Πυρηνικές συμφωνίες και «δύο μέτρα, δύο σταθμά» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πυρηνικές συμφωνίες και «δύο μέτρα, δύο σταθμά»

Η αμερικανική υποκρισία πλήττει τις προσπάθειες μη διάδοσης
Περίληψη: 

Μια προσωπική προσέγγιση της διπλωματίας που εξελίσσεται κατά περίπτωση δεν είναι αναγκαστικά κακή. Αυτό που λειτουργεί σε μια κατάσταση μπορεί να μην λειτουργεί σε μια άλλη. Αλλά όταν πρόκειται για τις παγκόσμιες προσπάθειες για τον έλεγχο της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων, τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» που είναι εγγενή στην προσέγγιση του Trump παρουσιάζουν μια θανάσιμη απειλή.

Ο JEFFREY LEWIS είναι μελετητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Μελετών Middlebury στο Μόντερεϊ και συγγραφέας του «Έκθεση της Επιτροπής 2020 για τις Βορειοκορεατικές Πυρηνικές Επιθέσεις Εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών: Ένα Πιθανολογικό Μυθιστόρημα» (The 2020 Commission Report on the North Korean Nuclear Attacks Against the United States: A Speculative Novel). [1]

Στα Ηνωμένα Έθνη την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επεδίωξε χαμογελώντας άλλη μια διάσκεψη κορυφής [2] για να συζητήσει τα πυρηνικά όπλα με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, και στην συνέχεια καταδίκασε απερίφραστα τα ρεπορτάζ ότι είχε επιδιώξει μια παρόμοια συνάντηση [3] με τον Ιρανό πρόεδρο, Χασάν Ρουχανί. Η αντίθεση αντικατοπτρίζει την προσωπική προσέγγιση του Trump στα πυρηνικά όπλα: Απορρίπτει κάθε πολιτική που σχετίζεται με τον προκάτοχό του, ενώ αγκαλιάζει τους ηγέτες που κολακεύουν την αίσθηση που έχει περί του εαυτού του ως εκείνος που καταφέρνει να επιτύχει συμφωνίες. Επί της ουσίας, είναι αδύνατο να κατανοηθεί η απόφαση να απορριφθεί [4] η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action, JCPOA), ως «η χειρότερη συμφωνία που έγινε ποτέ», ενώ υιοθετείται μια διαδικασία αποπυρηνικοποίησης της Βόρειας Κορέας, χωρίς να επιβάλλονται καθόλου προϋποθέσεις . Αλλά αν ο Trump δίνει προτεραιότητα στα συναισθήματά του αντί στις προτιμήσεις της πολιτικής του, οι δύο ενέργειες βγάζουν νόημα.

04102018-1.jpg

Ο Trump και ο Kim στην Σιγκαπούρη, τον Ιούνιο του 2018. REUTERS
----------------------------------------------------------------------------

Μια προσωπική προσέγγιση της διπλωματίας που εξελίσσεται κατά περίπτωση δεν είναι αναγκαστικά κακή. Αυτό που λειτουργεί σε μια κατάσταση μπορεί να μην λειτουργεί σε μια άλλη. Αλλά όταν πρόκειται για τις παγκόσμιες προσπάθειες για τον έλεγχο της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων, τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» που είναι εγγενή στην προσέγγιση του Trump παρουσιάζουν μια θανάσιμη απειλή. Η διπλωματία μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων απαιτεί συνεχή συνεργασία μεταξύ όλων των σημαντικών δυνάμεων, ακόμη και όταν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα στενά συμφέροντά τους δεν ευθυγραμμίζονται. Το να γίνονται εξαιρέσεις, υπονομεύει ακριβώς την προσπάθεια να μπαίνουν στην άκρη τα στενά συμφέροντα έναντι της υποστήριξης των ευρύτερων, και αφήνει ανοιχτή την ερμηνεία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν τις προσπάθειες μη διάδοσης ως κάτι περισσότερο από την πολιτική με άλλα μέσα.

