Δεν υπάρχει εναλλακτική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δεν υπάρχει εναλλακτική

Γιατί οι Γερμανοί δεξιοί λαϊκιστές χάνουν ορμή
Περίληψη: 

Παρότι οι θρίαμβοι της δεξιάς στο εξωτερικό θα χαλυβδώσουν τον πυρήνα των υποστηρικτών του γερμανικού δεξιού λαϊκιστικού κόμματος AfD, θα ενθαρρύνουν επίσης μια ακόμη πιο ισχυρή δημοκρατική αντίδραση.

Ο MICHAEL BRÖNING είναι επικεφαλής του Τμήματος Διεθνούς Πολιτικής στο Friedrich-Ebert-Stiftung.

Στα τέλη Ιανουαρίου, το μέλλον φαινόταν λαμπρό για το κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» (Alternative für Deutschland, AFD) [1]. Η Frauke Petry, επικεφαλής του κόμματος, είχε συγκεντρώσει τους δεξιούς λαϊκιστές της Ευρώπης για μια σύνοδο κορυφής στην γερμανική πόλη Koblenz, όπου εμφανίστηκε στην σκηνή με τους άλλους ηγέτες της λαϊκιστικής εξέγερσης της ηπείρου [2]. Υπό τις επευφημίες του πλήθους, η Γαλλίδα προεδρική υποψήφια και επικεφαλής του «Εθνικού Μετώπου», Marine Le Pen [3], δήλωσε ότι, το 2017, «οι άνθρωποι της ηπειρωτικής Ευρώπης θα ξυπνήσουν».

Στην Γερμανία, οι ψηφοφόροι φαίνεται να ξυπνούν -αλλά όχι με τον τρόπο που οραματίστηκε η Le Pen. Το AfD έχει χάσει περίπου το ένα τρίτο της λαϊκής υποστήριξης του από τον Ιανουάριο, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις [4]. Αν οι εκλογές διεξάγονταν σήμερα, το κόμμα θα κέρδιζε μεταξύ 8% και 11% των ψήφων [5] -μια απότομη πτώση από το 15% που ενέγραψε τον περασμένο Δεκέμβριο, μετά από μια σειρά επιτυχιών στις περιφερειακές εκλογές το 2016. Αυτή η ραγδαία πτώση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αύξηση της δημόσιας στήριξης την οποία απολαμβάνουν δεξιοί λαϊκιστές αλλού στην Ευρώπη, κυρίως στην Γαλλία και την Ολλανδία. Στη μέση ενός λαϊκιστικού κύματος μεγάλης εμβέλειας [6], η Γερμανία έχει αναδειχθεί ως εξαίρεση -τουλάχιστον για την ώρα.

13032017-1.jpg

Εργαζόμενοι κατά την διάρκεια μιας προειδοποιητικής απεργίας σε ένα εργοστάσιο της Audi στο Ingolstadt, στην Γερμανία, τον Νοέμβριο του 2008. MICHAELA REHLE / REUTERS
------------------------------------------------------------

