Μια ιστορική εξέλιξη ή μια ιστορική γκάφα στην Σιγκαπούρη; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια ιστορική εξέλιξη ή μια ιστορική γκάφα στην Σιγκαπούρη;

Ο Kim Jong Un ίσως να νίκησε τον Τραμπ κατά την σύνοδο κορυφής
Περίληψη: 

Παρά τον καθησυχασμό για την αποπυρηνικοποίηση και την θεαματική διάλυση μιας μονάδας πυρηνικών δοκιμών που οι ίδιοι οι Βορειοκορεάτες είχαν κηρύξει ως απαρχαιωμένη, το οπλοστάσιο του Κιμ δεν είναι μικρότερο από όσο ήταν τον περασμένο Νοέμβριο, όταν η Βόρειος Κορέα δοκίμασε με επιτυχία έναν νέο διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο που ήταν ικανός να χτυπήσει την αμερικανική ηπειρωτική χώρα.

Ο DANIEL R. RUSSEL είναι αντιπρόεδρος για την Διεθνή Ασφάλεια και Διπλωματία στο Asia Society Policy Institute στη Νέα Υόρκη. Διετέλεσε βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για υποθέσεις Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού την περίοδο 2013-2017 και ήταν Ειδικός Βοηθός του Προέδρου για τις Υποθέσεις Ανατολικής Ασίας στην πρώτη θητεία του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.

Η σύνοδος κορυφής της Σιγκαπούρης ήταν γοητευτικό πολιτικό θέατρο. Σε αυτή την τελευταία δόση «ψυχαγω-διπλωματίας» (“diplotainment”), ζωντανά από το Οβάλ Γραφείο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, διαβεβαίωσε τον αμερικανικό λαό ότι θα μπορούσαν να εμπιστευτούν τον Kim Jong Un και ότι ο ανώτατος ηγέτης της Βόρειας Κορέας ήταν ειλικρινής για την αποπυρηνικοποίηση. Περαιτέρω προσθήκη στο θέαμα ήταν μια μικρή ταινία που είχε ετοιμάσει ο Trump για τον Kim. Υποστηρίζοντας ότι έχει παραχθεί από την «Destiny Pictures», το video περιείχε πλάνα του Trump και του Kim καθώς έπαιζε έντονη μουσική στο βάθος˙ ένας άνδρας αφηγητής μίλησε με υπερβολικά δραματικό τόνο: «Μια νέα ιστορία, μια νέα αρχή, εκείνη της ειρήνης. Δύο άνδρες, δύο ηγέτες, ένα πεπρωμένο. Μια ιστορία σε μια ξεχωριστή στιγμή. Όταν σε έναν άνθρωπο παρουσιάζεται μια ευκαιρία που μπορεί ποτέ να μην επαναληφθεί, τι θα επιλέξει;».

Ο Trump έχει σίγουρα δίκιο όταν επισημαίνει ότι έγραψε ιστορία συναντώντας φιλικά τον αντίπαλό του στην Βόρεια Κορέα. Αλλά μένει ακόμα να καθοριστεί αν έχει κάνει ένα ιστορικό βήμα ή ένα ιστορικό λάθος. Κανένας προηγούμενος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έκρινε σκόπιμο να ξεκινήσει την συνάντηση κορυφής με τόσο λίγη προετοιμασία ή με όρους τόσο ευνοϊκούς για την άλλη πλευρά, πόσω μάλλον να υποσχεθεί να διακόψει μονομερώς τις αμυντικές κοινές στρατιωτικές ασκήσεις ΗΠΑ-Νότιας Κορέας στην Κορεατική Χερσόνησο. Από την πλευρά του, ο Kim μπορεί να καυχηθεί [1] ότι έχει ολοκληρώσει ό, τι ο πατέρας και ο παππούς του δεν μπορούσαν παρά να ονειρεύονται: Να επιτύχει τους δίδυμους στόχους της οικοδόμησης μιας βιώσιμης ικανότητας πυρηνικών όπλων και στην συνέχεια να κερδίσει την διεθνή αποδοχή ως ένας «πολύ αξιότιμος» ομόλογος, όπως αναφέρθηκε από τον ηγέτη του ελεύθερου κόσμου.

