Γιατί η θρησκευτική ανεκτικότητα κέρδισε στην Ινδονησία αλλά έχασε στην Ινδία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί η θρησκευτική ανεκτικότητα κέρδισε στην Ινδονησία αλλά έχασε στην Ινδία

Αποδεικνύεται ότι ο πλουραλιστικός εθνικισμός δεν είναι αρκετός
Περίληψη: 

Η Ινδία και η Ινδονησία αμφότερες έχουν στην θέση τους τα θεμέλια ώστε ο πλουραλισμός να νικήσει την αδιαλλαξία. Όμως, εναπόκειται στα πλουραλιστικά κόμματα και τους πολιτικούς να τα αξιοποιήσουν στο έπακρο.

Ο DAN SLATER είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και διευθυντής του Weiser Center for Emerging Democracies (WCED) στο Πανεπιστήμιο του Michigan. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Ordering Power: Contentious Politics and Authoritarian Leviathans in Southeast Asia.
Η MAYA TUDOR είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Διακυβέρνησης και Δημόσιας Πολιτικής στη σχολή Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Είναι συγγραφέας του βιβλίου The Promise of Power: The Origins of Democracy in India and Autocracy in Pakistan.

Οι δύο μεγαλύτερες και πιο ποικίλες δημοκρατίες της Ασίας διεξήγαγαν εθνικές εκλογές τις τελευταίες εβδομάδες και η θρησκευτική ανοχή εμπεριεχόταν στην ψηφοφορία και στις δύο. Οι ψηφοφόροι, ωστόσο, παρέδωσαν διαμετρικά αντίθετες ετυμηγορίες.

Στην Ινδονησία, η κυβέρνηση του νυν προέδρου Joko Widodo (ευρέως γνωστού ως Jokowi) κέρδισε με το να εκπέμπει το μήνυμα του πλουραλισμού. Ο Jokowi κήρυξε έναν συμπεριληπτικό (inclusive) εθνικισμό που υπερβαίνει το Ισλάμ, την κυρίαρχη θρησκεία της Ινδονησίας, και κέρδισε την επανεκλογή του με αποφασιστική διαφορά.

Στην Ινδία, η νίκη πήγε επίσης στον νυν πρωθυπουργό Narendra Modi, αλλά με πολύ διαφορετικούς όρους. Ο Μόντι, ο οποίος είναι επικεφαλής του ινδουιστικού εθνικιστικού Bharatiya Janata Party (BJP), κέρδισε σε μεγάλο βαθμό επικαλούμενος το όραμα του κόμματός του για μια Ινδία των Ινδουιστών και για τους Ινδουιστές.

04072019-1.jpg

Ο Modi χαιρετά τους υποστηρικτές του στο Βαρανάσι της Ινδίας, τον Απρίλιο του 2019. Adnan Abidi / REUTERS
-------------------------------------------------------

Όπως όλες οι εκλογές, βεβαίως, αυτές δεν ήταν απλώς δημοψηφίσματα για ένα μόνο ζήτημα. Οι Jokowi και Modi οφείλουν τις νίκες τους τόσο στο χάρισμά τους, την επαφή τους με τον απλό κόσμο, όσο και στην φήμη τους ως υπέρμαχοι της ανάπτυξης και της στάσης τους σε θέματα ευσέβειας και θρησκευτικής διάκρισης. Δεν ήταν λιγότερο σημαντικό ότι η κύρια αντιπολίτευση της Ινδίας, το Κόμμα του Κογκρέσου, παραδοσιακά μια φωνή υπέρ της θρησκευτικής συμπεριληπτικότητας, επέλεξε ως υποψήφιο τον μη χαρισματικό γόνο μιας ισχυρής πολιτικής δυναστείας, ενώ το κόμμα του Jokowi στην Ινδονησία ευφυώς απέφυγε να κατεβάσει [στις εκλογές] τον δικό του αντιδημοφιλή ηγέτη γόνο δυναστείας σε μια σχεδόν βέβαιη ήττα. Όσο τετριμμένο κι αν ακούγεται, η ανοχή κερδίζει μόνο όταν οι υπέρμαχοί της μπορούν να καταφέρουν να παρουσιάσουν ισχυρούς υποψηφίους. Η επίπτωση είναι ότι οι νίκες υπέρ της θρησκευτικής ανοχής, όπως στην Ινδονησία, τείνουν να είναι εύθραυστες, αμφισβητούμενες, και κατά συνέπεια δυνητικά βραχύβιες.