Οι Αμερικανοί διπλωμάτες έχουν αγωνιστεί εδώ και καιρό για να πείσουν την Κίνα, την Ρωσία και άλλες χώρες ότι οι ανησυχίες των ΗΠΑ σχετικά με την διάδοση [των πυρηνικών] δεν έχουν στην πραγματικότητα να κάνουν με μια αλλαγή καθεστώτος. Αν και αυτή ήταν μια δύσκολη μάχη, οι ισχυρές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράν πριν το JCPOA και εκείνες που επιβλήθηκαν στην Βόρεια Κορέα σήμερα δείχνουν την αξία της διαρκούς διπλωματίας. Τώρα, ο Trump τα απέρριψε όλα αυτά ως απατηλά, πετώντας [στα άχρηστα] μια προσεκτικά διαπραγματευθείσα συμφωνία και διακήρυξε ως λελυμένο ένα άλλο πρόβλημα μετά από μια και μόνη σύνοδο κορυφής. Είναι απίθανο ότι η Κίνα και η Ρωσία θα επιβάλουν ποτέ μελλοντικές κυρώσεις είτε στο Ιράν είτε στην Βόρειο Κορέα μετά από οτιδήποτε κοντά στην προσπάθεια που καταγράφηκε τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακόμη και μια ευρύτερη κατάρρευση της υποστήριξης για τις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ προσπάθειες να σταματήσουν την διάδοση της βόμβας.

ΠΩΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΜΑΘΕ ΝΑ ΜΙΣΕΙ ΤΗΝ ΒΟΜΒΑ

Πέντε κράτη είχαν χρησιμοποιήσει ή δοκιμάσει πυρηνικά όπλα, ενώ η Ινδία και η Κίνα είχαν πυρηνικά προγράμματα σε καλό δρόμο, πριν η διεθνής κοινότητα καταλήξει σε συναίνεση ότι η διάδοση των πυρηνικών όπλων ήταν κακή. Η αρχική άποψη στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στην Σοβιετική Ένωση, ήταν ότι η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων δεν ήταν από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή. Ήταν καλή όταν την έκαναν οι σύμμαχοι αλλά κακή όταν την έκαναν οι εχθροί. Το πρόβλημα ήταν ότι σε έναν διπολικό κόσμο, οι πιο σημαντικές χώρες ήταν σύμμαχοι στο ένα μπλοκ ή στο άλλο.

Αυτό οδήγησε σε μια ενοχλητική αίσθηση ότι η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων ήταν ανεξέλεγκτη, μια ανησυχία που μετατράπηκε σε πανικό αφότου η Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ δοκίμασε ένα πυρηνικό όπλο το 1964. Το επίτευγμα της Κίνας οδήγησε επίσης σε μια δεύτερη συνειδητοποίηση. Παρόλο που η Σοβιετική Ένωση είχε δώσει ουσιαστική ώθηση στην αρχή του κινεζικού πυρηνικού προγράμματος, το Πεκίνο ολοκλήρωσε την βόμβα ακόμη και μετά την αποχώρηση της Σοβιετικής Ένωσης και παρά την τεράστια διάλυση που ακολούθησε το Μεγάλο Άλμα Προς τα Εμπρός. Οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι, ακόμη και χωρίς την συνεργασία τους, όποιος ήθελε μια πυρηνική βόμβα μπορούσε να την κατασκευάσει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια επιτροπή με επικεφαλής τον πρώην αξιωματούχο του Υπουργείου Άμυνας, Roswell Gilpatric, πρότεινε το 1965 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση είχαν κοινό συμφέρον να συνεργαστούν για τον έλεγχο της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων, αντί να ενθαρρύνουν τους συμμάχους τους να τα αποκτούν.

Το αποτέλεσμα αυτού του κοινού συμφέροντος ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Σοβιετική Ένωση και πολλές άλλες χώρες συμφώνησαν στην Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών όπλων (Nuclear Nonproliferation Treaty, NPT), η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1970. Φυσικά, δεν εντυπωσιάστηκαν όλοι. Πολλά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας και του Ισραήλ, αρνήθηκαν να υπογράψουν. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος, Ρίτσαρντ Νίξον, αποφάσισε να επιδιώξει την επικύρωση της συμφωνίας στην Γερουσία, δήλωσε ρητά: «Δεν πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια από την αμερικανική κυβέρνηση για να πιεστούν άλλα έθνη, ιδίως στην Δύση, να ακολουθήσουν το παράδειγμα». Η Κίνα και η Γαλλία αρνήθηκαν να συμμετάσχουν μέχρι την δεκαετία του 1990. Ωστόσο, εκείνη η στιγμή σηματοδότησε μια ιστορική στροφή. Όταν η συνθήκη τέθηκε σε αναθεώρηση το 1995, οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγήθηκαν μιας επιτυχημένης προσπάθειας να επεκταθεί επ’ αόριστον.