Μια εμπορική πολιτική για όλους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια εμπορική πολιτική για όλους

Η φιλελευθεροποίηση της αγοράς πρέπει να είναι το μέσο, όχι ο σκοπός
Περίληψη: 

Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο πρέπει να αντιμετωπιστεί η κατανομή των εισοδημάτων, αλλά πώς να γίνει. Δεδομένης της ιστορίας των αποτυχημένων υποσχέσεων προς τους ηττημένους από την ελευθέρωση του εμπορίου, τα ζητήματα κατανομής στο εμπόριο πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της ίδιας της εμπορικής πολιτικής.

Ο TIMOTHY MEYER είναι ερευνητικός καθηγητής στην έδρα FedEx και καθηγητής Νομικής στη Νομική Σχολή Vanderbilt.
Ο GANESH SITARAMAN είναι καθηγητής Νομικής στη Νομική Σχολή Vanderbilt και συνιδρυτής του Great Democracy Initiative.

Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η διεθνής εμπορική πολιτική ποτέ δεν ήταν τόσο κεντρική στην παγκόσμια πολιτική για μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο. Ως προεδρικός υποψήφιος, ο Donald Trump έκανε [προεκλογική] εκστρατεία ενάντια στις εμπορικές συμφωνίες, κερδίζοντας τις εκλογές με την υποστήριξη των μεσοδυτικών πολιτειών που καταστράφηκαν από την απώλεια της παραγωγικής τους βάσης. Η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλεται εν μέρει στην αίσθηση ότι οι αποφάσεις που επηρεάζουν την εγχώρια οικονομία πρέπει να λαμβάνονται στην Βρετανία και όχι στις Βρυξέλλες. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, τα δεξιόστροφα κόμματα που είναι δύσπιστα απέναντι στους διεθνείς θεσμούς οι οποίοι έχουν προωθήσει και στηρίξει την απελευθέρωση του εμπορίου απολαμβάνουν εκλογική επιτυχία που δεν έχουν δει από την δεκαετία του 1930.

04032019-1.jpg

Εργάτες επιθεωρούν χαλύβδινους σωλήνες στο χαλυβουργείο Hebei Huayang Steel Pipe Co Ltd στην Cangzhou, στην επαρχία Hebei, στην Κίνα, στις 19 Μαρτίου 2018. MUYU XU / REUTERS
------------------------------------------------------------------------

Αυτά τα γεγονότα έχουν ξεκινήσει ακόμα έναν γύρο συγκρούσεων στη μακρόχρονη μάχη μεταξύ των αυτοαποκαλούμενων free traders [στμ: υπέρμαχων της ελεύθερης αγοράς] και των λεγόμενων προστατευτιστών (protectionists) [1]. Αλλά οι διαξιφισμοί τους έχουν αποδειχθεί κουρασμένοι στην καλύτερη περίπτωση και αντιπαραγωγικοί στην χειρότερη περίπτωση. Πρώτον, καμία πλευρά δεν πιστεύει στο πραγματικά ελεύθερο εμπόριο ή τον αληθινό προστατευτισμό. Αμφότερες αναγνωρίζουν ότι το εμπόριο είχε σημαντικές συνέπειες για την διανομή του πλούτου και ότι, ταυτόχρονα, πολλές κοινότητες εξαρτώνται από τις εξαγωγικές αγορές.

Εν τω μεταξύ, οι ελίτ των πολιτικών και από τις δύο πλευρές προσπάθησαν να αποστασιοποιηθούν από την συντριπτική πλειοψηφία, αντ’ αυτού προσυπογράφοντας μια σύγχρονη συναίνεση υπέρ της ολοένα και μεγαλύτερης απελευθέρωσης του εμπορίου, και συνέχισαν να επικαλούνται την οικονομική ανάπτυξη [2] ως την πρωταρχική αιτιολόγηση. Στον βαθμό που τα άτομα χάνουν θέσεις εργασίας ή βρίσκουν τους μισθούς συμπιεσμένους λόγω του υπερπόντιου ανταγωνισμού, όπως λέει το επιχείρημα, νέες θέσεις εργασίας που θα πληρώνονται καλύτερα θα δημιουργηθούν σε άλλους τομείς της οικονομίας, ενώ τα συνολικά κέρδη μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποζημίωση των χαμένων.

Η δικομματική αποδοχή της δικαιολόγησης αυτής είναι ανεξήγητη. Στην εγχώρια οικονομική πολιτική, η οικονομία trickle-down [στμ: όπου τα θετικά αποτελέσματα της αγοράς φθάνουν και στα κατώτερα στρώματα] έχει γίνει ένας υποτιμητικός όρος. Λίγοι πιστεύουν ότι απλώς η μείωση των φόρων, για παράδειγμα, δημιουργεί κοινά οφέλη. Αντ’ αυτού, οι συζητήσεις για την φορολογική μεταρρύθμιση καθοδηγούνται από επιχειρήματα σχετικά με νικητές και ηττημένους, κι όχι για συνολικά οφέλη στην οικονομία. Εντούτοις, στην διεθνή οικονομική πολιτική, η δικομματική συναίνεση μέχρι πρόσφατα ευνόησε την περικοπή των εμπορικών εμποδίων όπως οι δασμοί, οι οποίοι είναι απλώς φόροι στα εισαγόμενα προϊόντα, και το να αφεθεί η αγορά να διανείμει τα κέρδη. Η συνεχιζόμενη αντίδραση κατά του εμπορίου [3] είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται μια νέα προσέγγιση στην εμπορική πολιτική, η οποία να κάνει περισσότερα από το να επιδιώκει να μεγιστοποιήσει την συνολική οικονομική ανάπτυξη, ιδιαίτερα όταν τα οφέλη πηγαίνουν δυσανάλογα στις παγκόσμιες εταιρείες και στους πλούσιους. Ονομάζουμε αυτή τη νέα προσέγγιση «εμπορική πολιτική για όλους» (“trade policy for all”) και περιλαμβάνει τρεις βασικές αρχές. Πρώτον, η εμπορική πολιτική θα πρέπει να ενισχύει τη μεσαία τάξη και να υποστηρίζει τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής. Δεύτερον, θα πρέπει να επιδιώκει τη μεταρρύθμιση των εγχώριων και διεθνών εμπορικών θεσμών, αμφότεροι εκ των οποίων είναι χειραγωγημένοι για να υπηρετήσουν συμφέροντα των ελίτ. Και τέλος, η ανακατανομή πρέπει να είναι κεντρική στην εμπορική πολιτική και όχι μια δεύτερη σκέψη.

ΜΕΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΕΝΟΣ ΣΚΟΠΟΥ

Αν και η οικονομική ανάπτυξη είναι ένας σημαντικός στόχος της εμπορικής πολιτικής, είναι το μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, και όχι αυτοσκοπός. Οι δημιουργοί του αμερικανικού συντάγματος πιστεύουν ότι η εμπορική πολιτική θα πρέπει να εξυπηρετεί μια ποικιλία συμφερόντων των ΗΠΑ και έτσι κατένειμαν εξουσία σχετικά με τους δασμούς και το ξένο εμπόριο στο Κογκρέσο, τον ομοσπονδιακό θεσμό που είναι σε μεγαλύτερη επαφή με τις διαφορετικές ανάγκες και επιθυμίες των τοπικών κοινοτήτων. Λίγοι θα υποστήριζαν μια εμπορική πολιτική στην οποία το 100% των ωφελειών της ανάπτυξης φτάνει σε ένα μόνο άτομο, όσο αυξάνεται το ΑΕΠ. Η οικονομική ανάπτυξη είναι ένα εργαλείο για την βελτίωση της ποιότητας της ζωής όλων των Αμερικανών [4]. Και παρέχει έναν μηχανισμό που επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους στο εξωτερικό, ενώ παραμένουν η γη των ευκαιριών εγχωρίως. Στο πνεύμα αυτό, μια νέα εμπορική πολιτική θα πρέπει να υιοθετεί δύο πρωταρχικούς στόχους: Την οικοδόμηση μιας ισχυρής μεσαίας τάξης και την εξυπηρέτηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.