Η αμυντική στρατηγική της Ταϊβάν δεν έχει στρατιωτική λογική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αμυντική στρατηγική της Ταϊβάν δεν έχει στρατιωτική λογική

Αλλά έχει πολιτική λογική
Περίληψη: 

Παραδοσιακά, η Ταϊβάν αντισταθμίζει την κινεζική ανθρώπινη ισχύ με ανώτερη τεχνολογία και εκπαίδευση. Αλλά τα τελευταία 15 χρόνια, ο κινεζικός στρατός έχει εφαρμόσει το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού που έχει δει ο κόσμος από την δεκαετία του 1930.

Ο TANNER GREER είναι συγγραφέας και αναλυτής που εδρεύει στο Πεκίνο. Η έρευνά του επικεντρώνεται στην εξέλιξη της στρατηγικής σκέψης στην Ανατολική Ασία.

Η Ταϊβάν προσεγγίζει μια δυσοίωνη προθεσμία. Επί δεκαετίες, οι ηγέτες του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος δηλώνουν ότι η «μεγάλη εθνική αναζωογόνηση» [1] της Κίνας πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι το έτος 2049. Η εθνική ανανέωση, επιμένει το κόμμα, περιλαμβάνει μια Ταϊβάν που διέπεται από τις ίδιες εξουσίες και αρχές [2] που τώρα βασιλεύουν πέρα από το Στενό της Ταϊβάν. Το Πεκίνο θα προτιμούσε να το επιτύχει αυτό με την ελεύθερη συγκατάθεση του λαού της Ταϊβάν. Αν δεν την δώσουν, η ηγεσία του κόμματος κατέστησε σαφές ότι είναι διατεθειμένη να αποφασίσει το ζήτημα με στρατιωτική δύναμη.

18092019-1.jpg

Ταϊβανέζικα τανκς κατά την διάρκεια στρατιωτικής άσκησης στην Ταϊβάν, τον Ιανουάριο του 2010. Reuters
--------------------------------------------------------------

Για πολλά χρόνια, αυτό φαινόταν σαν μια κενή απειλή. Παραδοσιακά, η Ταϊβάν αντισταθμίζει την κινεζική ανθρώπινη ισχύ με ανώτερη τεχνολογία και εκπαίδευση. Αλλά τα τελευταία 15 χρόνια, ο κινεζικός στρατός έχει εφαρμόσει το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού που έχει δει ο κόσμος από την δεκαετία του 1930. Το ναυτικό της Κίνας, σύμφωνα με τα λόγια ενός αμυντικού αναλυτή των ΗΠΑ [3], «μεταμορφώθηκε από μια δύναμη παράκτιας άμυνας αποτελούμενη από γενικώς παρωχημένες τεχνολογίες σοβιετικής εποχής, σε σύγχρονη ναυτική υπηρεσία» με δικά της αεροπλανοφόρα, καθοδηγούμενους καταστροφείς πυραύλων, και ικανότητες αμφίβιων μεταφορών, που απαιτείται για να προσβάλλει εξ εφόδου εχθρικές ακτές. Η αεροπορία της έχει τώρα περισσότερα [4] μαχητικά τζετ τέταρτης γενιάς από όσα στρατιωτικά αεροσκάφη διαθέτει η Ταϊβάν. Και η εξειδικευμένη πυραυλική δύναμή της έχει περισσότερους από 1.000 βαλλιστικούς πυραύλους μικρής εμβέλειας [4] για να ρίξει στους διαδρόμους [αεροδρομίων] της Ταϊβάν, στα κέντρα διοίκησης και στις αποθήκες καυσίμων τις πρώτες ώρες του πολέμου. Οι κινεζικές ναυτικές μοίρες και τα μαχητικά αεροσκάφη περικυκλώνουν άφοβα [5] την Ταϊβάν, ενώ τα ταϊβανέζικα συστήματα πληροφοριών και ασφάλειας είναι οι στόχοι [6] κατ’ εκτίμηση 10.000 κυβερνοεπιθέσεων ανά μήνα. Για πρώτη φορά από την δεκαετία του 1950, οι απειλές της Κίνας να εισβάλουν στην Ταϊβάν είναι τρομακτικά αξιόπιστες [7]. Η αντίστροφη μέτρηση έως το 2049 έχει αρχίσει.

Ωστόσο, μια κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα είχε εξαιρετικό ρίσκο [8]. Θα απαιτούσε τη μεγαλύτερη αμφίβια εισβολή στην ανθρώπινη ιστορία και λόγω της ανελέητης γεωγραφίας του νησιού, οι Ταϊβανέζοι θα χρειαζόταν να υπερασπιστούν μόνο μερικά επιλεγμένα προγεφυρώματα. Η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία ευνοεί τον αμυνόμενο [9], ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιήσει φτηνά πυρομαχικά ακριβείας για να καταστρέψει πιο ακριβά αμφίβια πλοία επιθέσεων, βασικά πλοία και αεροσκάφη του επιτιθέμενου.

Υπό το πρίσμα αυτών των πλεονεκτημάτων, έχει προκύψει ευρεία συναίνεση μεταξύ των αμυντικών αναλυτών των ΗΠΑ που επισκέφθηκαν το νησί: Η Ταϊβάν μπορεί να αποτρέψει με επιτυχία μια κινεζική εισβολή -αλλά μόνο αν επανεξοπλίσει ριζικά τον στρατό της. Αντί να διαθέσει τον περιορισμένο αμυντικό προϋπολογισμό του σε ακριβό εξοπλισμό, όπως stealth μαχητικά, τανκς ή υποβρύχια, ο ταϊβανέζικος στρατός πρέπει να επενδύσει σε φτηνά, αναλώσιμα, μαζικής παραγωγής οπλικά συστήματα που μπορούν εύκολα να μετακινηθούν, να παραλλαχθούν και να αναπτυχθούν εναντίον μιας αμφίβιας δυνάμεως εισβολής. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ένα ναυτικό που αποτελείται από πυραυλάκατους περιπολίας, πλοία που τοποθετούν νάρκες, μικρά ημι-υποβρύχια και υποβρύχια drones˙ ένα εξάρτημα αεράμυνας που βασίζεται σε κινητές συστοιχίες βλημάτων επιφανείας-αέρος˙ δυνάμεις ξηράς οπλισμένες ως τα δόντια με εναέρια drones, νάρκες ξηράς, και καθοδηγούμενους πυραύλους κατά πλοίων και κατά τεθωρακισμένων˙ μια εφεδρική δύναμη και έναν άμαχο πληθυσμό με ευχέρεια στις ανταρτικές τακτικές˙ και μια βιομηχανική πολιτική επικεντρωμένη στην ανάπτυξη καινοτομιών σε τεχνολογίες πυραύλων και drone.

Αυτού του είδους ο «αντι-πρόσβασης» (“anti-access”) στρατός δεν θα ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ταϊβάν στην θάλασσα της Νότιας Κίνας ούτε να καθαρίσει τον ουρανό από τα κινεζικά μαχητικά. Αλλά σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, θα είναι σε θέση να παρατείνει τις μάχες αρκετά για να μπορέσουν να επέμβουν οι σύμμαχοι της Ταϊβάν. Πιο σημαντικό, θα μπορούσε να αποτρέψει την Κίνα από την έναρξη μιας εισβολής εξ αρχής.

Στα μάτια πολλών αμυντικών αναλυτών των ΗΠΑ, οι ηγέτες της Ταϊβάν αντιμετωπίζουν μια εύκολη επιλογή: Μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του έθνους τους μέσω της μαζικής παραγωγής ή της προμήθειας εξοπλισμών χαμηλού κόστους και χαμηλού προφίλ. Ή μπορούν να συνεχίσουν να χάνουν τους πόρους τους σε αυτά που οι αναλυτές Colin Carroll και Rebecca Friedman Lissner [10] αποκάλεσαν «ικανότητες “κύρους” … χωρίς απτό όφελος στην αποτροπή ή στον πόλεμο».

Το ερώτημα είναι: Γιατί οι Ταϊβανέζοι δεν βλέπουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο;

18092019-2.jpg

Ένα ταϊβανέζικο F-16 κατά την διάρκεια μιας άσκησης στην Jiadong, τον Νοέμβριο του 2011. Pichi Chuang / Reuters
---------------------------------------------------------------

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΥ

Στις 6 Ιουνίου, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ταϊβάν ανακοίνωσε μια αγορά όπλων ύψους 2,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το πακέτο χωρίστηκε σε δύο μέρη: 250 εκατομμύρια δολάρια για ένα φορτίο πυραύλων Stinger και 2 δισεκατομμύρια για 108 τανκς κύριας μάχης [11]. Το πρώτο μέρος του πακέτου ταιριάζει αρκετά καλά μέσα σε μια κατανεμημένη αμυντική στάση «αντι- πρόσβασης». Η δεύτερη αγορά δεν είναι.