Πώς η ανακοίνωση Τραμπ για την Ιερουσαλήμ επηρεάζει την παλαιστινιακή πολιτική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η ανακοίνωση Τραμπ για την Ιερουσαλήμ επηρεάζει την παλαιστινιακή πολιτική

Χλωμές οι προοπτικές για τον Αμπάς και για την ειρήνη
Περίληψη: 

Σε γενικές γραμμές, οι επιδράσεις της ανακοίνωσης για τον Mahmoud Abbas θα είναι πολύ αρνητικές. Η κυβέρνησή του είναι ήδη αδύναμη. Η απόφαση του Trump θα βλάψει περαιτέρω τη νομιμοποίηση του Αμπάς, πιέζοντάς τον να υιοθετήσει σκληρές θέσεις για να αποφύγει να ξεπεραστεί από την Χαμάς και άλλους.

Ο GHAITH AL-OMARI είναι ανώτερος συνεργάτης στο Washington Institute for Near East Policy και πρώην σύμβουλος της παλαιστινιακής ομάδας διαπραγμάτευσης για την ειρήνη.

Στις 6 Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναγνωρίσουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ [1] και τελικά θα μεταφέρουν την αμερικανική πρεσβεία εκεί, δημιουργώντας μια ρήξη με σχεδόν 70 χρόνια αμερικανικής πολιτικής. Η ανακοίνωση έβαλε σε δύσκολη θέση τον Παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς. Ο Αμπάς βρισκόταν ήδη σε ένα τεντωμένο πολιτικό σκοινί: Βρίσκεται στη μέση μιας ευαίσθητης διαδικασίας συμφιλίωσης [2] με τους αντιπάλους του στην Χαμάς και αντιμετωπίζει ένα κοινό που είναι βαθύτατα σκεπτικό σχετικά με την ηγεσία του και τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ειρηνευτική διαδικασία.

Για να κατευνάσει τους απλούς Παλαιστινίους και να αποτρέψει επιθέσεις από τους ανταγωνιστές του, απάντησε σκληρά στην ανακοίνωση του Τραμπ και σύντομα θα λάβει μια πιο σκληρή στάση προς την ειρηνευτική διαδικασία και μια ηπιότερη στάση προς την Χαμάς απ’ ό, τι θα έκανε σε άλλη περίπτωση. Για τον Αμπάς και την Παλαιστινιακή Αρχή [3] (ΠΑ), αυτά είναι άσχημα νέα.

07122017-3.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, και ο Παλαιστίνιος πρόεδρος, Mahmoud Abbas, στην Δυτική Όχθη, τον Μάιο του 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
---------------------------------------------------------------

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ;

Οι διπλωμάτες και οι νομικοί θα επιχειρηματολογήσουν κατά πόσο η ανακοίνωση του Τραμπ προδικάζει το καθεστώς της Ιεράς Πόλης σε μια τελική ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων. (Η ομιλία του Trump άφησε ανοιχτή την θέση των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με αυτό που κατονόμασε ως «συγκεκριμένα όρια της ισραηλινής κυριαρχίας στην Ιερουσαλήμ»). Αλλά, ανεξάρτητα από την απάντηση, η δουλειά του Abbas πρόκειται να γίνει πολύ δυσκολότερη.

Για δύο λόγους, ο Παλαιστίνιος πρόεδρος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καταδικάσει έντονα την αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ. Ο πρώτος αφορά την εγχώρια θέση του. Κανένας Παλαιστίνιος ηγέτης -ιδιαίτερα ένας αδύναμος όπως είναι σήμερα ο Αμπάς- δεν θα μπορούσε να πάει ενάντια στις έντονες διαμαρτυρίες που σύντομα θα αναδυθούν ως απάντηση της ανακοίνωσης του Trump [4]. Ούτε μπορεί να αντέξει ο Αμπάς να θεωρηθεί ότι ακολουθεί μια πιο ήπια γραμμή έναντι της ανακοίνωσης από όσο η Χαμάς και οι άλλοι παίκτες της περιοχής –η Αίγυπτος, η Ιορδανία, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία, για να αναφέρουμε μερικούς- που έχουν ήδη καταδικάσει την αλλαγή.

