Μπορεί ακόμη να αποφευχθεί ένα «Brexit χωρίς συμφωνία»; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μπορεί ακόμη να αποφευχθεί ένα «Brexit χωρίς συμφωνία»;

Γιατί τα ιρλανδικά σύνορα παραμένουν εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις
Περίληψη: 

Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει πλειοψηφία για την προτεινόμενη συμφωνία στο βρετανικό κοινοβούλιο. Εν τω μεταξύ, οι σκληροί υπέρμαχοι του Brexit βλέπουν την συμφωνία ως πραξικόπημα, ενώ το βρετανικό Εργατικό Κόμμα δεν ενδιαφέρεται να σώσει την κυβέρνηση των Συντηρητικών από το χάος που έχει δημιουργήσει.

Ο HENRY FARRELL είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Υποθέσεων στην Σχολή Διεθνών Υποθέσεων Elliott στο Πανεπιστήμιο George Washington.

Η κωμική ιστορία της Αγγλίας από τους W.C. Sellar και R.J. Yeatman, «1066 και Όλα Αυτά» (1066 and All That), μιλά για τις προσπάθειες του Βρετανού πρωθυπουργού του 19ου αιώνα W.E. Gladstone για την επίλυση του Ιρλανδικού Ζητήματος (Irish Question) –τον γρίφο για το τι να κάνει με την επαναστατική Ιρλανδία, η οποία ήταν τότε τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Σύμφωνα με τους Sellar και Yeatman, κάθε φορά που ο Gladstone πλησίαζε σε μια απάντηση, οι Ιρλανδοί άλλαζαν το ζήτημα. Τις τελευταίες δύο ημέρες, ένα νέο ιρλανδικό ζήτημα έχει παρεμποδίσει τις διαπραγματεύσεις του Brexit μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ: Πώς να αντιμετωπιστούν τα σύνορα μεταξύ της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, η οποία θα παραμείνει τμήμα της ΕΕ, και της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία δεν θα παραμείνει. Αυτή την φορά, οι διαπραγματευτές της ΕΕ προσπαθούν να βρουν απαντήσεις, ενώ Βρετανοί πολιτικοί συνεχίζουν να αλλάζουν το ζήτημα.

Σε κάποιο σημείο την περασμένη εβδομάδα, φαινόταν ότι η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο είχαν φτάσει σε μια προσωρινή συμφωνία. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May έφερε την συμφωνία στο υπουργικό συμβούλιό της, το οποίο την αποδέχτηκε. Στην συνέχεια όμως, λίγες ώρες αργότερα, Βρετανοί υπουργοί άρχισαν να παραιτούνται λόγω της συμφωνίας -συμπεριλαμβανομένου του Dominic Raab, του υπουργού αρμόδιου για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος βοήθησε στην διαπραγμάτευσή της, προφανώς μόνο για να αποφασίσει αργότερα ότι δεν ήταν αρκετά καλή. Η βρετανική πολιτική βρίσκεται τώρα σε χάος. Οι περισσότεροι φοβούνται την προοπτική ενός «χωρίς συμφωνία» Brexit, όπου το Ηνωμένο Βασίλειο θα καταρρεύσει έξω από την ΕΕ χωρίς κανένα μαξιλάρι, οδηγώντας σε τεράστια οικονομική και πολιτική αστάθεια. Ωστόσο, κανείς δεν έχει οποιαδήποτε καλή πρόταση για το πώς να το αποφύγει. Δεν υπάρχει καμία προφανής συμφωνία που να είναι αποδεκτή από την ΕΕ και που να έχει πιθανότητες να ψηφιστεί από την Βουλή των Κοινοτήτων.

21112018-1.jpg

Η πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τερέζα Μέι, απαντά σε ερωτήσεις μετά την ομιλία της στο ετήσιο συνέδριο της Συνομοσπονδίας της Βρετανικής Βιομηχανίας (Confederation of British Industry, CBI) στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του 2018. TOBY MELVILLE / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------------

