Βγάλτε από το τραπέζι τον προληπτικό πόλεμο με την Βόρεια Κορέα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Βγάλτε από το τραπέζι τον προληπτικό πόλεμο με την Βόρεια Κορέα

Οι κίνδυνοι της σκληρής ρητορικής του Trump
Περίληψη: 

Ο Κιμ δεν είναι τρελός, ούτε η βαναυσότητά του απαιτεί έναν προληπτικό πόλεμο. Η αδιάκοπη συζήτηση για τον πόλεμο χρησιμεύει μόνο για να ενισχύσει την χειρότερη αφήγηση της Βόρειας Κορέας για την αδιάκριτη εχθρότητα της Αμερικής.

Ο JOHN DELURY είναι αναπληρωτής καθηγητής στην Μεταπτυχιακή Σχολή Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Yonsei.

Η μεγαλύτερη αλλαγή που έχει φέρει ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump [1] στην πολιτική της Βόρειας Κορέας [2] είναι ρητορική -αλλά οι στρατηγικές συνέπειες μπορεί να είναι τεράστιες. Από την άποψη της πραγματικής πολιτικής, η «στρατηγική υπευθυνότητα» της κυβέρνησης Trump οφείλει περισσότερα στην «στρατηγική υπομονή» της κυβέρνησης Μπαράκ Ομπάμα [3] από ό, τι οι αρχιτέκτονές τους ή οι επικριτές τους θα ήθελαν να παραδεχτούν. Η κεντρική ώθηση της πολιτικής είναι να δελεάσει το Πεκίνο να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στην Πιονγκγιάνγκ, όπως επιχειρήθηκε στον τελευταίο γύρο των κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και σε πολυάριθμες προεδρικές αναρτήσεις στο Tweeter. Πράγματι, αντί να αποκοπεί από το παρελθόν, ο Trump φαίνεται να έχει κληρονομήσει μια εσφαλμένη αντίληψη ότι η Κίνα είναι το κλειδί για την επίλυση του προβλήματος της Βόρειας Κορέας.

06092017-3.jpg

Εκτόξευση πυραύλων κατά την διάρκεια βορειοκορεατικής στρατιωτικής άσκησης σε αχρονολόγητη φωτογραφία που κυκλοφόρησε από την Κορεατική Κεντρική Υπηρεσία Τύπου της Βόρειας Κορέας. KCNA / VIA REUTERS
-----------------------------------------------------------------

Ωστόσο, παρά την υποκείμενη συνέχιση της [ίδιας] πολιτικής, σημειώθηκε σημαντική μεταστροφή στον τρόπο με τον οποίο η διοίκηση [Τραμπ] μιλά για την Βόρεια Κορέα. Ο πρόεδρος αναφέρεται συγκαλυμμένα σε προληπτικά χτυπήματα και οι ανώτεροι σύμβουλοί του προωθούν ρητά τον «προληπτικό πόλεμο». Αυτές οι ιδέες εμφανίζονται συχνά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και έχουν ενταχθεί κανονικά στην δημόσια συζήτηση. Η λεγόμενη στρατιωτική επιλογή, μια ακραία θέση πριν από ένα χρόνο, αποτελεί πλέον μέρος της κύριας συζήτησης.

Αυτό είναι κάτι καινούργιο και αξίζει μια γρήγορη ανασκόπηση του γρίφου της Βόρειας Κορέας από την εποχή του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, για να δούμε το γιατί. Η μόνη φορά που υπήρξε μια τέτοια πολεμική ρητορική ήταν την άνοιξη του 1994. Την εποχή εκείνη, με την Πιονγκγιάνγκ στα πρόθυρα του να ξεπεράσει το πυρηνικό κατώφλι, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας William Perry [4] ήταν έτοιμος να παρουσιάσει στον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον ένα σχέδιο επίθεσης για την καταστροφή του πυρηνικού σταθμού Yongbyon [5]. Η κρίση, η οποία έβραζε για ένα χρόνο, ξεφούσκωσε λόγω μιας διπλωματίας που οδήγησε στο Συμφωνημένο Πλαίσιο ΗΠΑ-ΛΔΚ, το οποίο πάγωσε το πρόγραμμα πλουτωνίου της Βόρειας Κορέας και αργότερα επέτρεψε ένα μορατόριουμ για τις πυραυλικές δοκιμές. Η συζήτηση περί χτυπημάτων εξαφανίστηκε.

