Πώς να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία

Πώς θα έπρεπε να μοιάζει ένα υπό αμερικανική ηγεσία σχέδιο ειρήνης

Για περισσότερο από πέντε χρόνια, οι ρωσικές δυνάμεις και οι πληρεξούσιοί τους διεξήγαγαν έναν αιματηρό πόλεμο κατά των ουκρανικών δυνάμεων στην περιοχή Donbas της ανατολικής Ουκρανίας. Η σύγκρουση έχει κοστίσει περισσότερες από 13.000 ζωές, οδήγησε σχεδόν δύο εκατομμύρια ανθρώπους να φύγουν από τα σπίτια τους, και προκάλεσε τεράστιες υλικές ζημιές. Η Γαλλία και η Γερμανία επιδιώκουν από κοινού να μεσολαβήσουν για την ειρήνη, αλλά δεν κατάφεραν να δώσουν μια σταθερή κατάπαυση του πυρός -πόσω μάλλον μια πολιτική διευθέτηση.

Στις 9 Δεκεμβρίου, ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, θα φιλοξενήσει σύνοδο κορυφής με τον Ουκρανό, τον Ρώσο και τον Γερμανό ομόλογό του με σκοπό να τερματίσουν την σύγκρουση. Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Volodymyr Zelensky, φαίνεται αποφασισμένος να κάνει ειρήνη, ενώ η Μόσχα φαίνεται αποφασισμένη να στηρίξει τον πόλεμο. Το εάν η σύνοδος κορυφής θα επιφέρει κάποια πρόοδο προς το κλείσιμο αυτού του κενού, εξακολουθεί να είναι αμφίβολο.

25112019-1.jpg

Ένοπλες δυνάμεις της αυτοανακηρυχθείσας Λαϊκής Δημοκρατίας της Luhansk στο αεροδρόμιο στην Luhansk, τον Οκτώβριο του 2019. Alexander Ermochenko / Reuters
-----------------------------------------------------------

Εάν οι ευρωπαϊκές προσπάθειες εξακολουθήσουν να παραπαίουν, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στην διαδικασία ειρήνευσης, συνεργαζόμενες με τις ευρωπαϊκές χώρες για να καταστήσουν την στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας στην Ουκρανία πιο δαπανηρή, και μια διευθέτηση ελκυστικότερη. Επιπλέον, η Ουάσινγκτον πρέπει να εκπονήσει το δικό της σχέδιο ειρήνης -το οποίο να οικοδομεί πάνω σε προηγούμενες διπλωματικές προσπάθειες, αλλά να περιλαμβάνει μια εξουσιοδοτημένη από τον ΟΗΕ ειρηνευτική αποστολή και μια προσωρινή διεθνή διοίκηση στη Ντόνμπας.

ΜΙΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΟΥ ΣΙΓΟΒΡΑΖΕΙ

Ο πρωταρχικός στόχος της Μόσχας στην Ουκρανία είναι να επαναφέρει την πρώην σοβιετική δημοκρατία στην τροχιά της. Τον Φεβρουάριο του 2014, οι Ευρωπαίοι διαδηλωτές ανέτρεψαν τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, ο οποίος είχε απολαύσει την υποστήριξη του Κρεμλίνου. Οι ρωσικές ειδικές δυνάμεις απάντησαν καταλαμβάνοντας την ουκρανική χερσόνησο της Κριμαίας. Οι περιφερειακές Αρχές διοργάνωσαν εκεί ένα βιαστικό και παράνομο δημοψήφισμα για να ενταχθούν στην Ρωσία και, τον Μάρτιο του 2014, η Ρωσία προσάρτησε επισήμως την Κριμαία -μια κίνηση που ο περισσότερος κόσμος καταδίκασε.

Τον επόμενο μήνα, ξέσπασαν μάχες στη Donbas, μια ξεχωριστή περιοχή στην ανατολική Ουκρανία που συνορεύει με την Ρωσία. Οι αποκαλούμενοι «αυτονομιστές» -με την βοήθεια ρωσικής ηγεσίας, χρηματοδότησης, όπλων, πυρομαχικών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τακτικών ρωσικών στρατιωτικών μονάδων- ανακήρυξαν «δημοκρατίες του λαού» στις επαρχίες, γνωστές ως oblast, της Ντόνετσκ και της Λουάνσκ. Σε αντίθεση με την Κριμαία, όπου οι ουκρανικές στρατιωτικές μονάδες παρέμειναν σταθμευμένες, στη Ντόνμπας ο στρατός της Ουκρανίας αντεπιτέθηκε. Μέχρι τον Αύγουστο του 2014, οι ουκρανικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής από τους «αυτονομιστές», ωθώντας τον ρωσικό στρατό να παρέμβει άμεσα για να αποτρέψει την ήττα. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στην πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, Μινσκ, και οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός, αλλά αυτό δεν κράτησε.

