Η εποχή της ανήσυχης ειρήνης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εποχή της ανήσυχης ειρήνης

Κινεζική ισχύς σε έναν διχασμένο κόσμο*
Περίληψη: 

Η ηγεσία της Κίνας έχει πλήρη επίγνωση των οφελών που αποκομίζει η χώρα από το status quo για την ώρα και θα αποφύγει να βάλει τα οφέλη αυτά σε κίνδυνο οποτεδήποτε σύντομα, εκτός αν τα βασικά συμφέροντα της Κίνας γίνουν αβέβαια.

Ο YAN XUETONG είναι διακεκριμένος καθηγητής και Κοσμήτορας του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Tsinghua.

Στις αρχές Οκτωβρίου του 2018, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Μάικ Πενς, έκανε μια έντονη ομιλία σε ένα think tank της Ουάσινγκτον, απαριθμώντας έναν μακρύ κατάλογο επικρίσεων κατά της Κίνας. Από τις εδαφικές διαμάχες στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας [1] έως την υποτιθέμενη κινεζική εμπλοκή στις εκλογές στις ΗΠΑ, ο Pence κατηγόρησε το Πεκίνο ότι παρέβη διεθνείς κανόνες και ενήργησε ενάντια στα αμερικανικά συμφέροντα. Ο τόνος ήταν ασυνήθιστα απότομος –τόσο απότομος ώστε κάποιοι να το ερμηνεύσουν ως πρόλογο ενός νέου ψυχρού πολέμου [2] μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών.

04102019-1.jpg

Ο Xi και ο Trump στο Μπουένος Άιρες, στην Αργεντινή, τον Νοέμβριο του 2018. KEVIN LAMARQUE / REUTERS
--------------------------------------------------------------------------------

Τέτοιες ιστορικές αναλογίες είναι τόσο δημοφιλείς όσο και παραπλανητικές, αλλά η σύγκριση περιέχει έναν πυρήνα αλήθειας: Η μετα-ψυχροπολεμική μεσοβασιλεία των ΗΠΑ έχει τελειώσει και η διπολικότητα πρόκειται να επιστρέψει, με την Κίνα να παίζει τον ρόλο της κατώτερης υπερδύναμης. Η μετάβαση θα είναι μια συγκλονιστική, ίσως μάλιστα βίαιη [3] υπόθεση, καθώς η άνοδος της Κίνας θέτει την χώρα σε πορεία σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες για μια σειρά αντικρουόμενων συμφερόντων. Αλλά καθώς η Ουάσινγκτον αποχωρεί αργά από κάποιες από τις διπλωματικές και στρατιωτικές της υποχρεώσεις στο εξωτερικό, το Πεκίνο δεν έχει σαφές σχέδιο για την πλήρωση αυτού του κενού ηγεσίας και την διαμόρφωση νέων διεθνών κανόνων από το μηδέν.

Τι είδους παγκόσμια τάξη θα φέρει αυτό; Σε αντίθεση με ό, τι πρότειναν οι φωνές που σπέρνουν ανησυχία, ένας διπολικός αμερικανο-κινεζικός κόσμος δεν θα είναι ένας κόσμος στο χείλος ενός πολέμου αποκάλυψης. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι φιλοδοξίες της Κίνας για τα επόμενα χρόνια είναι πολύ πιο περιορισμένες από ό, τι πολλοί στο Δυτικό κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής έχουν την τάση να συμπεραίνουν. Αντί να βγάλει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την θέση της πρώτης υπερδύναμης του κόσμου, η κινεζική εξωτερική πολιτική στην προσεχή δεκαετία θα επικεντρωθεί κυρίως στην διατήρηση των απαραίτητων συνθηκών για την συνεχή οικονομική ανάπτυξη της χώρας –μια εστίαση που πιθανώς θα ωθήσει τους ηγέτες στο Πεκίνο να αποφύγουν την ανοιχτή αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή με τους πρωταρχικούς συμμάχους τους. Αντίθετα, η επερχόμενη διπολικότητα θα είναι μια εποχή ανήσυχης ειρήνης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Και οι δύο πλευρές θα μεγαλώσουν τους στρατούς τους, αλλά θα παραμείνουν προσεκτικές για να αντιμετωπίσουν τις εντάσεις προτού να φτάσουν στο σημείο βρασμού της απόλυτης σύγκρουσης. Και αντί να ανταγωνίζονται για την παγκόσμια υπεροχή μέσω αντιτιθέμενων συμμαχιών, το Πεκίνο και η Ουάσιγκτον θα πραγματοποιήσουν σε μεγάλο βαθμό τον ανταγωνισμό τους στις οικονομικές [4] και τεχνολογικές [5] σφαίρες. Ταυτόχρονα, η αμερικανο-κινεζική διπολικότητα πιθανότατα θα σημάνει το τέλος της διαρκούς πολυμέρειας εκτός των αυστηρά οικονομικών πεδίων, καθώς ο συνδυασμός του εθνικιστικού λαϊκισμού στην Δύση και της δέσμευσης της Κίνας στην εθνική κυριαρχία θα αφήσουν ελάχιστο χώρο για το είδος της πολιτικής εναρμόνισης και της θέσπισης κανόνων που ήταν κάποτε η σφραγίδα του φιλελεύθερου διεθνισμού.

ΤΙ ΘΕΛΕΙ Η ΚΙΝΑ

Η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στην παγκόσμια σκηνή σχετίζεται τόσο με την παραίτηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την παγκόσμια ηγεσία υπό τον πρόεδρο Donald Trump όσο και με την οικονομική άνοδο της Κίνας. Από ουσιαστική άποψη, το χάσμα μεταξύ των δύο χωρών δεν έχει περιοριστεί κατά πολύ [6] τα τελευταία χρόνια: Από το 2015, η αύξηση του ΑΕΠ της Κίνας έχει επιβραδυνθεί σε λιγότερο από 7% ετησίως και οι πρόσφατες εκτιμήσεις έφεραν την ανάπτυξη των ΗΠΑ πάνω από το όριο του 3%. Την ίδια περίοδο, η αξία του γιουάν μειώθηκε κατά περίπου 10% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ, περικόπτοντας την ικανότητα εισαγωγών της Κίνας και την παγκόσμια ισχύ του νομίσματός της. Αυτό που άλλαξε πολύ, ωστόσο, είναι η προσδοκία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να προωθούν -μέσω της διπλωματίας και, αν χρειασθεί, της στρατιωτικής ισχύος- μια διεθνή τάξη χτισμένη κυρίως γύρω από τις φιλελεύθερες διεθνιστικές αρχές. Υπό τον Trump, η χώρα έχει αποσπαστεί από αυτήν την παράδοση, αμφισβητώντας την αξία του ελεύθερου εμπορίου και υιοθετώντας έναν τοξικό, ασυγκράτητο εθνικισμό. Η διοίκηση του Trump εκσυγχρονίζει το πυρηνικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ, προσπαθώντας να επιδείξει ισχύ σε φίλους και εχθρούς ομοίως, και αποσύρεται από διάφορες διεθνείς συμφωνίες και θεσμούς. Μόνο το 2018 απαλλάχθηκε από την Συνθήκη Πυρηνικών Δυνάμεων Μέσου Βεληνεκούς (Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty), την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν [7] και το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.