Πώς να αμβλυνθούν οι αυταρχικές τάσεις της Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να αμβλυνθούν οι αυταρχικές τάσεις της Τουρκίας

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να πιέσουν τον Ερντογάν -προσεκτικά

Ωστόσο, κατά το παρελθόν έτος, πολλοί στην Ουάσινγκτον άρχισαν να φοβούνται ότι αυτή η πολιτική κατευνασμού του Ερντογάν είναι στην πραγματικότητα μια μορφή ικανοποίησής του. Οι προκλήσεις του Ερντογάν έχουν εντείνει τις εκκλήσεις για μια πιο δυναμική αντίδραση και οι υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής αναρωτιούνται όλο και περισσότερο εάν η αντιμετώπισή τους ως προς την Τουρκία θα τους επέτρεπε να ξανακερδίσουν το πάνω χέρι στην διμερή σχέση. Εάν ο Ερντογάν γνωρίζει ότι χρειάζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες, λέει το σκεπτικό, η Ουάσιγκτον μπορεί να υιοθετήσει μια πιο σκληρή γραμμή έναντί του και να εξασφαλίσει πιο συνεργατική συμπεριφορά. Ο συνεργάτης του Council on Foreign Relations, Steven Cook, εξέφρασε αυτό το αίσθημα στην δημόσια κατάθεσή του [4] στην Επιτροπή για τις Εξωτερικές Σχέσεις της Γερουσίας. «Η πολιτική, οικονομική και διπλωματική πίεση που άσκησε η Ρωσία στην Τουρκία αφότου τα τουρκικά πολεμικά αεροπλάνα κατέρριψαν ένα ρωσικό βομβαρδιστικό τον Νοέμβριο του 2015 είναι διδακτική», δήλωσε ο Κουκ στις 6 Σεπτεμβρίου. «Με τον καιρό ο Ερντογάν αναγκάστηκε να απολογηθεί και να συνεχίσει μια συμβιβαστική προσέγγιση ως προς την Μόσχα».

Πράγματι, τον τελευταίο μήνα, το Κογκρέσο φαινόταν πρόθυμο να πιέσει την διοίκηση προς μια πιο σκληρή γραμμή για την Τουρκία. Ένα νομοσχέδιο [5] που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Πιστώσεων της Γερουσίας θα περιόριζε τις πωλήσεις όπλων στους σωματοφύλακες του Ερντογάν και θα απαγόρευε στους Τούρκους αξιωματούχους που είναι υπεύθυνοι για την παράνομη κράτηση Αμερικανών πολιτών από το να εισέλθουν στην χώρα [στις ΗΠΑ]. Πιο πρόσφατα, ο Ben Cardin, Δημοκρατικός γερουσιαστής του Maryland, έγραψε μια επιστολή [6] προς την διοίκηση υποστηρίζοντας ότι η αγορά ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία θα προκαλούσε περαιτέρω κυρώσεις κατά της Τουρκίας.

Το αμερικανικό νομικό σύστημα αντέδρασε επίσης στην συμπεριφορά της Τουρκίας. Τον Αύγουστο, ένα ομοσπονδιακό ανώτατο δικαστήριο κατηγόρησε [7] 15 από τους σωματοφύλακες του Ερντογάν σε σχέση με την βία έξω από την κατοικία του [Τούρκου] πρεσβευτή [στην Ουάσινγκτον]. Τον επόμενο μήνα, εισαγγελείς από τη Νότια Περιφέρεια της Νέας Υόρκης κατηγόρησαν [8] έναν από τους πρώην υπουργούς του Ερντογάν ότι συνωμότησε για να υπονομεύσει τις κυρώσεις των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν. Παρ’ όλο που τα μέτρα αυτά δεν είχαν σκοπό να στείλουν ένα μήνυμα στον Ερντογάν, τα εξέλαβε σίγουρα με αυτόν τον τρόπο και είπε [9] ότι θέλει να αντιμετωπίσει το θέμα στην επερχόμενη συνάντησή του με τον Trump.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Εν τω μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να έχει τα δικά της προβλήματα με την Τουρκία. Η χώρα έγινε υποψήφια για προσχώρηση στην ΕΕ το 1999 και άρχισε διαπραγματεύσεις για ένταξη το 2005. Έκτοτε η πρόοδός της προς την ένταξη έχει σταματήσει, χάρη κυρίως στην κατάρρευση της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας στην Τουρκία και στο γεγονός ότι πολλοί στην Ευρώπη ποτέ δεν ήθελαν να δουν την Τουρκία ως μέλος εξ αρχής. Και οι δύο πλευρές φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει επιτυχία στον ορίζοντα. Τον περασμένο Δεκέμβριο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε μια μη δεσμευτική πρόταση που ζητά προσωρινό πάγωμα των ενταξιακών συνομιλιών. Και νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, δήλωσε: «Οι υποψήφιοι για ένταξη πρέπει να δίνουν ύψιστη προτεραιότητα στο κράτος δικαίου, την δικαιοσύνη και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτό αποκλείει την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ στο προσεχές μέλλον».

Όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ΕΕ ανησυχεί για την πορεία που έχει πάρει η κυβέρνηση της Τουρκίας. Ωστόσο, η ανάγκη για την συνεργασία της Τουρκίας σε θέματα όπως η μετανάστευση, η τρομοκρατία και η ενέργεια, μεταξύ άλλων, καθιστά το κόστος του «διαζυγίου» με την Τουρκία υψηλότερο από εκείνο της διατήρησης του status quo. Σύμφωνα με αυτή την λογική, ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες -συμπεριλαμβανομένων του Γάλλου προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν [10], και της επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι- ζήτησαν να συνεχιστούν οι ενταξιακές συνομιλίες με την Τουρκία. Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για αυτήν την σκέψη. Πρώτον, ο τερματισμός των διαπραγματεύσεων θα απαιτούσε ομόφωνη ψηφοφορία από τα κράτη-μέλη της ΕΕ και θα ήταν ενοχλητικό εάν μια τέτοια ψηφοφορία αποτύγχανε. Πιο σημαντικό, ορισμένοι αξιωματούχοι ανησυχούν ότι εάν καταργηθεί το υφιστάμενο πλαίσιο χωρίς να αντικατασταθεί [από κάτι άλλο], αυτό θα απογυμνώσει την ΕΕ από την μικρή μόχλευση που εξακολουθεί να έχει στην Τουρκία και θα διαρρήξει τις σχέσεις της Ευρώπης με τους Τούρκους δημοκράτες που αναζητούν στενότερους δεσμούς με την ΕΕ.

19092017-3.jpg

Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, και ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Αμβούργο, στην Γερμανία, τον Ιούλιο του 2017. JOHN MACDOUGALL / REUTERS
--------------------------------------------------------