Ήρθε η ώρα να βάλουμε στην άκρη τον κομματισμό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ήρθε η ώρα να βάλουμε στην άκρη τον κομματισμό

Η έκθεση Mueller δείχνει ότι οι πολιτικοί πρέπει να ενωθούν για να καταπολεμήσουν τις παρεμβολές σε εκλογές
Περίληψη: 

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης του Ειδικού Συμβούλου, Robert Mueller, οδήγησε σε έντονη συζήτηση για το κατά πόσο δικαιώνει τον πρόεδρο Donald Trump ή τον καταδικάζει. Όμως, μέσα σε αυτή την κομματική μάχη έχει χαθεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας: Η λεπτομερής τεκμηρίωση της παρέμβασης της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016.

Ο JAMIE M. FLY είναι συν-διευθυντής της Alliance for Securing Democracy. Προηγουμένως εργάστηκε ως σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στον γερουσιαστή Marco Rubio.
Η LAURA ROSENBERGER είναι διευθύντρια της Alliance for Securing Democracy. Εργάστηκε ως σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στην προεδρική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον.

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης του Ειδικού Συμβούλου, Robert Mueller, οδήγησε σε έντονη συζήτηση για το κατά πόσο δικαιώνει τον πρόεδρο Donald Trump ή τον καταδικάζει. Όμως, μέσα σε αυτή την κομματική μάχη έχει χαθεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας: Η λεπτομερής τεκμηρίωση της παρέμβασης της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016, για την οποία ο Mueller συμπέρανε [1] ότι ήταν «σαρωτική και συστηματική». Εάν οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι δεν μπορέσουν να ενωθούν έναντι αυτής της απειλής για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, θα αφήσουν τους Αμερικανούς ευάλωτους σε περαιτέρω επιθέσεις. Ευτυχώς, υπάρχουν σαφή βήματα που μπορούν να κάνουν οι πολιτικοί για να εξασφαλίσουν την αμερικανική δημοκρατία -αλλά θα απαιτήσουν διακομματική ηγεσία.

23042019-4.jpg

Ο γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ, William Barr, ενημερώνει δημοσιογράφους για την έκθεση Mueller, στην Ουάσινγκτον, τον Απρίλιο του 2019. JONATHAN ERNST / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------------

ΤΙ ΒΡΗΚΕ Ο MUELLER

Η έρευνα του Mueller διαπίστωσε ότι η ρωσική κυβέρνηση διεξήγαγε μια σταθερή εκστρατεία για να παρέμβει στις εκλογές, να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στην δημοκρατία και να «προκαλέσει και να ενισχύσει τις πολιτικές και κοινωνικές αντιφάσεις». Ο Mueller κατέληξε στο συμπέρασμα [1] ότι η προσπάθεια αυτή περιελάμβανε μια καμπάνια παραπληροφόρησης και μέσων κοινωνικής δικτύωσης που προσέγγισε περισσότερα από 100 εκατομμύρια Αμερικανούς online, και χρησιμοποίησε ψηφιακές πλατφόρμες για να οργανώσει δεκάδες συλλαλητήρια offline. Η προσπάθεια περιλάμβανε επίσης επιχειρήσεις χάκινγκ ηλεκτρονικών υπολογιστών από τις ρωσικές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες για να διεισδύσουν σε επιχειρήσεις της προεκλογικής εκστρατείας προκειμένου να συλλέξουν και να διαδώσουν πληροφορίες για να επηρεάσουν τις εκλογές και να στοχεύσουν πολιτειακά και τοπικά εκλογικά συστήματα. Η έρευνα του Mueller οδήγησε στο κατηγορητήριο [εναντίον] 12 Ρώσων αξιωματικών των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών [2] και την [ρωσική] Υπηρεσία Έρευνας Διαδικτύου (Internet Research Agency, IRA) και συνδεδεμένων εταιρειών και ατόμων [3]. Οι επιχειρήσεις της Ρωσίας στόχευσαν πολιτικούς και ακτιβιστές σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, από το κίνημα του Black Lives Matter [4] μέχρι τον Ρεπουμπλικανό Γερουσιαστή του Τέξας, Ted Cruz.