15062018-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, περπατούν μετά το μεσημεριανό γεύμα στο ξενοδοχείο Capella στο νησί Sentosa της Σιγκαπούρης, στις 12 Ιουνίου 2018. JONATHAN ERNST / REUTERS
-------------------------------------------------------------------

Τελικά, η κοινή δήλωση που προέκυψε από την σύνοδο κορυφής δεν είναι παρά μια αδύναμη εκδοχή πολυάριθμων φιλόδοξων εγγράφων του παρελθόντος που προωθήθηκαν από την Βόρειο Κορέα και τους εταίρους της στις διαπραγματεύσεις. Απηχεί ελαφρώς τις δια-κορεατικές συμφωνίες [2] που χρονολογούνται από την Κοινή Δήλωση για την Αποπυρηνικοποίηση της Κορεατικής Χερσονήσου, του 1992. Περιέχει απομειωμένες εκδόσεις δεσμεύσεων σε διεθνείς συμφωνίες, όπως το Συμφωνημένο Πλαίσιο (Agreed Framework) του 1994 και η κοινή δήλωση του τέταρτου γύρου των εξαμερών συνομιλιών του 2005. Επιτρέπει στην Βόρειο Κορέα να ξεγλιστρήσει από την προηγούμενη δέσμευσή της «να εγκαταλείψει όλα τα πυρηνικά όπλα και τα υπάρχοντα πυρηνικά προγράμματα και [να επιστρέψει] έγκαιρα [στην Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων]». Και προσφέρει μια ασαφή υπόσχεση «να εργαστεί για την πλήρη αποπυρηνικοποίηση». Αυτό δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος. Η κοινή δήλωση της Σιγκαπούρης είναι ανησυχητικά σιωπηλή για τους βαλλιστικούς πυραύλους, πόσω μάλλον για τα χημικά όπλα, τον κυβερνοπόλεμο, την διάδοση των πυρηνικών όπλων και (χωρίς να αποτελεί έκπληξη) τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και μια ρωμαλέα κοινή δήλωση δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως αξιόπιστος δείκτης προόδου, δεδομένου του στιγματισμένου ιστορικού της Βόρειας Κορέας στην συμμόρφωση και την συνέχιση [των συμφωνιών της]. Έτσι, σε αυτό το σημείο, ποια πρόοδο μπορεί κάθε πλευρά να ισχυριστεί ότι έχει επιτύχει βάσει των στόχων της ερχόμενη στην συνάντηση;

Οι πιο επείγουσες προτεραιότητες της Βόρειας Κορέας [3] ήταν να χαλαρώσει τον βρόχο των κυρώσεων και να μειώσει τον κίνδυνο μιας προληπτικής επίθεσης των ΗΠΑ ή ενός χτυπήματος τύπου «μάτωμα της μύτης» (“bloody nose”), όλα χωρίς να αναγκαστεί να παραιτηθεί από το «πολύτιμο σπαθί» των πυρηνικών όπλων της. Άλλες προτεραιότητες περιλάμβαναν την χρησιμοποίηση του δέλεαρ μιας ειρηνευτικής συνθήκης για την περικοπή των στρατιωτικών ασκήσεων και αναπτύξεων μεταξύ των ΗΠΑ και της Νότιας Κορέας, την διάβρωση της απομόνωσης του καθεστώτος κράτους-παρία του Βορρά, και την λήψη οικονομικής βοήθειας και επενδύσεων με όρους συμβατούς με τον έλεγχο από το καθεστώς και την σταθερότητα. Η Πιονγκγιάνγκ επίσης ήλπιζε να μετριάσει την πίεση στο πυρηνικό ζήτημα και τις επικρίσεις για τις επιδόσεις της επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναζητώντας τρόπους να σπάσει την αλληλεγγύη μεταξύ των πέντε κύριων παικτών: Της Κίνας, της Ιαπωνίας, της Ρωσίας, της Νότιας Κορέας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Kim προσπάθησε να βάλει τον έναν εναντίον του άλλου και να ενισχύσει το στρατόπεδο των Νοτιοκορεατών που είναι υπέρ της διευθέτησης, το οποίο βλέπει την συμμαχία του Νότου με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως εμπόδιο στην δια-κορεατική επαναπροσέγγιση.

Με τα μέτρα αυτά, η Διάσκεψη Κορυφής της Σιγκαπούρης έχει σηματοδοτήσει μια εκπληκτικά επιτυχημένη άνοιξη για τον Κιμ.