Η κρίση του Λιβάνου και η κυπριακή διπλωματία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κρίση του Λιβάνου και η κυπριακή διπλωματία

Τα πλεονεκτήματα της Κύπρου στις διμερείς σχέσεις της με τα κράτη της περιοχής
Περίληψη: 

Η Κύπρος οφείλει να ταχθεί υπέρ της ασφάλειας και της σταθερότητας του Λιβάνου λόγω των πολιτικών, θρησκευτικών και ιστορικών σχέσεων που διατηρεί με την εν λόγω χώρα, λόγω εγγύτητας αλλά και για λόγους που συνδέονται με την ευρύτερη ασφάλειά της αλλά και την ασφάλεια στην περιοχή.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ είναι δημοσιογράφος στην κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης» και αναλυτής στη Διπλωματική Ακαδημία του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Ο ΖΗΝΩΝΑΣ ΤΖΙΑΡΡΑΣ είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Η αιφνίδια παραίτηση του Λιβανέζου πρωθυπουργού Σαάντ Χαρίρι στις 4 Νοεμβρίου και η πορεία του από τον Λίβανο στην Σαουδική Αραβία και πίσω, με ενδιάμεσες στάσεις το Παρίσι, το Κάιρο και την Λευκωσία, ήρθε να μας υπενθυμίσει το ιδιαίτερα ρευστό σκηνικό που επικρατεί στο ευρύτερο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής και Νοτιοανατολικής Μεσογείου –μέρος του οποίου αποτελεί και η Κύπρος. Σε μια εποχή που η απειλή του Ισλαμικού Κράτους (ή ISIS) δεν έχει εξαλειφθεί ακόμη, που το συριακό μέτωπο παραμένει ανοικτό και που το Κουρδικό –σε Συρία και Ιράκ- επανέρχεται δυναμικά, μια ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση του Λιβάνου δεν φέρνει μόνο την ανάμνηση της σύγχρονης ταραγμένης ιστορίας της χώρας (εμφύλιος 1975-1990, εισβολή Ισραήλ 1982, πόλεμος Ισραήλ-Χεζμπολάχ 2006) αλλά υπενθυμίζει και την διαρκή αντιπαράθεση –με όρους ισχύος– μεταξύ του σουνιτικού και σιιτικού τόξου στην Μέση Ανατολή, με τις περιφερειακές υπερδυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν να ανταγωνίζονται διαρκώς σε μια σκακιέρα που ξεκινά από το εμφύλιο χάος της Συρίας και τις χώρες του Κόλπου και επεκτείνεται μέχρι τον κόλπο του Άντεν και την Υεμένη.

04122017-1.jpg

Ο Σαάντ αλ-Χαρίρι μιλά με τον πρόεδρο του Λιβάνου Μισέλ Αούν (αριστερά), στην στρατιωτική παρέλαση για την 74η επέτειο της Ανεξαρτησίας του Λιβάνου, στην Βηρυτό, στις 22 Νοεμβρίου 2017. REUTERS/Mohamed Azakir
--------------------------------------------------------------------------

Ο ΧΑΡΙΡΙ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΛΙΒΑΝΟΥ

Ο Λίβανος είναι μια χώρα διχασμένη, με κοινότητες Σιιτών, Σουνιτών, Χριστιανών και Δρούζων. Ο 15ετής εμφύλιος πόλεμος σταμάτησε το 1989 με μια συμφωνία για τον διαμοιρασμό της εξουσίας. Υπό μια έννοια, η συμφωνία ήταν απότοκο συνεννόησης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν και της πίεσης που άσκησαν στους αντιπροσώπους που είχαν στον λιβανικό πόλεμο για να επιλύσουν τις διαφορές τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η σιιτική Χεζμπολάχ κατέστη η πιο ισχυρή δύναμη στον Λίβανο, κάτι που κατ’ επέκταση ενίσχυσε τον ρόλο τόσο του Ιράν όσο και της Συρίας και έβαλε την σαουδική επιρροή σε δεύτερη θέση.