Ωστόσο, ένας πολύ πιο σημαντικός παράγοντας μπορεί να ανατρέψει τα μεγέθη: Οι ιστορικές αντιλήψεις των εθνών, που ανατρέχουν σε δεκαετίες ή αιώνες, βοηθούν να αποφασιστεί εάν ένα μήνυμα ανοχής θα έχει απήχηση ή θα αντιμετωπίσει ώτα μη ακουόντων. Από την στιγμή της σχεδόν ταυτόχρονης ίδρυσής τους ως ανεξάρτητα εθνικά κράτη στα τέλη της δεκαετίας του 1940, η Ινδονησία και η Ινδία αμφότερες κληρονόμησαν τον πλουραλιστικό εθνικισμό [1] από τους ηγέτες και τα κινήματα που αγωνίστηκαν για την ανεξαρτησία. Βασικά, το σύνταγμα της κάθε χώρας δεν ευνόησε την δημογραφικά κυρίαρχη θρησκεία -τον Ινδουισμό στην Ινδία, το Ισλάμ στην Ινδονησία- επί των άλλων θρησκειών.

Γενικά, μια τέτοια πλουραλιστική κατανόηση του έθνους υπήρξε ένας κρίσιμος δημοκρατικός πόρος και στις δύο χώρες. Βοηθά να εξηγηθεί η ανθεκτικότητα της ινδικής δημοκρατίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και το εκπληκτικό δημοκρατικό άνοιγμα που ακολούθησε την στρατιωτική διακυβέρνηση στην Ινδονησία στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ο συμπεριληπτικός εθνικισμός έχει διαχρονική αξία για τους ανεκτικούς δημοκράτες, τόσο σε εποχές δημοκρατικής μετάβασης όσο και όταν αντιμετωπίζονται σε εκλογές από όσους έχουν οράματα για το έθνος που βασίζονται σε αποκλεισμούς και διακρίσεις. Και ενώ η επίσημη συμπεριληπτικότητα (inclusivity) δεν εμποδίζει τους πολιτικούς να απευθύνονται στην κυρίαρχη θρησκευτική κοινότητα, ο ινδικός κοσμικός χαρακτήρας και η ινδονησιακή εθνική φιλοσοφία του Pancasila [στμ: των «πέντε αρχών»], που επιβάλλει την πίστη σε έναν ενιαίο αλλά όχι απαραιτήτως μουσουλμανικό Θεό, συμβάλλουν κανονικά στη νομιμοποίηση των κορυφαίων πολιτικών κομμάτων των χωρών και των συμπεριληπτικών μηνυμάτων τους.

Αλλά αν αυτό που ενώνει τις δύο χώρες είναι το συμπεριληπτικό είδος του εθνικισμού, γιατί η ανοχή κέρδισε στην Ινδονησία, αλλά έχασε στην Ινδία; Αφήνοντας κατά μέρος τους παράγοντες που σχετίζονται με την καμπάνια και τους υποψήφιους, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι οι πλουραλιστικές φωνές θα το έβρισκαν ευκολότερο να αναπτυχθούν στην τυπικά κοσμική Ινδία από ό, τι στην Ινδονησία, της οποίας η ιδρυτική εθνική πίστη καθιστά την έλλειψη πίστης κυριολεκτικά παράνομη. Επειδή η Ινδονησία έχει θέσει πιο κοντά την εθνική της ταυτότητα με την θρησκεία και πάντα παρέχει στους ευσεβείς Μουσουλμάνους κεντρική θέση στην εθνική κοινότητα, ίσως να φαίνεται ότι η χώρα είναι πιο ευάλωτη από την Ινδία στην θρησκευτική αδιαλλαξία που μολύνει την εκλογική πολιτική της.

Στην πράξη, όμως, η θρησκευτική ποιότητα του ινδονησιακού εθνικισμού μπορεί να δράσει τόσο σαν ένα αντίδοτο για την μισαλλοδοξία όσο και ως ιός που την εξαπλώνει. Επειδή η εθνική ταυτότητα της Ινδονησίας φιλοξενεί, αλλά δεν δίνει προτεραιότητα στο Ισλάμ, η πολιτική δεν είναι θεμελιωδώς διχασμένη μεταξύ μουσουλμανικών και μη μουσουλμανικών μειονοτήτων. Αντ’ αυτού, οι εθνικιστές Μουσουλμάνοι συνασπισθέντες με μη Μουσουλμάνους από τη μια πλευρά ανταγωνίζονται με περισσότερο αδιάλλακτους Μουσουλμάνους από την άλλη πλευρά. Κατά συνέπεια, κάποιος μπορεί εύκολα να είναι και ευσεβής Μουσουλμάνος και πλουραλιστικός εθνικιστής στην Ινδονησία.