Πέντε μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2015, η Γαλλία και η Γερμανία μεσολάβησαν για ένα νέο πλαίσιο προς μια πολιτική διευθέτηση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Η συμφωνία Μινσκ ΙΙ, όπως ονομάστηκε, υποτίθεται ότι θα διευκόλυνε μια παρατεταμένη κατάπαυση του πυρός, την απόσυρση βαρέων όπλων από την γραμμή επαφής μεταξύ των δύο πλευρών και, τέλος, τις ανταλλαγές κρατουμένων και τις τοπικές εκλογές, μεταξύ άλλων μέτρων επανόδου στην κανονικότητα. Η συμφωνία κατάφερε να σταθεροποιήσει την γραμμή επαφής, αλλά η κατάπαυση του πυρός δεν έγινε ποτέ πλήρης και δεν απομακρύνθηκαν όλα τα βαριά όπλα. Οι περισσότεροι παρατηρητές κατηγόρησαν πρωτίστως τις ρωσικές δυνάμεις και τους πληρεξούσιους της Ρωσίας.

Τελικά, η σύγκρουση στη Donbas έχει υποσκάψει τον στόχο του Κρεμλίνου να μετατρέψει την Ουκρανία σε κράτος-πελάτη. Πέντε και πλέον χρόνια σύγκρουσης έχουν σφυρηλατήσει μια ισχυρή αίσθηση εθνικής ταυτότητας στην Ουκρανία και ενίσχυσαν την επιθυμία πολλών Ουκρανών να ενταχθούν πλήρως στην Ευρώπη. Για πρώτη φορά από τότε που η Ουκρανία ανέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991, δημοσκοπήσεις [1] δείχνουν ότι μια πλειονότητα και μερικές φορές ακόμη και μια πλειοψηφία Ουκρανών ευνοεί την ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Με το Κίεβο τώρα να είναι απίθανο να επιστρέψει στην τροχιά της Μόσχας, το Κρεμλίνο φαίνεται να επιδιώκει έναν πιο περιορισμένο δευτερεύοντα στόχο: Να πιέσει, να αποσπάσει την προσοχή, και να αποσταθεροποιήσει την ουκρανική κυβέρνηση, ώστε να μην μπορέσει να αντιμετωπίσει επιτυχώς τις μεταρρυθμιστικές της προτεραιότητες. Από την άποψη της Ρωσίας, μια αδύναμη και υπό περισπασμό ουκρανική κυβέρνηση είναι καλύτερη από μια σταθερή, δημοκρατική και επιτυχημένη, η οποία θα αγκαλιάζει πλήρως την Ευρώπη. Μια σιγοβράζουσα σύγκρουση στη Donbas προωθεί το στόχο του Κρεμλίνου για διαταραχή.

Η Μόσχα έχει υποστεί σημαντικό κόστος για την επίτευξη αυτού του στόχου. Η Δύση προχώρησε στην απομόνωση του Ρώσου προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν, το 2014 -για παράδειγμα, αναστέλλοντας το G-8 και συνεδριάζοντας χωρίς την Ρωσία, ως G-7. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλαν επίσης σειρά από κυρώσεις στις βίζες και στην οικονομία κατά της Μόσχας και κατά μεμονωμένων Ρώσων αξιωματούχων και επιχειρηματιών. Αυτές οι κυρώσεις έχουν κοστίσει στην ρωσική οικονομία περίπου μια εκατοστιαία μονάδα του ετήσιου ΑΕΠ, ένα όχι ασήμαντο ποσοστό για μια οικονομία που έχει αναπτυχθεί με ρυθμό περίπου 1,5% ετησίως τα τελευταία χρόνια. Μέχρι σήμερα, το Κρεμλίνο φαίνεται να πιστεύει ότι τα οφέλη της διατήρησης της σύγκρουσης στη Donbas εξακολουθούν να υπερβαίνουν το κόστος. Η μεταβολή της ανάλυσης κόστους-οφέλους της Ρωσίας είναι το κλειδί για την αλλαγή της συμπεριφοράς της -και οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έχουν την δυνατότητα να το κάνουν.

