Η εξωτερική πολιτική του Trump δεν είναι πλέον απρόβλεπτη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εξωτερική πολιτική του Trump δεν είναι πλέον απρόβλεπτη

Πέρασαν οι ημέρες της διχασμένης διοίκησης

Η πρώτη φάση της θητείας του Trump -αυτή της συγκράτησης- διήρκεσε από την ανακήρυξή του μέχρι τον Αύγουστο του 2017. Κατά την διάρκεια αυτών των επτά μηνών, ο Trump είπε και έκανε πολλά αμφιλεγόμενα πράγματα. Αρνήθηκε [3] να υποστηρίξει το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ όταν έκανε μια ομιλία στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, και ανακοίνωσε την απόσυρση των ΗΠΑ από την συμφωνία του Παρισιού για την αλλαγή του κλίματος. Όμως, ως επί το πλείστον, η διοίκηση ακολούθησε μια διαδικασία δια-υπηρεσιακή (όπου οι αποφάσεις λαμβάνονταν μέσω της επίσημης διαδικασίας διαβούλευσης με τις αρμόδιες υπηρεσίες και τμήματα, με αποκορύφωμα τις συναντήσεις της εθνικής ομάδας ασφαλείας στην «Αίθουσα Καταστάσεων» [Situation Room]) και ο Τραμπ αποδεχόταν με δυσθυμία τις συμβουλές του υπουργικού συμβουλίου του. Δεν αποσύρθηκε από την Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών (North American Free Trade Agreement, NAFTA). Μετέβαλλε στάση για το ΝΑΤΟ. Προσέγγισε ασιατικούς συμμάχους. Και παρέμεινε στην πυρηνική συμφωνία με το Ιράν.

Σύντομα, ωστόσο, ο πρόεδρος άρχισε να απομακρύνεται από τους συμβούλους του. Στα μέσα Ιουλίου του 2017, παραπονέθηκε έντονα ότι έπρεπε να ανανεώσει τις παρεκκλίσεις ως τμήμα του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (στμ: δηλαδή, να μην εφαρμόσει τις κυρώσεις όπως προβλεπόταν από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, την Joint Comprehensive Plan of Action, JCPA) και κατηγόρησε τους συμβούλους του ότι δεν του έδωσαν την επιλογή να αποσυρθεί. Λίγες εβδομάδες αργότερα, σε μια συνάντηση στο Camp David για να αποφασίσει για την πολιτική για το Αφγανιστάν, απογοητεύθηκε [4] από την θεληματικότητα του McMaster στο να υποστηρίξει ότι τα αμερικανικά στρατεύματα πρέπει να μείνουν στην θέση τους. Ο Τραμπ το αποδέχθηκε δύσθυμα, αλλά άφησε να γίνει γνωστή η δυσαρέσκειά του.

Μέχρι το φθινόπωρο του 2017, ξεκίνησε η δεύτερη φάση της εξωτερικής πολιτικής της διοίκησης του Trump –εκείνη της μονομερούς δράσης. Σε αυτή την περίοδο, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ο Trump προσπάθησε να παρακάμψει την επίσημη συμβουλευτική δια-υπηρεσιακή διαδικασία στην λήψη αποφάσεων και έκανε σαφείς τις προτιμήσεις του. Τον Δεκέμβριο του 2017, παρά τις αντιρρήσεις της ομάδας του, ανακοίνωσε ότι μετακινεί στην Ιερουσαλήμ την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ισραήλ. Τον Μάιο του περασμένου έτους, αποχώρησε από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Επέβαλλε δασμούς σε φίλους και αντιπάλους. Ανανέωσε την κριτική του για το ΝΑΤΟ στην διάσκεψη κορυφής του 2018 στις Βρυξέλλες και πίεσε σκληρά να αποσυρθούν τα στρατεύματα των ΗΠΑ από την Συρία. Ίσως πιο διαβόητα, αποφάσισε να συναντηθεί με τον Κιμ στην Σιγκαπούρη χωρίς να συμβουλευτεί την ομάδα του επί της εθνικής ασφάλειας, και επίσης έλαβε την μονομερή απόφαση να συναντηθεί με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ελσίνκι και προτίμησε να αψηφήσει [5] τους συμβούλους του με το να αγκαλιάσει τον Ρώσο ηγέτη στην συνέντευξη Τύπου της συνόδου κορυφής.

