Οι γερμανικές εκλογές και ο Donald Trump | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι γερμανικές εκλογές και ο Donald Trump

Πώς διαμορφώνουν τον πολιτικό αγώνα οι γερμανο-αμερικανικές σχέσεις
Περίληψη: 

Η Μέρκελ εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία των παραδοσιακών συμμαχιών, υπαινισσόμενη τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Trump. Έχει επίσης υποστηρίξει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να πάρει την μοίρα της στα χέρια της.

O DOMINIK TOLKSDORF είναι διευθυντής προγράμματος για τις Διεθνείς Πολιτικές και τις Πολιτικές Ασφαλείας στο Heinrich Böll Foundation North America.

Από τότε που εξελέγη ο Donald Trump [1] ως πρόεδρος των ΗΠΑ, οι Γερμανοί έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποίησε η Infratest dimap τον Φεβρουάριο του 2017 [2], μόνο το 22% των Γερμανών ερωτηθέντων θεωρούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες [3] έναν αξιόπιστο εταίρο από 59% τον Νοέμβριο του 2016. Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνα της Pew Research τον Ιούνιο του 2017 [4], το 87% των Γερμανών ερωτηθέντων δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη ότι ο Trump θα κάνει το σωστό στις παγκόσμιες υποθέσεις. Αυτό βλάπτει την γενική εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα στοιχεία της Pew Research δείχνουν ότι το 62% των Γερμανών ερωτηθέντων έχουν δυσμενείς απόψεις για την χώρα. Το 2015, ο αριθμός αυτός ήταν 45% [5].

18092017-1.jpg

Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στην Ουάσιγκτον, τον Μάρτιο του 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
-----------------------------------------------------------------

Δεδομένων των τόσο έντονων συναισθημάτων, είναι λογικό το γεγονός ότι ο Trump υπήρξε συχνό θέμα στην εξελισσόμενη προεκλογική εκστρατεία της Γερμανίας. Είτε είναι η απάντησή του στην βία στην Charlottesville, την ανακοίνωσή του για νέες κυρώσεις στην Ρωσία, την πίεσή του στην γερμανική κυβέρνηση για αύξηση του αμυντικού της προϋπολογισμού είτε την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ στην Γερμανία [6], δεν υπάρχει έλλειψη σανού για τους Γερμανούς πολιτικούς που θέλουν να διεκδικήσουν μια ψήφο.

Οι περισσότεροι κορυφαίοι υποψήφιοι, για παράδειγμα, εξέφρασαν την ανησυχία τους για την δεξιόστροφη βία στην Charlottesville. Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ (από την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση ή CDU) υποστήριξε ότι πρέπει να ληφθούν σαφή και σθεναρά μέτρα εναντίον αυτής της ρατσιστικής, ακροδεξιάς βίας. Ο κύριος αντίπαλός της, ο Martin Schulz (από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ή SPD), υιοθέτησε μια ακόμη πιο σκληρή γραμμή, καλώντας το περιστατικό «ναζιστικό τρόμο» και βρίσκοντας συγκλονιστικό το γεγονός ότι ο Trump «παρέμεινε σιωπηλός για αυτό το είδος τρομοκρατίας ή έκανε σχόλια που επιτρέπουν σε όσους διαπράττουν αυτές τις πράξεις βίας να αισθάνονται ενθαρρυμένοι».

Ο νέος νόμος περί κυρώσεων που συντάχθηκε από το Κογκρέσο και υπογράφηκε από τον Trump στις 2 Αυγούστου είναι ένα άλλο θέμα που κατανάλωσε αρκετό χρόνο συζητήσεων. Παρ’όλον ότι στοχεύει πρωτίστως τις ρωσικές εταιρείες, ο νόμος θα μπορούσε να οδηγήσει σε κυρώσεις σε γερμανικές εταιρείες που συνεργάζονται με ρωσικές ομολόγους τους, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα. Αντιδρώντας στο αρχικό νομοσχέδιο, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Sigmar Gabriel (SPD) κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι απειλούν την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης για να προωθήσουν τις εξαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Ο Schulz συμφωνεί με την άποψη του Gabriel. Και η Brigitte Zypries, μια άλλη πολιτικός του SPD και υπουργός Οικονομικών Υποθέσεων και Ενέργειας της Γερμανίας, υποστήριξε ότι οι κυρώσεις παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και σκοπεύουν να βλάψουν τα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά συμφέροντα στην Ρωσία.

Ένας εκπρόσωπος της Μέρκελ επιβεβαίωσε ότι [κι εκείνη] συμμερίζεται αυτές τις ανησυχίες. Εν τω μεταξύ, η Sahra Wagenknecht του αντιπολιτευτικού «Αριστερού Κόμματος» επέκρινε τον νέο αμερικανικό νόμο ως ότι προωθεί κατάφωρα τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα στην Ευρώπη. Έκανε έκκληση στην ΕΕ να άρει τις κυρώσεις της στην Ρωσία. Ο Christian Lindner του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (FDP) ισχυρίστηκε επίσης ότι οι κυρώσεις της ΕΕ έναντι της Ρωσίας θα μπορούσαν να αρθούν σταδιακά ακόμη και χωρίς την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας του Μινσκ από την Ρωσία, μια θέση που απορρίφθηκε από την γερμανική κυβέρνηση [7].

18092017-2.jpg

Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, και ο Μάρτιν Σουλτς, ο ανταγωνιστής της από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, κατά την διάρκεια τηλεοπτικής συζήτησης στο Βερολίνο, τον Σεπτέμβριο του 2017. REUTERS TV
---------------------------------------------------

Η πίεση του Trump στη Γερμανία και σε άλλα μέλη του ΝΑΤΟ για την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών τους είναι ένα άλλο θέμα που καλύφθηκε ευρέως από τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης τους τελευταίους μήνες και έχει καταλήξει στην προεκλογική εκστρατεία. Αν και η διοίκηση του Ομπάμα [8] καλούσε τακτικά τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να τηρήσουν την υπόσχεσή τους να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους στο 2% του ΑΕΠ τους μέσα σε μια δεκαετία, ο Trump αύξησε την πίεση για να το πράξουν.

Η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας Ursula von Leyen του CDU υποστήριξε ότι η Γερμανία πρέπει να συμμορφωθεί με τις πολυμερείς της δεσμεύσεις και θεωρεί τον στόχο ως κίνητρο για τον εκσυγχρονισμό του γερμανικού στρατού. Η Μέρκελ υποστηρίζει επίσης τον στόχο του 2%. Αντίθετα, οι πολιτικοί του SPD, μεταξύ των οποίων και ο Schulz, αντιτίθενται στην αύξηση των αμυντικών δαπανών για ιστορικούς λόγους. Προειδοποιούν ότι οι περισσότερες δαπάνες θα κάνουν την Γερμανία την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη, ένα σενάριο που δεν τους ενδιαφέρει. Ο Gabriel παρότρυνε την Μέρκελ να προωθήσει τον αφοπλισμό και τους καλύτερους ελέγχους των εξοπλισμών, αντί να ενδώσει στην πίεση του Trump και να διακινδυνεύσει μια νέα κούρσα εξοπλισμών Ευρώπη.