Η Ουάσινγκτον δεν θα πρέπει να προσπαθήσει να εκτοπίσει τις διπλωματικές προσπάθειες του Βερολίνου και του Παρισιού, οι οποίες διατήρησαν μια κοινή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για στήριξη της Ουκρανίας και επιβολή κυρώσεων στην Ρωσία. Ωστόσο, θα πρέπει να συνεργαστεί με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να ασκήσει πιέσεις στη Μόσχα: Για παράδειγμα, εάν η Ρωσία συνεχίσει να αντιστέκεται σε μια αμοιβαία αποδεκτή διευθέτηση, οι Δυτικές χώρες μπορούν να επεκτείνουν τις κυρώσεις στις βίζες προκειμένου να συμπεριλάβουν τους συζύγους και άλλα μέλη της οικογένειας εκείνων που βρίσκονται στον τρέχοντα κατάλογο. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη μπορούν να επιβάλουν αυστηρότερες κυρώσεις στην ρωσική βιομηχανία και να αποθαρρύνουν την κατοχή ρωσικού κρατικού χρέους. Τέλος, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ορισμένα μέλη του ΝΑΤΟ μπορούν να σχεδιάσουν να ενισχύσουν την στρατιωτική τους βοήθεια στην Ουκρανία σε περίπτωση αποτυχίας της ειρήνης. Η Ρωσία θα πρέπει να γνωρίζει ότι θα πληρώσει βαρύ τίμημα εάν συνεχίσει να αντιστέκεται σε μια διευθέτηση στη Donbas.

ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Έχοντας θέσει αυτή την βάση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να προτείνουν μια πορεία προς την ειρήνη που να διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά της συμφωνίας Μινσκ ΙΙ του 2015. Αλλά η νέα πρόταση πρέπει να προχωρήσει περισσότερο, εισάγοντας μια εξουσιοδοτημένη από τον ΟΗΕ ειρηνευτική δύναμη, και προσωρινή διεθνή διοίκηση για να διαχειριστεί τη μετάβαση της Ντόνμπας πάλι υπό πλήρη ουκρανική κυριαρχία. Οι κυανόκρανοι και η προσωρινή διοίκηση θα παρείχαν πολιτική κάλυψη για την απόσυρση της Ρωσίας, ενώ η διεθνής παρουσία, τόσο στρατιωτική όσο και πολιτική, θα αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη του τοπικού πληθυσμού.

Σύμφωνα με τη Μινσκ ΙΙ, το πρώτο βήμα θα ήταν μια παρατεταμένη κατάπαυση του πυρός, συνοδευόμενη από την επαληθευμένη απόσυρση βαρέων όπλων από την γραμμή επαφής. (Τη απουσία σταθερής κατάπαυσης του πυρός, τα υπόλοιπα στοιχεία της πρωτοβουλίας θα είναι αδύνατα). Μετά από αυτό, οι ρωσικές δυνάμεις και εκείνες των πληρεξουσίων των Ρώσων θα αποχωρήσουν από τη Ντόνμπας ενώ μια ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ θα αναπτυχθεί στην περιοχή σταδιακά, αναλαμβάνοντας τελικά τον έλεγχο στα ουκρανο-ρωσικά σύνορα.

Η ειρηνευτική δύναμη, της οποίας τα στρατεύματα δεν θα αντληθούν από τα μέλη του ΝΑΤΟ ή την Ρωσία, θα προγραμματίσουν να παραμείνουν για 12 έως 24 μήνες, αν και θα μπορούσαν να αποσυρθούν νωρίτερα, εάν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Σε εκείνο το σημείο, η Ουκρανία θα αναλάμβανε πλήρη κυριαρχία επί της Ντόνμπας. Μια προσωρινή αστυνομική δύναμη, η οποία θα περιλαμβάνει την ουκρανική εθνική αστυνομία, την τοπική αστυνομία της Ντόνμπας και στοιχεία της διεθνούς αστυνομίας, θα μπορούσε να βοηθήσει τις ειρηνευτικές δυνάμεις

Ξεκινώντας ταυτόχρονα με την ειρηνευτική επιχείρηση, η προσωρινή διεθνής διοίκηση -ίσως οργανωμένη και στελεχωμένη από τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη- θα αποκαταστήσει την βασική διακυβέρνηση και θα διαχειριστεί τη μετάβαση πίσω στην ουκρανική κυριαρχία. Η προσωρινή διοίκηση θα επιβλέπει τις απελευθερώσεις και τις ανταλλαγές κρατουμένων και θα οργανώσει τοπικές εκλογές. Για να ολοκληρωθεί η μετάβαση, το νομοθετικό σώμα στο Κίεβο θα πρέπει να μεταβιβάσει κάποιες εξουσίες στις τοπικές κυβερνήσεις σε όλες τις περιοχές και να αποδώσει ειδικό καθεστώς στα δύο oblasts της Donbas, Ντόνετσκ και Λουάνσκ. Οι πολιτικές σε εθνικό επίπεδο –εξωτερική, αμυντική, μακροοικονομική και δημοσιονομική πολιτική, μεταξύ άλλων - θα παραμείνουν στην ευθύνη του Κιέβου.