Όμως, το Συμφωνημένο Πλαίσιο ξηλώθηκε κατά την διάρκεια της διοίκησης του Μπους και όταν η Πιονγιάνγκ προετοιμαζόταν να δοκιμάσει έναν βαλλιστικό πύραυλο μεγάλης εμβέλειας τον Ιούνιο του 2006, ο Perry και ο Ashton Carter, ο μελλοντικός υπουργός Άμυνας, έγραψαν ένα άρθρο γνώμης υπέρ ενός χτυπήματος στον πύραυλο [6] που βρισκόταν στην βάση εκτόξευσης. Αλλά η πρόταση Perry-Carter ήταν μια απόκλιση, ήταν η εξαίρεση που απέδειξε τον κανόνα του μηδενικού ενδιαφέροντος για στρατιωτικές επιλογές στην κορεατική χερσόνησο. Το Ιράκ ήταν αρκετά κακό. Ο Μπους άφησε την εκτόξευση να συμβεί και αργότερα μέσα σε εκείνο το έτος διπλασίασε τις προσπάθειες για πολυμερή διπλωματία μέσω των Εξαμερών Συνομιλιών.

Αυτές οι συνομιλίες διαλύονταν κατά την εποχή που ο Ομπάμα αναλάμβανε καθήκοντα και η κυβέρνησή του επικεντρώθηκε σε κυρώσεις και πιέσεις (μέσω της Κίνας) και όχι σε επιστροφή στον διάλογο και την διαπραγμάτευση. Όπως ο Μπους και ο Κλίντον πριν από αυτόν, ο Ομπάμα απέρριψε τον πόλεμο ως βιώσιμη λύση. Παρ' όλο που «θα μπορούσαμε να καταστρέψουμε την Βόρεια Κορέα, προφανώς, με το οπλοστάσιό μας» [7], δήλωσε ο Ομπάμα στον Charlie Rose το 2016, ο πόλεμος θα είχε απαράδεκτο «ανθρωπιστικό κόστος» και θα έθετε σε κίνδυνο τον «ζωτικό μας σύμμαχο», τους Νοτιοκορεάτες που «ζουν ακριβώς δίπλα».

Γιατί λοιπόν η προοπτική ενός Δεύτερου Κορεατικού Πολέμου έχει γίνει κάτι κανονικό στο αμερικανικό κοινό; Είναι αυτό λάθος του Trump; Η γλώσσα της «φωτιάς και οργής» του Trump [8], μαζί με λιγότερο γραφικές αλλά εξίσου δυσοίωνες δηλώσεις αξιωματούχων της διοίκησης, τροφοδοτούν την μετατόπιση των αντιλήψεων για την απειλή που θέτει η Βόρεια Κορέα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο όσον αφορά τις ικανότητες όσο και τις προθέσεις. Οι συχνές αναφορές της διοίκησης στις στρατιωτικές επιλογές, μεγεθυνόμενες από την αδιάκοπη κάλυψη των μέσων ενημέρωσης [9], προκαλούν το δημόσιο άγχος και την ανοικτή στάση απέναντι στον πόλεμο ως λύση. Ο Trump δε θα αλλάξει ποτέ το ρητορικό του παιχνίδι. Αλλά το ευρύ κοινό μπορεί και πρέπει να αναλογιστεί την αληθινή φύση της απειλής, εάν παρουσιάζει έναν σαφή και παρόντα κίνδυνο για τους Αμερικανούς, και το πιο σημαντικό, εάν αξίζει όλη η συζήτηση για τον πόλεμο ως βιώσιμη λύση.

Η βελτίωση των δυνατοτήτων των όπλων της Βόρειας Κορέας είναι αναμφισβήτητη. Η χώρα έχει σημειώσει ξεκάθαρη πρόοδο στην οικοδόμηση ενός ICBM με πυρηνική κεφαλή που θα μπορούσε να χτυπήσει μια αμερικανική πόλη. Ο Jeffrey Lewis [10] στο Κέντρο James Martin για Μελέτες Μη Διάδοσης [των πυρηνικών] δηλώνει ότι η Βόρεια Κορέα έχει ήδη περάσει την «γραμμή τερματισμού» [11]. Παρ' όλο που η χώρα μπορεί πάντα να συνεχίζει να τελειοποιεί και να ενισχύει την ικανότητά της να αποτρέπει το δεύτερο κύμα των πυρηνικών χτυπημάτων, αποτελεί ουσιαστικά ήδη άμεση απειλή για το έδαφος των ΗΠΑ. Οι ειδικοί παρακολουθούν αυτή την διαδικασία να ξεδιπλώνεται εδώ και χρόνια και δεν εκπλήσσονται τρομερά από το γεγονός ότι καταλήξαμε εδώ. Αλλά οι άνθρωποι που ζουν στο Ντένβερ θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν επειδή αισθάνονται σαν να ζουν ξαφνικά κάτω από την σκιά ενός σύννεφου [πυρηνικών] μανιταριών βορειοκορεατικής προέλευσης.