Πώς να αντιμετωπιστεί η Τουρκία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να αντιμετωπιστεί η Τουρκία

Γιατί ο ήδη αποτυχημένος κατευνασμός δεν αποτελεί ούτε καν επιλογή
Περίληψη: 

Μέσα από παράνομη πράξη δεν μπορεί να παραχθεί δίκαιο. Η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται για την νομιμότητα, αρκείται σε πράξεις έμπρακτης αμφισβήτησης με τάσεις μονιμοποίησης της παρουσίας της. Απώτερος σκοπός είναι να εξαναγκάσει την Λευκωσία και την Αθήνα σε υποχώρηση από τα εν εξελίξει ενεργειακά τους προγράμματα και την αποδοχή συνεκμετάλλευσης με τους όρους της Άγκυρας.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και πρόεδρος του American Hellenic Institute στην Ελλάδα.

Οι Έλληνες πολιτικοί, απέναντι σε έναν κίνδυνο ανάφλεξης με την Τουρκία, γενικώς συστήνουν «αυτοσυγκράτηση» κυρίως μετά τον φόβο «θερμού επεισοδίου» που ενέσπειρε ο πρώην πρωθυπουργός και υπεύθυνος για την υποχώρηση στα Ίμια, σε άρθρο του στην εφημερίδα Καθημερινή [1].

Ο Κώστας Σημίτης άδραξε την ευκαιρία να κατηγορήσει την μετέπειτα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ότι παραιτήθηκε από την ρήτρα που ο ίδιος είχε επιτύχει το 1999, δηλαδή ότι η απόφαση για συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Ελσίνκι να περιλαμβάνει την υποχρέωση όπως το κάθε κράτος «να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς. Άλλως να αρθεί η διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου».

Κατά τον κύριο Σημίτη η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αποδέχθηκε την έναρξη συνομιλιών για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρά την αμφισβήτησή της επί των ελληνικών συνόρων, η δε πρωτοβουλία αυτή έδωσε την δυνατότητα στην Τουρκία να επαναφέρει το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας όποτε το κρίνει σκόπιμο, πράγμα που πράττει τώρα μετ’ επιτάσεως. Στην συνέχεια συμβουλεύει ότι πρέπει να επιδιωχθεί τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων με την Τουρκία αμέσως μετά τις προσεχείς εκλογές.

05072019-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συμμετέχει σε διμερή συνάντηση με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, κατά την σύνοδο κορυφής του G20, στην Οσάκα της Ιαπωνίας, στις 29 Ιουνίου 2019. REUTERS/Kevin Lamarque
------------------------------------------------------------------------------------

Η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα συναίνεσε στην έναρξη των συνομιλιών για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση «ως αντάλλαγμα» για την ένταξη της Κύπρου, παρά το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν με δημοψήφισμα το Σχέδιο Ανάν. Ασφαλώς το αντάλλαγμα αυτό καλώς εδόθη. Εν πάσει περιπτώσει, και να είχε την δέσμευση αυτή η Τουρκία δεν σημαίνει ότι θα έκανε καμία υποχώρηση.

Ούτως ή άλλως, η Συμφωνία του Ελσίνκι οδηγούσε σε εθνική ήττα. Είναι ευσεβής πόθος ότι η Τουρκία θα έθετε ως θέμα διαπραγμάτευσης μόνο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, αφού η κυβέρνηση Σημίτη αναγνώρισε «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές κ.α.». Με την Συμφωνία της Μαδρίτης, το 1997, η Αθήνα είχε ήδη αποδεχθεί τα νόμιμα και ζωτικά τουρκικά συμφέροντα στο Αιγαίο. Η κυβέρνηση Καραμανλή ορθώς αποδεσμεύθηκε από την Συμφωνία του Ελσίνκι για να μην τεθούν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα υπό διαπραγμάτευση.

