλή για το «φυλετικό απόθεμα» της Αμερικής, ψήφισαν υπέρ του Trump, ποντάροντας στην υπόσχεσή του να κλείσει την πόρτα στην επόμενη γενιά μεταναστών και να προστατέψει τα προνόμιά τους ως λευκών Αμερικανών. Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια μεγάλη ειρωνεία, αλλά είναι συνεπές με τις εθνικιστικές και λαϊκιστικές παραδόσεις που συνδέουν την λαϊκή κυριαρχία με την εθνική ομοιογένεια.

Και όμως, όπως έχει αποδείξει η ψηφοφορία για το Brexit, στην Ευρώπη, οι Ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες παραμένουν και σήμερα ευάλωτοι στα αντι-μεταναστευτικά αισθήματα και την βία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πολλοί που ψήφισαν για να αποχωρήσει η χώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται σαν να ψήφιζαν εναντίον των Πολωνών και των Ρουμάνων όσο και εναντίον των προσφύγων από την Συρία. Ο απόηχος της ψηφοφορίας είδε εκατοντάδες εγκλήματα μίσους που κατευθύνθηκαν προς τους μετανάστες, με πολλούς να βάζουν στο στόχαστρο τους Πολωνούς. Σε ένα προάστιο του Λονδίνου, ο Arkadiusz Jóźwik, ένας 41χρονος Πολωνός εργάτης σε εργοστάσιο κρέατος, καθόταν έξω τρώγοντας πίτσα στα τέλη Αυγούστου, όταν δέχθηκε επίθεση και ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από εφήβους. Αν και οι Ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες είχαν επιτύχει κάποιο κύρος ως πιο «επιθυμητοί» μετανάστες στην Ευρώπη, η θέση τους παραμένει αδύναμη σε πολλές κοινότητες, και η μετανάστευση δεν είναι σίγουρος δρόμος για μια καλύτερη ζωή.

Ίσως δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι, σε μια άλλη αντήχηση του παρελθόντος, οι κυβερνήσεις της Ανατολικής Ευρώπης έχουν προσπαθήσει να αξιοποιήσουν την ξενοφοβία στην Δύση για να επιζητήσουν παλιννοστούντες. Το τραγούδι των «Τζάκσον 5» με τίτλο I Want You Back έχει γίνει το θέμα μιας ζωηρής καμπάνιας στην Λετονία, για να ενθαρρύνει την επιστροφή των μεταναστών. Στην Πολωνία, η κυβέρνηση συνεχίζει να προωθεί την παλιννόστηση, προσφέροντας βοήθεια για την αποκατάσταση των μεταναστών με στέγαση και απασχόληση, ενώ η Ρουμανία έχει προσπαθήσει να δελεάσει τους επαναπατριζόμενους με υποτροφίες και εκδηλώσεις για εξεύρεση απασχόλησης. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν αυτές οι προσπάθειες έχουν κάποιο αποτέλεσμα. Τουλάχιστον, στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο αριθμός των εργαζομένων από την Ανατολική Ευρώπη έχει στην πραγματικότητα αυξηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την ψηφοφορία Brexit, καθώς πολλά άτομα έχουν επιδιώξει να φτάσουν εκεί πριν να εφαρμοστούν νέοι περιοριστικοί κανονισμοί. Ωστόσο, η μείωση της αξίας της βρετανικής λίρας κάνει την εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο μια λιγότερο ελκυστική επιλογή [4].

Φαίνεται ότι κάθε Μεγάλη Αναχώρηση έρχεται με τις δικές της επιλογές, τις αγωνίες και τις απογοητεύσεις. Τα κράτη κάνουν επιλογές σχετικά με το αν θα καλωσορίσουν τους νεοεισερχόμενους ή θα προχωρήσουν στην δημιουργία νέων εμποδίων, είτε για να ενθαρρύνουν τις αναχωρήσεις είτε τις επιστροφές. Τα άτομα, εν τω μεταξύ, είναι αναγκασμένα να κάνουν πιο επίπονες επιλογές μεταξύ της ώθησης προς τα εμπρός ή της επιστροφής στην πατρίδα. Και η υπόθεση για την παλιννόστηση φαίνεται να καθίσταται ισχυρότερη. Για τους μετανάστες στην Αμερική από τις επτά χώρες που αναφέρονται στο πρόσφατο εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ (και για πολλούς άλλους μετανάστες, επίσης), η προοπτική να παγιδευτούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, αδυνατώντας να ταξιδέψουν ή να επισκεφθούν την οικογένειά τους για τον φόβο να μην τους επιτραπεί η επιστροφή στη χώρα, είναι ένα υψηλό τίμημα. Υπάρχουν αναφορές ότι ορισμένοι Μεσανατολίτες μετανάστες στην Ευρώπη επιστρέφουν στην πατρίδα τους ήδη [5], είτε επειδή τους έχουν αρνηθεί το δικαίωμα να παραμείνουν, είτε επειδή βρίσκονται απομονωμένοι και φτωχοί σε ένα εχθρικό περιβάλλον, είτε επειδή απλά νοσταλγούν την πατρίδα τους.

Με την σειρά τους, τα έτη μεταξύ 1989 και 2015 μπορεί τελικά να μείνουν στην ιστορία ως ξεχωριστά στην ιστορία της Δύσης, μια φευγαλέα εποχή αυξανόμενης (αν και αμφισβητούμενης) ολοκλήρωσης και πιο ανοιχτών συνόρων. Αν γίνει έτσι, αξίζει να κρατήσουμε στο μυαλό ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα του Ψυχρού Πολέμου: Τα σύνορα τείνουν να διαβρώνουν τις ελευθερίες και στις δύο πλευρές τους.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-02-11/europes-shifti...

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Great-Departure-Migration-Eastern-Europe/dp/03930...
[2] http://www.nytimes.com/2016/05/24/world/europe/austria-presidential-elec...
[3] http://www.zeit.de/1988/33/mehr-angst-als-vaterlandsliebe
[4] http://www.telegraph.co.uk/news/2016/11/16/number-of-eastern-european-mi...
[5] https://www.nytimes.com/2016/02/05/world/middleeast/europe-migrant-crisi...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition