Η άνοδος της ισλαμικής ήπιας ισχύος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η άνοδος της ισλαμικής ήπιας ισχύος

Θρησκεία και εξωτερική πολιτική στον μουσουλμανικό κόσμο

Οι κυβερνήσεις που είναι εναντίον της Αδελφότητας, προσπαθούν επιθετικά να διεκδικήσουν τον έλεγχο θρησκευτικών ιδρυμάτων και προωθούν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «κρατικιστικό Ισλάμ» -μια εκδοχή της θρησκείας που είναι, πάνω απ’ όλα, υποταγμένη στα συμφέροντα του κράτους. Στην Αίγυπτο, ο πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι απηύθυνε έκκληση στο Πανεπιστήμιο Al-Azhar να ενημερώσει και να εκσυγχρονίσει την προσέγγισή του στις ισλαμικές πηγές, ως ένα κομμάτι μιας ευρύτερης «θρησκευτικής επανάστασης» [6] που μπορεί να αντιμετωπίσει τόσο το αντιπολιτευτικό Ισλάμ της Αδελφότητας όσο και το βίαιο, εξτρεμιστικό Ισλάμ του ISIS και της Αλ Κάιντα. Και ο Σαουδάραβας πρίγκιπας-διάδοχος, Mohammed bin Salman (MbS), δεσμεύτηκε το 2017 να επιστρέψει την Σαουδική Αραβία σε μια παράδοση του «μετριοπαθούς Ισλάμ» που, όπως ισχυρίστηκε, κάποτε επικρατούσε στο βασίλειο. Περιόρισε την επιρροή της θρησκευτικής αστυνομίας της Σαουδικής Αραβίας, αφαιρώντας της την εξουσία να κάνει συλλήψεις, και επέβαλλε σκληρές ποινές εναντίον ανεξάρτητων θρησκευτικών προσωπικοτήτων όπως ο Sheik Salman al-Awda, ένας εξαιρετικά δημοφιλής κληρικός με χαρακτηριστική κλίση προς την Αδελφότητα. Ενώ οι προηγούμενοι Σαουδάραβες μονάρχες και ανώτερα μέλη της βασιλικής οικογένειας έδιναν πάντα την δυνατότητα για τουλάχιστον κάποια δούναι και λαβείν με το θρησκευτικό κατεστημένο της χώρας, ο MbS έχει καταστήσει σαφές ότι, για εκείνον, το μετριοπαθές Ισλάμ δεν είναι μόνο η απόρριψη του ISIS αλλά η προώθηση του σεβασμού προς τις υπάρχουσες πολιτικές Αρχές.

10122018-2.jpg

Ο MbS και ο Sisi στο Κάιρο, τον Νοέμβριο του 2018. REUTERS
-----------------------------------------------------------

Οι άλλες δύο «ατμομηχανές» του Περσικού Κόλπου, το Κατάρ και τα ΗΑΕ, έχουν επίσης αναπτύξει ξεχωριστές προσεγγίσεις για την υποστήριξη και την προώθηση της θρησκείας στο εξωτερικό. Το Κατάρ έχει τοποθετηθεί ως προστάτης του ισλαμισμού στο στυλ της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, παρέχοντας –προς μεγάλη πικρία του Ριάντ και του Αμπού Ντάμπι- ένα καταφύγιο για Ισλαμιστές αντιφρονούντες, και φιλοξενώντας μια σειρά από μέσα ενημέρωσης υπέρ της Αδελφότητας. Εν τω μεταξύ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αναδύθηκαν ήσυχα την τελευταία δεκαετία ως κύριος προστάτης αρκετών σπουδαίων Σουφιτών ακαδημαϊκών, και χρηματοδότησαν εκδηλώσεις υψηλού προφίλ που συγκέντρωσαν όχι μόνο Μουσουλμάνους ηγέτες από ολόκληρη την Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή, αλλά και Χριστιανούς και Εβραίους ηγέτες από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης. Ένα σημαντικό θέμα αυτών των διασκέψεων είναι ο θρησκευτικός πλουραλισμός, αλλά είναι ένας πιο χαλαρός πλουραλισμός που δεν αμφισβητεί το κράτος.

ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΑΞΗ

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες Δυτικές δυνάμεις, οι πραγματικότητες της ισλαμικής ήπιας ισχύος περιπλέκουν τις προσπάθειες κατανόησης των μουσουλμανικής πλειοψηφίας συμμάχων. Η Ουάσινγκτον πρέπει να αναγνωρίσει, πρώτον, ότι ο εσωτερικός ανταγωνισμός για τον ρόλο του Ισλάμ και του Ισλαμισμού δεν μπορεί να περιοριστεί στα σύνορα μιας χώρας και ότι οι εξωτερικές πολιτικές των αυταρχικών συμμάχων δεν θα -και δεν μπορούν να- απομονωθούν από τους ενδο-ισλαμικούς αγώνες στο εσωτερικό [της κάθε χώρας]. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και για τους αξιωματούχους των ΗΠΑ που ενδιαφέρονται ελάχιστα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, παραμένουν σημαντικοί λόγοι -κατά μήκος των γραμμών των αυστηρά «εθνικών συμφερόντων»- για να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο πώς τα καθεστώτα καταστέλλουν τους εγχώριους αντιπάλους τους. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ως ένα θέμα για αφελείς ιδεαλιστές που δεν έχουν εκπαιδευτεί στις σκληρές πραγματικότητες της realpolitik.

Διάφορες αμερικανικές διοικήσεις, Ρεπουμπλικανικές όπως και Δημοκρατικές, έχουν υιοθετήσει κάποιες κακές συνήθειες όταν πρόκειται να αγκαλιάσουν θρησκευτικούς δρώντες που οι Άραβες σύμμαχοί τους διαλαλούν ως λύσεις στον θρησκευτικό εξτρεμισμό. Όπως τα ΗΑΕ, η Ιορδανία και το Μαρόκο έχουν τοποθετηθεί επίσης ως υπέρμαχοι του «μετριοπαθούς Ισλάμ», ένα υποτιθέμενο αντίδοτο στον θρησκευτικό εξτρεμισμό. Οι Δυτικές κυβερνήσεις έχουν επαινέσει την υποστήριξή τους προς διαθρησκευτικές συνόδους κορυφής και την δημιουργία κέντρων κατάρτισης για θρησκευτικούς ηγέτες -ακόμη και ενώ δεν υπάρχει ξεκάθαρη απόφαση σχετικά με την επίδραση [7] αυτών των πρωτοβουλιών. Στο κάτω-κάτω, τα εμπλεκόμενα θρησκευτικά ιδρύματα θεωρούνται συχνά από τους πληθυσμούς της περιοχής ως εκπρόσωποι των ίδιων των κυβερνήσεων τις οποίες [οι πληθυσμοί] περιφρονούν. Αυτές, δύσκολα είναι αξιόπιστες φωνές.

Το να κερδηθούν όμως οι καρδιές και τα μυαλά, δεν είναι απαραίτητα το βασικό ζήτημα. Η χρήση της Ισλαμικής ήπιας ισχύος προορίζεται να εξυπηρετεί τις κυβερνήσεις περισσότερο από ό, τι εξυπηρετεί τα μουσουλμανικά κοινά. Σχεδόν χωρίς εξαίρεση σήμερα, όσοι αγωνίζονται για επικράτηση στη Μέση Ανατολή έχουν αγκαλιάσει διάφορες μορφές θρησκευτικής προσέγγισης στις περιφερειακές στρατηγικές τους. Για παράδειγμα, η παράνοια της Σαουδικής Αραβίας σχετικά με την επιθετικότητα του Ιράν σε ολόκληρη την περιοχή οδήγησε το Ριάντ να ενθαρρύνει, ή τουλάχιστον να κάνει τα «στραβά μάτια», σε φαρμακερά και κατά καιρούς βίαια αντι-σιιτικά αισθήματα από Σαουδάραβες και σχετιζόμενους με την Σαουδική Αραβία κληρικούς, ειδικά σε χώρες όπως ο Λίβανος και το Ιράκ, όπου η Τεχεράνη έχει ισχυρή παρουσία. Αφενός, αυτοί οι κληρικοί δεσμεύονται σε μια πλήρη καταδίκη αυτού που ειλικρινά βλέπουν ως αίρεση˙ αφετέρου, οι εκφράσεις της πίστης τους εξυπηρετούν την ατζέντα ενός σαουδαραβικού κράτους που θεωρεί τον σιιτισμό ως μια αντανάκλαση της Τεχεράνης.