ΠΕΤΡΩΜΕΝΗ

Τρεις δομικές δυναμικές τροφοδότησαν την κρίση του AfD, και κάθε μια υπόσχεται να έχει επιδράσεις πέρα από το άμεσο μέλλον. Η πρώτη είναι η υπόθεση των αυστηρότερων μεταναστευτικών πολιτικών της γερμανικής κυβέρνησης. Τα πολιτικά βήματα που έχει κάνει το Βερολίνο από τον Ιούλιο του 2015 ήταν αμφιλεγόμενα, αλλά έχουν επίσης μειώσει σημαντικά τον αριθμό των προσφύγων που φθάνουν στην Γερμανία. Η προσφυγική συμφωνία με την Τουρκία και οι προσπάθειες του Βερολίνου για την σύναψη παρόμοιων συμφωνιών με χώρες της Βόρειας Αφρικής όπως η Αίγυπτος, η Λιβύη και η Τυνησία έχουν στερήσει αποτελεσματικά το AfD από αυτό που κάποτε ήταν ένα από τα μοναδικά σημεία προώθησης του κόμματος: Την υπόσχεσή του να μειώσει τις εισροές μεταναστών και προσφύγων [ 7]. Τουλάχιστον για την ώρα, τα μέτρα του Βερολίνου έχουν εκτονώσει αυτό που σε μεγάλο βαθμό προβλεπόταν εδώ και καιρό ότι θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Στην συνέχεια, η άνοδος του Martin Schulz ως υποψήφιου του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος για την καγκελαρία επανέφερε την δυνατότητα αλλαγής στο εν υπνώσει πολιτικό κέντρο της Γερμανίας, υποσκάπτοντας κάποια από την υποστήριξη προς το AfD. Ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Schulz, έχει ενεργοποιήσει την βάση του SPD με το να αναγορεύσει τον εαυτό του ως την πεμπτουσία του φιλοευρωπαϊστή και ως ένα αντίβαρο προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ [8]. Ο Schulz έχει χρησιμοποιήσει την καταγωγή του ως πολιτικό αουτσάιντερ -δεν είχε ποτέ αιρετό αξίωμα στη Γερμανία σε εθνικό επίπεδο- για να προσελκύσει δυσαρεστημένους και στερούμενους πολιτικών δικαιωμάτων ψηφοφόρους, συμπεριλαμβανομένων αριστερών και δεξιών λαϊκιστών που τον θεωρούν ως μια εναλλακτική λύση ως προς το AfD, τους Πράσινους, και το ακροαριστερό Die Linke. Με αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού με την Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, και μάλιστα έχει περάσει μπροστά της σε διάφορες εθνικές δημοσκοπήσεις, με μια εξαιρετικά ταχεία ορμή [9].

Τέλος, το AfD έχει υπονομεύσει την δική του εκλογιμότητα εκθέτοντας μερικές από τις εσωτερικές αντιφάσεις του στο κοινό. Από την ίδρυση του κόμματος το 2013, προσπάθησε να ισορροπήσει προσεκτικά τις σκηνοθετημένες πολιτικές προκλήσεις με τις προσπάθειες να διατηρήσει μια εμφάνιση συντηρητικής αξιοπρέπειας. Αυτή η προσέγγιση έχει κεντρική σημασία στην απήχηση του κόμματος, προσελκύοντας κεντροδεξιούς ψηφοφόρους δυσαρεστημένους με το status quo, που όμως διστάζουν να αγκαλιάσουν εξτρεμιστικές θέσεις. Αλλά, τους τελευταίους μήνες αυτή η στρατηγική αμφισημία έχει θρυμματιστεί. Σε μια συνάντηση του AfD στα μέσα Ιανουαρίου, ο Björn Hocke [10], ένας πρώην δάσκαλος Ιστορίας και ένας από τους περιφερειακούς ηγέτες του κόμματος, προκάλεσε σάλο αμφισβητώντας αυτό που περιέγραψε ως «ντροπιαστική» προσέγγιση της Γερμανίας στο ναζιστικής εποχής παρελθόν της. «Δεν χρειαζόμαστε τίποτα λιγότερο από μια αλλαγή πορείας 180 μοιρών στην πολιτική μας προσέγγιση της ιστορίας», δήλωσε ο Hocke. Τα σχόλιά του έβαλαν τέλος σε μια θεμελιώδη συναίνεση στην γερμανική πολιτική, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την συμβατότητα του κόμματος με τον ακρογωνιαίο λίθο της μεταπολεμικής ταυτότητας της Γερμανίας [11], και αποξενώνοντας μερικούς από τους πιο κεντρώους υποστηρικτές του AfD. Ακόμα και η Petry αισθάνθηκε υποχρεωμένη να επιτιμήσει έντονα τις παρατηρήσεις του Hocke˙ τώρα αγωνίζεται να τον ωθήσει έξω από το κόμμα.