Η έκθεση του Mueller προσθέτει λεπτομέρειες σε άλλες έρευνες, συμπεριλαμβανομένων των διακομματικών ερευνών του Κογκρέσου και άλλων ερευνών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αυτές οι έρευνες έχουν επισημάνει την συνεχή και ευρεία φύση των προσπαθειών παρέμβασης της Ρωσίας. Τον περασμένο Ιούλιο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγόρησε [5] την -ρωσικής εθνικότητας- Maria Butina ότι λειτουργούσε ως μη εγγεγραμμένος ξένος πράκτορας και προσπάθησε να επηρεάσει πολιτικές προσωπικότητες των ΗΠΑ. Τον Οκτώβριο, κατηγόρησε [6] έναν λογιστή που εργαζόταν για την IRA ότι διευκόλυνε τις ρωσικές επιχειρήσεις πληροφόρησης πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του 2018. Ο Mueller ανέφερε ότι οι Ρώσοι κυβερνητικοί κυβερνο-πράκτορες σάρωσαν περισσότερους από δώδεκα κρατικούς εκλογικούς ιστοτόπους για τρωτά σημεία, και το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (Department of Homeland Security, DHS) αποκάλυψε [7] ότι η ρωσική κυβέρνηση διεξήγαγε «κακόβουλη ή ύποπτη δραστηριότητα στον κυβερνοχώρο» σε 21 πολιτείες, κατά την πορεία προς τις εκλογές του 2016.

Η έρευνα του Mueller σχετικά με την εκστρατεία παρέμβασης της Ρωσίας ήταν μια προσπάθεια επιβολής του νόμου -αλλά η επίθεση κατά της δημοκρατίας των ΗΠΑ είναι ένα θέμα εθνικής ασφάλειας, που απαιτεί μια απάντηση εθνικής ασφάλειας. Μέχρι στιγμής, η απάντηση αυτή σε μεγάλο βαθμό απέτυχε να υλοποιηθεί. Οι κομματικοί έχουν συνδυάσει τις ενέργειες της Ρωσίας με το ερώτημα της συμπαιγνίας, υπονομεύοντας τις προσπάθειες για την καταπολέμηση των αυταρχικών παρεμβολών και τροφοδοτώντας τον δημόσιο σκεπτικισμό σχετικά με τις ενέργειες της Ρωσίας. Η ίδια η Ρωσία ενίσχυσε τις φλόγες, χρησιμοποιώντας [ιντερνετικούς] λογαριασμούς του IRA μεταμφιεσμένους ως [χρήστες] προοδευτικούς ή συντηρητικούς [8], για να προωθήσει διχαστικό περιεχόμενο [9] που σχετίζεται με την έρευνα του Mueller. Το κοινό διχάστηκε ανάλογα με τις κομματικές γραμμές [10] σχετικά με το αν η Ρωσία παρενέβη καν: Σε μια δημοσκόπηση της Ipsos πέρυσι, μια πλειοψηφία Δημοκρατικών είπε ότι [η Ρωσία] το έκανε˙ μόνο μια μειοψηφία Ρεπουμπλικανών συμφώνησε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα συγκεντρώσουν ποτέ μιαν απάντηση του συνόλου της κοινωνίας εάν ολόκληρη η κοινωνία δεν αναγνωρίσει πρώτα το πρόβλημα.

Ενώ οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί λογομαχούν για το τι συνέβη το 2016, η αυταρχική παρέμβαση συνεχίζει σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη. Τον Ιανουάριο, ο διευθυντής του FBI, Cristopher Wray, προειδοποίησε το Κογκρέσο [11]: «Όχι μόνο οι Ρώσοι συνέχισαν την [εκστρατεία παρέμβασης] το 2018, αλλά έχουμε δει ενδείξεις ότι συνεχίζουν να προσαρμόζουν το μοντέλο τους, και ότι άλλες χώρες ενδιαφέρονται πολύ για αυτή την προσέγγιση». Η Κίνα έχει χρησιμοποιήσει χρηματοδοτικές, οικονομικές και πληροφοριακές τακτικές για να παρεμβαίνει στις πολιτικές διαδικασίες στην Αυστραλία [12] και τη Νέα Ζηλανδία [13] και η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών έχει προειδοποιήσει ότι μπορεί να κάνει το ίδιο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Ιράν έχει εξαπλώσει φιλο-καθεστωτικό και αντι-αμερικανικό περιεχόμενο [14] μέσω ψεύτικων λογαριασμών στα κοινωνικά μέσα (social media). Ακόμη και εταίροι των ΗΠΑ όπως το Κατάρ [15], η Σαουδική Αραβία [16] και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα [17] έχουν κάνει χάκινγκ ο ένας στον άλλον καθώς και σε μερικές περιπτώσεις σε Αμερικανούς πολίτες, και έχουν οπλοποιήσει (ενδεχομένως τροποποιημένες [18]) πληροφορίες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης των ΗΠΑ σε μια προσπάθεια να επηρεάσουν τις πολιτικές συζητήσεις στις ΗΠΑ.

ΧΑΜΕΝΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