Ακόμη και οι «συστηματικές συνομιλίες» των περιόδων 2002–2004 και 2010–2012 δεν ευοδώθηκαν, παρ’ όλη την αισιοδοξία που επικρατούσε για μια πιθανή συμφωνία για τα χωρικά ύδατα και από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Όπως, όμως, υποστήριξε σε βιβλίο του Τούρκος διπλωμάτης που έλαβε μέρος στις συνομιλίες το 2002–2003, «οι Έλληνες διαστρέβλωσαν την διαδικασία προκειμένου να χειραγωγήσουν την κοινή τους γνώμη και να αποκτήσουν πολιτικό όφελος στην εσωτερική πολιτική σκηνή» [2], όπερ σημαίνει ότι οι Τούρκοι επέμειναν στις απόψεις τους και ότι οι Έλληνες πολιτικοί ήσαν έτοιμοι για υποχωρήσεις. Έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι η πολιτική του απόλυτου κατευνασμού δεν οδήγησε την Άγκυρα να σταματήσει ή να περιορίσει τις διεκδικήσεις της.

Σήμερα, εκτός από τον κύριο Σημίτη και άλλοι, από όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής, κυρίως όμως από την αριστερά, άλλοι κεκαλυμμένα άλλοι όχι, είναι σήμερα υπέρ της διευθέτησης των διαφορών με την Τουρκία, όχι μόνο για την ελληνική υφαλοκρηπίδα αλλά θεωρούν ότι τώρα είναι η ευκαιρία να περιληφθεί και η διευθέτηση του Κυπριακού, έτοιμοι να υποκύψουν στις απαιτήσεις και τους εκβιασμούς της Τουρκίας. Πρέπει να ομολογηθεί ότι και η πλειοψηφία των Ελλήνων διπλωματικών που έχουν γνώση του Κυπριακού είναι υπέρ της συνεννόησης με την Τουρκία.

Έναντι της σχεδόν γενικής υποχωρητικότητας πρέπει να αντιληφθούμε ότι τα δεδομένα έχουν ανατραπεί και σήμερα είναι άκρως διαφοροποιημένα. Ας αρχίσουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία είναι ο σημαντικότερος οικονομικός εταίρος της Τουρκίας.

Το γεγονός ότι η Κύπρος είναι ισότιμο πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το μεγαλύτερο της πλεονέκτημα, ανεξαρτήτως βαθμού ουσιαστικής βοήθειας από τα υπόλοιπα κράτη–μέλη της Ευρώπης. Τίποτα δεν μπορεί να στερήσει από την Κύπρο την ιδιότητα αυτή. Αν δε η Ευρωπαϊκή Ένωση αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και δεν δεχθεί να εξευτελίζεται ένα ισότιμο κράτος-μέλος της, έχει υποχρέωση να αντιδράσει και μάλιστα ουσιαστικά.

Ο πρόεδρος Αναστασιάδης υπαινίχθηκε την χρήση του δικαιώματος αρνησικυρίας (veto) έναντι των μελλοντικών σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, ο δε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Donald Tusk, με ανάρτησή του στο twitter δήλωσε: «Περιμένω από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να επιβεβαιώσει την πλήρη αλληλεγγύη του στην Κύπρο και την ετοιμότητά του να ανταποκριθεί κατάλληλα».

Ο υπουργός Εξωτερικών, Γ. Κατρούγκαλος, υποστήριξε πως για πρώτη φορά το προσχέδιο του κειμένου του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων μιλά για μέτρα εις βάρος της Τουρκίας σε περίπτωση που συνεχίσει τις παράνομες και προκλητικές της ενέργειες. Τα μέτρα δε, «μπορεί να είναι από απλά οικονομικά μέτρα, όπως πάγωμα κονδυλίων των προ-ενταξιακών, μέχρι και θέματα που αφορούν την διαδικασία της τελωνειακής ενώσεως». Γενικώς, όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Τουρκίας παραμένουν ανοικτές σε κυρώσεις. Συγχρόνως δε, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές καταδίκασαν τις κινήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ.

Μπορεί μεν οι καταδίκες αυτές να είναι σε επίπεδο θεωρίας, όμως δεν παύουν να έχουν την αξία τους. Η Ευρώπη εισέρχεται στο παιγνίδι και -αν δεν επιθυμεί να ταπεινώνεται από μια μουσουλμανική χώρα- είναι υποχρεωμένη να αντιδράσει για να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την αξιοπιστία της.

ΠΟΣΟ ΚΑΙ ΠΟΣΟΙ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ;