Ανάγκη για ένα νέο μοντέλο εξοπλισμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ανάγκη για ένα νέο μοντέλο εξοπλισμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων

Ο «βληματοκεντρικός» πόλεμος και οι μύθοι για τις εξωτικές πλατφόρμες οπλικών συστημάτων
Περίληψη: 

Aν και αυτήν την στιγμή συνεχίζει να υφίσταται ισορροπία στρατιωτικής ισχύος στο ελληνοτουρκικό σύστημα, εις βάρος των κυρίαρχων αντιλήψεων και παρά τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο μέλλον η κατάσταση αναμένεται να ανατραπεί εις βάρος της Ελλάδας, αν δεν κάνει κάτι για αλλάξει τα δεδομένα.

Ο Δρ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΡΙΒΑΣ είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Οπλικών Τεχνολογιών στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τον τελευταίο καιρό, η αυξανόμενη ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και η εξέλιξη ενός εξαιρετικά φιλόδοξου εξοπλιστικού προγράμματος από πλευράς της Άγκυρας, έχουν φέρει ξανά στο προσκήνιο το θέμα των ελληνικών εξοπλισμών.

Πράγματι, αν και αυτήν την στιγμή συνεχίζει να υφίσταται ισορροπία στρατιωτικής ισχύος στο ελληνοτουρκικό σύστημα, εις βάρος των κυρίαρχων αντιλήψεων και παρά τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο μέλλον η κατάσταση αναμένεται να ανατραπεί εις βάρος της Ελλάδας, αν δεν κάνει κάτι για αλλάξει τα δεδομένα.

Και το θέμα είναι τι θα κάνει; Θα εγκλωβιστεί εκ νέου σε μια «παραδοσιακή» λογική, προμηθευόμενη πανάκριβες, «εξωτικές» πλατφόρμες μάχης, όπως είναι το πολυδιαφημισμένο «αόρατο» μαχητικό αεροσκάφος F – 35 ή θα κινηθεί προς την κατεύθυνση στοχευμένων λύσεων προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες γεωγραφικές και επιχειρησιακές συνθήκες του ελληνοτουρκικού συστήματος;

07102018-1.jpg

Βέλγος τεχνικός του στρατού εξετάζει ένα βλήμα AIM-9M αέρος-αέρος προσαρτημένο σε μαχητικό αεροσκάφος F16 της Βελγικής Πολεμικής Αεροπορίας, το οποίο συμμετείχε σε επίθεση στην Λιβύη, στην αεροπορική βάση του Αράξου, στις 28 Μαρτίου 2011. REUTERS/Yves Herman
------------------------------------------------------------------------------------------

Το ζήτημα είναι πολύ μεγάλο για να αναλυθεί στον περιορισμένο χώρο του παρόντος κειμένου. Ωστόσο, θα επιχειρήσουμε να θέσουμε μια θεωρητική βάση πάνω στην οποία, κατά την άποψη του υπογράφοντος, θα πρέπει να εδραστεί η όποια ελληνική εξοπλιστική προσπάθεια στο μέλλον. Και θεμέλιος λίθος μιας παρόμοιας προσπάθειας είναι η παραδοχή ότι λόγος ύπαρξης των οπλικών συστημάτων είναι να επιφέρουν κάποια καταστρεπτικά αποτελέσματα στον αντίπαλο. Από τα επιθυμητά αποτελέσματα, λοιπόν, θα πρέπει να ξεκινά ο εξοπλιστικός σχεδιασμός. Και θα πρέπει να θυμηθούμε ότι τα αποτελέσματα ασκούνται κατά κανόνα από τα βλήματα. Άρα, θα εξετάσουμε, σε πολύ γενικές γραμμές, μια βληματοκεντρική (projectile centric) φιλοσοφία, η οποία μπορεί να βρει σοβαρές εφαρμογές στο ελληνοτουρκικό σύστημα.

ΒΛΗΜΑΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

Όταν κάποιος σκέφτεται την έννοια της στρατιωτικής ισχύος, τις περισσότερες φορές φέρνει στο μυαλό του διάφορα οπλικά συστήματα όπως μαχητικά αεροσκάφη, άρματα μάχης, πολεμικά πλοία κλπ. Ωστόσο, τείνουμε να ξεχνάμε ότι όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά πλατφόρμες μάχης που από μόνες τους δεν έχουν σχεδόν καμία αξία. Την αξία στα συστήματα αυτά την προσδίδουν τα βλήματα τα οποία μεταφέρουν και τα οποία ασκούν τα επιθυμητά καταστρεπτικά αποτελέσματα στον αντίπαλο. Ένα βομβαρδιστικό αεροσκάφος, για παράδειγμα, όσο εξελιγμένο και αν είναι, δεν αποτελεί παρά μια πλατφόρμα μεταφοράς βλημάτων και η δουλειά του είναι να μεταφέρει τα βλήματα αυτά από το σημείο Α του χώρου στο σημείο Β έτσι ώστε να ασκήσει κάποια καταστρεπτικά αποτελέσματα στον αντίπαλο. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο εξελιγμένα αεροπορικά όπλα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η «Βόμβα Μικρής Διαμέτρου» (Small Diameter Bomb / SDB). Το έξυπνο αυτό όπλο μπορεί να μεταφερθεί στον στόχο του στην εσωτερική αποθήκη οπλισμού ενός πανάκριβου μαχητικού αεροσκάφους stealth F – 35 ή πάνω σε μια ρουκέτα του πολλαπλού εκτοξευτή ρουκετών MLRS, επιτυγχάνοντας βεληνεκές περίπου 150 χλμ. Άρα, αν ο χώρος μάχης είναι αρκετά μικρός ώστε η βόμβα να μπορεί να φθάνει τους στόχους της μεταφερόμενη πάνω σε μια ρουκέτα, πιθανώς δεν χρειάζεται το πανάκριβο αεροπλάνο μεταφοράς. Επιπροσθέτως, οι πολλαπλοί εκτοξευτές ρουκετών τείνουν να αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο βεληνεκές διεθνώς. Για παράδειγμα, το κινεζικό ρουκετοβόλο AR3, το πολωνικό WR – 300 Homar, το βραζιλιάνικο ASTROS 2020, το λευκορωσικό Polonez και το σερβικό Sumadija φθάνουν σε βεληνεκές τα 300 χλμ ή τα προσεγγίζουν. Άρα, παρόμοια δικτυοκεντρικά συστήματα – συστημάτων (systems – of – systems) πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών, ουσιαστικά μπορούν να λειτουργήσουν ως υποκατάστατα αεροπορικών δυνάμεων σε αποστολές κρούσης, με κλάσμα του κόστους που θα χρειάζονταν για την απόκτηση, υποστήριξη, συντήρηση και αξιοποίηση των αεροσκαφών και προσφέροντας πολύ μικρότερα περιθώρια άμυνας στον αντίπαλο.

Με άλλα λόγια, τα πρωτεύοντα οπλικά συστήματα είναι τα βλήματα, και τα υπόλοιπα είναι απλώς υπηρέτες τους, οι οποίοι σε περιορισμένων γεωγραφικών διαστάσεων συστήματα αντιπαράθεσης, πιθανώς και να μην χρειάζονται. Ακόμη και ένα πληροφοριοκεντρικό (info centric) δίκτυο, που αποτελεί το ιερό δισκοπότηρο στην σύγχρονη στρατιωτική επιστήμη, δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια αρχιτεκτονική η οποία αποσκοπεί στο να επιτρέψει στα διαφόρων ειδών βλήματα να προσβάλουν τον εχθρό στον κατάλληλο χώρο και χρόνο. Άρα και το δίκτυο αποτελεί έναν υπηρέτη των βλημάτων. Και όπως αναφέραμε και πιο πάνω, τα βλήματα αποσκοπούν να επιφέρουν κάποια αποτελέσματα στον αντίπαλο.

Συνακόλουθα, ο πυρήνας, η αρχή, η βάση και ο τελικός στόχος μιας πολεμικής δύναμης, είναι η επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων στον αντίπαλο. Κατά συνέπεια, η σχεδίαση μιας πολεμικής δύναμης φυσιολογικά θα έπρεπε να ξεκινάει ακριβώς από αυτή τη βάση. Δηλαδή, την επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων στον αντίπαλο. Πιθανώς αυτό να φαίνεται αυτονόητο. Όμως δεν είναι. Αντιθέτως, πολλές φορές, όποτε εξετάζουμε την στρατιωτική ισχύ χωρών τείνουμε να μετράμε πλατφόρμες μάχης και όχι τα αποτελέσματα που αυτές είναι ικανές να επιφέρουν σε δεδομένο αντίπαλο, σε δεδομένο χώρο και χρόνο και σε δεδομένο είδος πολεμικής αντιπαράθεσης. Γιατί δεν είναι όλα τα αποτελέσματα, τα βλήματα και οι πλατφόρμες μεταφοράς τους κατάλληλα για όλες τις συνθήκες. Η στρατιωτική ισχύς είναι ένα σχετικό και όχι απόλυτο μέγεθος και λαμβάνει υπόσταση σε διαδραστική σχέση με το γεωγραφικό περιβάλλον, το είδος της πολεμικής αναμέτρησης και μια σειρά από άλλους παράγοντες.