Η Ντόνμπας θα χρειαστεί οικονομική βοήθεια για να ανακάμψει από τον πόλεμο. Για τον σκοπό αυτό, το αμερικανικό σχέδιο θα περιλαμβάνει ένα ταμείο, υπό την αιγίδα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συνεισφορές και από την Παγκόσμια Τράπεζα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες, όπως ο Καναδάς, για να βοηθήσει στην αποκατάσταση και ανοικοδόμηση της Ντόνμπας.

Ακόμη και αν στην Ουκρανία μπορέσει να δοθεί η υπόσχεση μιας πλήρους πολιτικής και οικονομικής ανάκαμψης στη Ντόνμπας, οι ηγέτες της σίγουρα θα εξακολουθήσουν να αναζητούν μια πιο μακροχρόνια εγγύηση για την ασφάλεια της χώρας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ουκρανία, η Ρωσία, η Γερμανία, η Γαλλία και ίσως και άλλοι θα πρέπει να ανοίξουν κοινό διπλωματικό διάλογο σχετικά με τα ευρωπαϊκά ζητήματα ασφαλείας καθώς ξεδιπλώνεται η ειρηνευτική διαδικασία. Οι συζητήσεις αυτές θα εξετάσουν το ζήτημα της σχέσης της Ουκρανίας με -και ενδεχόμενης μελλοντικής ένταξης εις- το ΝΑΤΟ, ξεκινώντας από μια θέση «όχι τώρα, αλλά όχι ποτέ». Ένα τέτοιο σημείο εκκίνησης αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι επί του παρόντος δεν υπάρχει συναίνεση στο ΝΑΤΟ για το αν η Ουκρανία πρέπει να ενταχθεί στην συμμαχία, αλλά αφήνει ανοιχτή την δυνατότητα. Σε έναν τέτοιο διάλογο, η Ρωσία θα μπορούσε να διατυπώσει τις ανησυχίες της για την ασφάλεια, ακόμη και αν αναγκάζεται να αναγνωρίσει κι εκείνες της Ουκρανίας.

Με κάθε βήμα προς τα εμπρός σε αυτήν την ειρηνευτική διαδικασία, οι Δυτικές χώρες θα μπορούσαν να άρουν σταδιακά τις σχετικές κυρώσεις (οικονομικές και σχετικά με τις βίζες) κατά της Ρωσίας, με μια σημαντική χαλάρωση των κυρώσεων που θα γίνει όταν οι ρωσικές δυνάμεις και οι δυνάμεις των ρωσικών πληρεξουσίων εγκαταλείψουν τη Ντόνμπας. Η Δύση θα πρέπει να κινηθεί επίσης για την αποκατάσταση άλλων δεσμών με την Ρωσία, οι οποίοι έχουν διακοπεί ή τεθεί υπό ένταση από το 2014, συμπεριλαμβανομένου του G-8.

Για να πετύχει αυτή η ειρηνευτική διαδικασία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρειαστεί όχι μόνο να μετατοπίσουν τον υπολογισμό του Κρεμλίνου για τη Ντόνμπας αλλά και να ενισχύσουν την θέση του Zelensky. Τμήματα του ουκρανικού κοινού αντιτίθενται στην συμφωνία Μινσκ ΙΙ και είναι πιθανό να αντιταχθούν στην χορήγηση ειδικού καθεστώτος στη Ντόνμπας. Οι αρχικές προετοιμασίες του Zelensky για την σύνοδο κορυφής του Παρισιού της 9ης Δεκεμβρίου, συμπεριλαμβανομένης της επιβεβαίωσης της δέσμευσης του Κιέβου προς τη Μινσκ ΙΙ, έχουν ήδη προκαλέσει διαμαρτυρίες. Θα πρέπει να κάνει την δύσκολη υπόθεση προς τον λαό του ότι οι παραχωρήσεις στη Donbas είναι το απαραίτητο τίμημα για την αποκατάσταση της ουκρανικής κυριαρχίας.

Ένα τολμηρό διπλωματικό παίγνιο από τις Ηνωμένες Πολιτείες απέχει πολύ από το να είναι εγγυημένο ότι θα επιτύχει. Αλλά αν το κάνει, θα προωθήσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ έναντι της Ουκρανίας και της Ρωσίας. Ο τερματισμός της σύγκρουσης στη Ντόνμπας θα επιτρέψει στο Κίεβο να επικεντρωθεί σε μεταρρυθμίσεις που θα συμβάλουν στην ευρωπαϊκή σταθερότητα και ασφάλεια. Η ειρήνη θα βελτιώσει επίσης την κακοποιημένη σχέση ΗΠΑ-Ρωσίας. Η εναλλακτική –η συνέχιση της σύγκρουσης στη Donbas και οι επίμονες εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας- δύσκολα δείχνουν προτιμότερες.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/ukraine/2019-11-21/how-end-war-u...

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.kyivpost.com/ukraine-politics/poll-nato-support-grows-in-ukr...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition