Η ανθεκτική συμμαχία Ρωσίας και Κίνας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ανθεκτική συμμαχία Ρωσίας και Κίνας

Μια αντίστροφη «στρατηγική Νίξον» δεν θα λειτουργήσει για τον Trump
Περίληψη: 

Ακόμα κι αν ο Trump έπειθε τον Πούτιν να σταματήσει την συνεργασία της Μόσχας με το Πεκίνο, η Ρωσία θα εξακολουθούσε να έχει μικρή δυνατότητα να ανατρέψει την κακή συμπεριφορά της Κίνας σε χώρους που έχουν σημασία.

Ο JACOB STOKES είναι επίκουρος συνεργάτης στο Πρόγραμμα Στρατηγικής και Πολιτειακής Οργάνωσης στο Κέντρο για μια Νέα Αμερικανική Ασφάλεια. Ήταν στο παρελθόν ανώτερος σύμβουλος του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας και αναπληρωτής ειδικός σύμβουλος για την Ανατολική Ασία, τη Νοτιοανατολική Ασία και τον Ειρηνικό, στο Γραφείο του Αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν.

Αρκετοί σχολιαστές, μεταξύ των οποίων και ο Doug Bandow [1] του Cato Institute και ο Edward Luttwak [2] του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies), έχουν προτείνει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, θα πρέπει να κάνει κάθε προσπάθεια για να θερμάνει τις σχέσεις με την Ρωσία και να προσπαθήσει να επιστρατεύσει την βοήθεια της Μόσχας στην εξισορρόπηση της ανόδου της Κίνας. Ο Trump [3] βλέπει την Κίνα και τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό ως τις δύο κύριες προκλήσεις για την ασφάλεια των ΗΠΑ, και θεωρεί την Ρωσία ως δυνητικό εταίρο στην καταπολέμηση αμφοτέρων. Η σκέψη προχωρά, λοιπόν, ότι ο Trump πρέπει να εκτελέσει μια μορφή του διπλωματικού παιχνιδιού που ακολούθησαν ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, και ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Henry Kissinger, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν αποκατέστησαν τις σχέσεις με το Πεκίνο για να αντιμετωπίσουν την Σοβιετική Ένωση. Αυτή την φορά, όμως, ο Τραμπ θα συνεργαστεί με την Ρωσία για να εξισορροπήσει την Κίνα.

Η πρόταση αυτή δελεάζει με τα οράματα φιλόδοξων στρατηγικών τεχνασμάτων σε όλη την Ευρασία, το «μεγάλο πρωτάθλημα [4]» της γεωπολιτικής, κατά την Trumpιανή καθομιλουμένη. Το ότι ο Νίξον πήγε στην Κίνα ήταν μια από τις πιο επακόλουθες διπλωματικές συμφωνίες στην ιστορία των ΗΠΑ. Ποιος άλλος θα ήταν καλύτερος τρόπος για τον επικεφαλής διαπραγματευτή -ειδικά εκείνον που διαβουλεύεται τακτικά με τον Κίσινγκερ- να γυαλίσει τα διαπιστευτήριά του με την διεξαγωγή μιας [αντίστοιχης] εκδοχής για τον εαυτό του; Στην θεωρία, η κίνηση αυτή θα τηρεί τα παραδοσιακά αξιώματα της γεωπολιτικής: Δηλαδή, την επιτακτική ανάγκη να διατηρηθεί η ισορροπία ισχύος στην ευρασιατική ήπειρο. Στρατηγιστές των ΗΠΑ έχουν στηριχθεί σε αυτή την αρχή σε διαφορετικό βαθμό, τουλάχιστον από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Περαιτέρω, μια στρατηγική που εμπλέκεται με την Ρωσία για την αντιμετώπιση της Κίνας θα μπορούσε να προσδώσει έναν βαθμό συνοχής στην κατά τα άλλα αποσπασματική εξωτερική πολιτική της διοίκησης Trump [5].

ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΣΕ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΑΘΜΟ

Το πρόβλημα για τον Trump είναι ότι οι σινο-ρωσικές σχέσεις έχουν βελτιωθεί λίγο-πολύ σταθερά από την εποχή της παρακμής του Ψυχρού Πολέμου. Η απόψυξη μεταξύ των δύο κομμουνιστικών δυνάμεων ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και ακολούθησε η ομαλοποίηση των σχέσεων τον Μάιο του 1989. Το Πεκίνο και η Μόσχα δημιούργησαν μια «στρατηγική εταιρική σχέση» (strategic partnership) το 1996 και υπέγραψαν συνθήκη καλής γειτονίας και φιλικής συνεργασίας [6] το 2001. Οι Κινέζοι και οι Ρώσοι ηγέτες αναφέρονται τώρα στην σχέση ως «ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση συντονισμού» (comprehensive strategic partnership of coordination) [7], που είναι ένας μπερδεμένος όρος για μια «όχι ακριβώς» συμμαχία. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο Κινέζος υπουργός Yang Jiechi διακήρυξε [7] ότι «το βάθος και το εύρος του συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών είναι άνευ προηγουμένου». Η ανθεκτική συνεργασία έχει επιταχυνθεί από τότε που ο Xi Jinping έγινε ο κορυφαίος ηγέτης της Κίνας το 2012˙ Ο ίδιος φέρεται να έχει μια θερμή προσωπική σχέση με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.