Για να διευκολύνει αυτήν τη μετατόπιση, ο Trump χρειαζόταν μια νέα ομάδα που θα τον ενίσχυε, χωρίς να στέκεται στον δρόμο του. Αυτή ήταν η ιστορία του 2018. Ξεκίνησε με την απομάκρυνση των Tillerson, McMaster και Cohn σε μια περίοδο τριών εβδομάδων τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Οι αντίστοιχοι αντικαταστάτες τους -ο Mike Pompeo, ο John Bolton και ο Larry Kudlow- είχαν όλοι ένα πράγμα κοινό: Την προσωπική πίστη στον Trump. Η τάση συνεχίστηκε με την αποχώρηση της πρέσβειρας στον ΟΗΕ, Nikki Haley, και ολοκληρώθηκε με την παραίτηση του Μάττις στις 21 Δεκεμβρίου μετά την ανακοίνωση του Trump σχετικά με την αποχώρηση του στρατού των ΗΠΑ από την Συρία.

Ο διορισμός του Μπόλτον ήταν ιδιαίτερα σημαντικός για την αυτονομία της εξωτερικής πολιτικής της Trump. Όσο ένα μέλος του κατεστημένου της εθνικής ασφάλειας κατείχε την θέση του συμβούλου εθνικής ασφάλειας, ο Trump στερείτο της δύναμης καθορισμού της ατζέντας που συνεπάγεται ο έλεγχος της δια-υπηρεσιακής διαδικασίας. Ο Μπόλτον του έδωσε αυτή την εξουσία. Υπήρχαν, φυσικά, συγκρούσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Μπόλτον [6] έπρεπε να υποσχεθεί στον Trump ότι δεν θα τον έσερνε σε έναν νέο πόλεμο, και αρκετές εβδομάδες μετά την έναρξη της θητείας του Μπόλτον, ο Τραμπ τον κατηγόρησε ότι προσπάθησε να σαμποτάρει την αμερικανική προσέγγιση στον Κιμ. Σε γενικές γραμμές, όμως, ο Trump έχει τώρα μια ομάδα που προσπαθεί να μην ελαχιστοποιεί τον αντίκτυπο των αποφάσεών του, αλλά να τον μεγιστοποιεί.

Έχουν σημειωθεί κάποιες θετικές εξελίξεις κατά την διάρκεια αυτής της φάσης της εξωτερικής πολιτικής του Trump. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2017 και τον Ιανουάριο του 2018 η διοίκηση δημοσιοποίησε μια Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (National Security Strategy) και μια Εθνική Αμυντική Στρατηγική (National Defense Strategy), οι οποίες μετατόπισαν την εστίαση από την τρομοκρατία στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, μια εξέλιξη που καλωσόρισαν πολλοί ειδικοί της εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον. Οι στρατηγικές αναγνώρισαν την πρόκληση που έθεσε η Ρωσία και η Κίνα στην υπό την ηγεσία των ΗΠΑ διεθνή τάξη και επιβεβαίωσαν την σημασία των συμμαχιών. Ο πρόεδρος, ωστόσο, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για την αλλαγή της έμφασης, αφού μίλησε για αυτό μόνο μια φορά. Στην ομιλία του [7] για την παρουσίαση της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, ο Trump είπε μόνο μια πρόταση σχετικά με τις αντίπαλες δυνάμεις -αμέσως ακολουθούμενη από μια έκκληση για την σημασία της συνεργασίας με την Ρωσία.

ΜΙΑ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η αντιπαλότητα μεταξύ του προέδρου και της ομάδας του καθόρισε τα πρώτα δύο χρόνια του [στην προεδρία]. Παρόλο που εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό χάσμα μεταξύ τους, υπάρχει τώρα επίσης σημαντική ευθυγράμμιση. Για πρώτη φορά, οι παρατηρητές μπορούν να εντοπίσουν μια ενοποιημένη, αν και ακόμα ατελή, εξωτερική πολιτική του Trump στην οποία η διοίκηση διευθετεί τις παρορμήσεις του προέδρου και επιδιώκει να ενεργήσει επ’ αυτών.