Πριν από δυόμισι χρόνια, όταν οι Βρετανοί ψηφοφόροι εξέταζαν την προοπτική εγκατάλειψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κανείς δεν περίμενε να βρεθεί σε αυτή την κατάσταση. Οι πολιτικοί υπέρμαχοι του Brexit, όπως ο Μπόρις Τζόνσον, υποσχέθηκαν στους Βρετανούς ψηφοφόρους ότι θα μπορούσαν να έχουν το κέικ τους και να το φάνε [1] επίσης, αφήνοντας τα κομμάτια της ΕΕ που δεν τους άρεσαν (επιθετικοί κανονισμοί που σχεδιάστηκαν στις Βρυξέλλες) στο πιάτο, ενώ θα κατάπιναν τα πιο νόστιμα μέρη του γλυκού (συνεχής πρόσβαση [2] στην ενιαία αγορά της ΕΕ). Η καμπάνια υπέρ του Brexit εκτόξευε υποσχέσεις με μια μεθυστική εγκατάλειψη -υπονοώντας, για παράδειγμα, ότι η χώρα θα εξοικονομήσει 350 εκατομμύρια λίρες την εβδομάδα [3] για να τα δαπανήσει στην Εθνική Υπηρεσία Υγείας- ενώ η σχέση μεταξύ Βόρειας Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας έμεινε τελείως εκτός συζήτησης.

Ωστόσο, αφότου η πλευρά του «εκτός» [της ΕΕ] κέρδισε με μικρή διαφορά την πραγματική ψηφοφορία για το Brexit, άρχισαν να έρχονται τα επακόλουθα της μέθης (hangover). Δεν θα υπήρχαν περισσότερα χρήματα για να δαπανηθούν -αντίθετα, η βρετανική οικονομία θα αναπτυσσόταν λιγότερο. Η ΕΕ δεν θα ήταν πρόθυμη να παράσχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά, εκτός εάν το Ηνωμένο Βασίλειο συμφωνούσε να συμμορφωθεί με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Και η σχέση μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας [της Ιρλανδίας] έγινε το πιο δύσκολο πολιτικό ζήτημα στις διαπραγματεύσεις για το Brexit.

ΕΝΑ ΝΕΟ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Η ΕΕ είχε αφαιρέσει κάποιο από το πολιτικό δηλητήριο από την βορειοϊρλανδική πολιτική, καταργώντας την ανάγκη για τελωνεία στα σύνορα με την Δημοκρατία και δημιουργώντας ένα ευρύτερο κοινό πολιτικό πλαίσιο τόσο για τους υπέρμαχους της ένωσης [με το Ηνωμένο Βασίλειο] όσο και για τους εθνικιστές. Η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει την ΕΕ τα διέκοψε όλα αυτά, ανοίγοντας ξανά ενοχλητικά πολιτικά ζητήματα και επαπειλώντας την επιστροφή των συνοριακών ελέγχων. Δεν βοήθησε ούτε η ασύνετη απόφαση της Μέι τον Απρίλιο του 2017 να επιδιώξει πρόωρες εκλογές: Όταν έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της, έπρεπε να κάνει μια συμφωνία με το βορειοϊρλανδικό Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP) για να σχηματίσει μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού.

Αυτό παρουσίαζε προβλήματα επειδή η ΕΕ (σε μεγάλο βαθμό χάρη στην επιμελή διπλωματία [4] της ιρλανδικής κυβέρνησης) απαίτησε από το Ηνωμένο Βασίλειο να αποφύγει την επαναφορά σκληρών συνόρων μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας [της Ιρλανδίας] ως προϋπόθεση για την έναρξη πραγματικών διαπραγματεύσεων. Μετά από προκαταρκτικές συζητήσεις, η βρετανική κυβέρνηση συμφώνησε καταρχήν με ένα «όριο» (backstop) -μια ασφαλιστική πολιτική υπό την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο θα συμφωνούσε σε μια ειδική ρύθμιση για τα ιρλανδικά σύνορα σε περίπτωση που δεν υπήρχε ευρύτερη συμφωνία. Η ΕΕ ερμήνευσε το όριο ως ότι σήμαινε πως η Βόρεια Ιρλανδία θα παραμείνει στην τελωνειακή ένωση της ΕΕ, ενώ οι Βρετανοί διαπραγματευτές παρέμειναν διφορούμενοι και απέρριψαν το όριο ως μια νομικά ανούσια και κενή παραχώρηση. Η συνεχιζόμενη απροθυμία της βρετανικής πλευράς να δηλώσει το τι εννοούσε με το όριο, και οι επανειλημμένοι υπαινιγμοί ότι το θεωρούσε μη δεσμευτικό, προκάλεσαν την ΕΕ να δημοσιεύσει την δική της ερμηνεία τον Φεβρουάριο του 2018, η οποία απαιτούσε σαφείς κανονιστικές ρυθμίσεις αντί για πολιτικές αοριστίες. Οι Βρετανοί πολιτικοί αντέδρασαν με τρόμο, οδηγώντας σε πικρά επιχειρήματα που έχουν μαστίσει τις διαπραγματεύσεις έκτοτε.