Η αιφνίδια παραίτηση του Χαρίρι –γιου του δολοφονηθέντος το 2005 ιστορικού πρωθυπουργού του Λιβάνου, Ραφίκ Χαρίρι– έδειξε εξαρχής να αποτελεί μια κίνηση που ενορχηστρώθηκε από το Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. Για να κατανοήσει κανείς το πολύπλοκο και δαιδαλώδες –διαχρονικά εύθραυστο– πολιτικό σκηνικό του Λιβάνου οφείλει να αντιληφθεί ότι οι Σουνίτες Μουσουλμάνοι βρίσκονται παραδοσιακά υπό την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας. Μεταξύ χριστιανικών, σουνιτικών και σιιτικών δυναμικών στον Λίβανο, οι ανταγωνισμοί παραμένουν πάντα στην κυρίαρχη τάση της σεκταριστικής σύγκρουσης με την Χεζμπολάχ του Λιβάνου να ελέγχει μεγάλο μέρος του πληθυσμού –ιδίως στο νότιο Λίβανο. Ταυτόχρονα [η Χεζμπολάχ] διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην άρση του κυβερνητικού αδιεξόδου των δύο τελευταίων ετών μέχρι την εκλογή, στην εξουσία, του προέδρου Μισέλ Αούν πέρυσι αλλά και στην διασφάλιση της ασφάλειας στα σύνορα Συρίας-Λιβάνου, με τον πόλεμο και την ισλαμιστική τρομοκρατία να μην υπεισέρχονται στο ευαίσθητο κατακερματισμένο πολιτικά και εθνοθρησκευτικά, μωσαϊκό του Λιβάνου.

Στον αντίποδα της σιδηράς πυγμής που επιδεικνύει πολιτικά και στρατιωτικά η Χεζμπολάχ, οι περιοχές που το σουνιτικό στοιχείο παραμένει κυρίαρχο, όπως η Τρίπολη, παραμένουν, σε σχέση με την Βηρυτό, υποβαθμισμένες οικονομικά και κοινωνικά, με τους ντόπιους πληθυσμούς ή τους πρόσφυγες από το συριακό δράμα, να αντιμετωπίζονται υποτιμητικά από τους Σιίτες, συντηρώντας την διαχρονικά υφέρπουσα σεκταριστική σύγκρουση. Εντούτοις, τόσο η ανάδειξη του Μισέλ Αούν στην προεδρία όσο και η μη άμεση εμπλοκή της Συρίας στις υποθέσεις του Λιβάνου λειτούργησαν τα τελευταία χρόνια εκτονωτικά, με μια γενική ομοψυχία να επιστρέφει στις τάξεις του Λιβάνου, με την βία του συριακού εμφυλίου (πέραν του 1,5 εκατ. προσφύγων) να μην αγγίζει ουσιαστικά την χώρα, και φυσικά την Χεζμπολάχ να κυριαρχεί και πολιτικά εξαιτίας και της νικηφόρας της εκστρατείας υπέρ του καθεστώτος Μπασάρ αλ Άσαντ στα μέτωπα του συριακού πολέμου.

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΙΡΑΝ - Σ.ΑΡΑΒΙΑΣ ΚΑΙ Η ΧΡΟΝΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

Η Σαουδική Αραβία είναι αυτή την στιγμή η μεγαλύτερη απειλή στις επιδιώξεις του Ιράν. Όταν ακόμα ο σάχης του Ιράν ήταν στην εξουσία κατά την δεκαετία του 1960, η Τεχεράνη πολέμησε εναντίον των Σαουδαράβων στο Ομάν. Η σχέση τους παρέμεινε εχθρική μετά την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν το 1979. Η σύγκρουση των δύο είναι εν μέρει θρησκευτική, με την Σαουδική Αραβία να είναι το κέντρο του σουνιτικού Ισλάμ και το Ιράν του σιιτικού Ισλάμ. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα προβλήματα, μεταξύ των οποίων η κεντρικότητα της Σαουδικής Αραβίας στις εξαγωγές πετρελαίου (και η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύς που αυτές συνεπάγονται) αλλά και η ειδική σχέση του Ριάντ με τις Ηνωμένες Πολιτείες.