Οι δύο χώρες συνεργάζονται στενά σε μια σειρά από τομείς. Στον τομέα της ενέργειας, η Ρωσία έγινε ο πρώτος προμηθευτής πετρελαίου στην Κίνα το 2016. Είναι καθοριστικής σημασίας για την Κίνα, που μεταφέρει προμήθειες δια ξηράς και όχι μέσω αμφισβητούμενων θαλασσίων διαδρόμων. Τα έθνη έχουν συνεργαστεί για στρατιωτικές ασκήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Μεσογείου [8] και της Νότιας Θάλασσας της Κίνας [9], καθώς και σε κάποια σχέδια από κοινού ανάπτυξης τεχνολογίας [10]. Έχουν αναβιώσει εμπορικές σχέσεις εξοπλισμών που μαράζωναν. Το 2015, το Πεκίνο συμφώνησε να αγοράσει από την Μόσχα και μαχητικά αεριωθούμενα Su-35 [11] και το σύστημα πυραύλων επιφανείας-αέρος S-400 Triumf [12]. Οι δύο χώρες έχουν επίσης ξεκινήσει μια σειρά από συμβολικά έργα διασύνδεσης των λαών, όπως η έναρξη της μακράν καθυστερημένης κατασκευής μιας γέφυρας [13] κατά μήκος του ποταμού Αμούρ. Και τον Ιούνιο του 2016 οι πρόεδροι Xi και Πούτιν συμφώνησαν [14] να εργαστούν από κοινού για να αυξήσουν τον έλεγχό τους επί των τεχνολογιών του κυβερνοχώρου και των επικοινωνιών.

Ένα κοινό πολιτικό όραμα για την παγκόσμια τάξη παρέχει τα θεμέλια για την κινεζική-ρωσική συνεργασία. Ορίζεται κυρίως από την επιθυμία να διαφανεί ένα τέλος της υπεροχής των ΗΠΑ, για να αντικατασταθεί από την πολυπολικότητα. Μόλις το όραμα αυτό υλοποιηθεί, κάθε έθνος θα διοικήσει μια αποτελεσματική σφαίρα επιρροής στην Ασία και στην Ανατολική Ευρώπη, αντίστοιχα. Προς το παρόν, όμως, η Κίνα και η Ρωσία έχουν πιο τεταμένες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες από ό, τι σε οποιοδήποτε άλλο σημείο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό συμβαίνει κυρίως λόγω των θαλάσσιων διαφορών στις Θάλασσες της Ανατολικής και της Νότιας Κίνας -συμπεριλαμβανομένων των νησιών Diaoyu / Σενκάκου, Πάρασελ, και του νησιωτικού συμπλέγματος Spratly- και λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, καθιστώντας την σινο-ρωσική συνεργασία πιο σημαντική από ποτέ. Ένα πρόσφατο άρθρο γνώμης [15] στην εφημερίδα Λαϊκή Καθημερινή που απηχεί το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα αποκάλεσε αυτή την σχέση «τον ακρογωνιαίο λίθο για την διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και σταθερότητας».

Στην δεκαετία του 1970, ήταν η βαθιά διχόνοια στην σινο-σοβιετική σχέση που βοήθησε να πεισθεί η Κίνα να ευθυγραμμιστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η διχόνοια κορυφώθηκε με συγκρούσεις στα σύνορα το 1969. Μέχρι το 1972, οι σχέσεις μεταξύ των δύο κομμουνιστικών δυνάμεων είχαν επιδεινωθεί από το «παγωμένο» στο οριστικά «κατεψυγμένο». Όταν ο Κίσινγκερ έκανε τις αναζητήσεις του, το Πεκίνο ήδη έβλεπε την Μόσχα ως μεγαλύτερη απειλή από την Ουάσιγκτον. Για την Ρωσία σήμερα, ισχύει το αντίθετο. Η Μόσχα βλέπει την Ουάσιγκτον ως τον κύριο αντίπαλο, παρά τις ελπίδες ότι ο Trump θα διορθώσει την σχέση.