Ο δεύτερος περιορισμός για τον Abbas περιστρέφεται γύρω από την ειρηνευτική διαδικασία. Ο Αμπάς θα ανησυχεί για το γεγονός ότι η ανακοίνωση του Τραμπ προοιωνίζεται την πλήρη υιοθέτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες της ισραηλινής θέσης σχετικά με την Ιερουσαλήμ -δηλαδή ότι η Ιερουσαλήμ είναι η αδιαίρετη πρωτεύουσα του Ισραήλ και δεν θα πρέπει να φιλοξενεί παλαιστινιακή πρωτεύουσα- κάτι που οι Παλαιστίνιοι απορρίπτουν [5]. «Αυτά τα καταδικασμένα και απαράδεκτα μέτρα», είπε [6] λίγες ώρες μετά την ομιλία του Τραμπ, «είναι μια εσκεμμένη υπονόμευση όλων των προσπαθειών προς την επίτευξη ειρήνης, και αντιπροσωπεύουν μια δήλωση αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από την ανάληψη του ρόλου που έπαιξαν τις τελευταίες δεκαετίες στην στήριξη της ειρηνευτικής διαδικασίας».

07122017-4.jpg

Παλαιστίνιοι παρακολουθούν την ανακοίνωση του Τραμπ στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, τον Δεκέμβριο του 2017. AMMAR AWAD / REUTERS
----------------------------------------------------------------

Βραχυπρόθεσμα, η αλλαγή στην πολιτική των ΗΠΑ θα μετατοπίσει την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων Παλαιστινιακών συνασπισμών. Από τον Οκτώβριο, το κόμμα του Αμπάς, η Φατάχ, έχει κλειστεί σε συνομιλίες συμφιλίωσης με την Χαμάς, η οποία ελέγχει την Λωρίδα της Γάζας. Ο Αμπάς έχει κρατήσει μια ασυμβίβαστη γραμμή μέχρι στιγμής στις διαπραγματεύσεις επιμένοντας ότι η Χαμάς πρέπει να αφοπλίσει την στρατιωτική της πτέρυγα και αρνούμενος να την εντάξει στην Παλαιστινιακή Αρχή ή να πληρώσει τους μισθούς των γραφειοκρατών που εγκατέστησε η Χαμάς στην Γάζα μετά την κατάληψη του εδάφους το 2007. Τώρα θα είναι δύσκολο για τον Abbas να κρατήσει αυτές τις θέσεις. Η Χαμάς θα υποστηρίξει ότι η απειλή που θέτει η ανακοίνωση για την Ιερουσαλήμ απαιτεί ενότητα και θα πιέσει για την χαλάρωση των όρων συμφιλίωσης μεταξύ της ίδιας και της Fatah. Αν ο Αμπάς επιμείνει στις προηγούμενες θέσεις του, η Χαμάς θα τον κατηγορήσει ότι έβαλε το κόμμα πάνω από το έθνος -μια κατηγορία που πιθανόν να είναι ελκυστική για πολλούς Παλαιστίνιους.

Οι επιπτώσεις της ανακοίνωσης θα φτάσουν πέρα από την εγχώρια πολιτική. Το παλαιστινιακό κοινό είναι από καιρό σκεπτικό σχετικά με την προθυμία του Αμπάς να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την επανέναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας. Η κυβέρνηση Trump δεν έχει αποκαλύψει ακόμη το ειρηνευτικό σχέδιό της και δεν είναι σαφές εάν θα απαιτήσει εκτεταμένους, μη βιώσιμους πολιτικά συμβιβασμούς από τους Παλαιστινίους ή εάν οι Άραβες σύμμαχοι της Ουάσινγκτον θα ωθήσουν τους Παλαιστινίους να αποδεχθούν τέτοιους συμβιβασμούς, όπως έχουν υπονοήσει μερικές πρόσφατες εκθέσεις [7]. Ωστόσο, οι φήμες για την ειρηνευτική διαδικασία έχουν σκιάσει την προοπτική των Παλαιστινίων. Η ανακοίνωση σχετικά με την Ιερουσαλήμ μόνο θα εμβαθύνει τον σκεπτικισμό περί των μελλοντικών ειρηνευτικών συνομιλιών και του ενδιαφέροντος του Αμπάς γι’ αυτές.