Οι ολιγάρχες που έχασαν την Ουκρανία και κέρδισαν την Ουάσινγκτον | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι ολιγάρχες που έχασαν την Ουκρανία και κέρδισαν την Ουάσινγκτον

Πώς οι υποστηριζόμενοι από το Κρεμλίνο αυταρχικοί επιδιώκουν να επωφεληθούν από την προεδρία του Τραμπ

Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του για την προεδρία την άνοιξη του 2014, ο Πέτρο Ποροσένκο δεσμεύτηκε να τιμήσει τις θυσίες της «Ουράνιων Εκατό» (όπως ήταν γνωστοί οι μάρτυρες της Μαϊντάν), επιφέροντας μια «απο-ολιγαρχοποίηση» [2] της Ουκρανίας και παίρνοντας τον έλεγχο αυτών των εδραιωμένων συμφερόντων. Ο Ποροσένκο ήταν ο ίδιος ολιγάρχης και ιδρυτικό μέλος του Κόμματος των Περιφερειών, αλλά η διεθνής κοινότητα του έδωσε το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. Οι μήνες της προεδρίας του Ποροσένκο πέρασαν και η υποσχόμενη απο-ολιγαρχοποίηση δεν έγινε ποτέ. Πράγματι, σχεδόν κανείς από το προηγούμενο καθεστώς δεν λογοδότησε. Ο γενικός εισαγγελέας του Ποροσένκο, Viktor Shokin, όχι μόνο απέτυχε να διερευνήσει σωστά περιπτώσεις υψηλού προφίλ διαφθοράς, αλλά προσωπικά εμπλέκεται σε έναν μακρόχρονο εκβιασμό μεσω δύο υφισταμένων του που έγιναν γνωστοί σε ολόκληρη την Ουκρανία ως «αδαμάντινοι εισαγγελείς» [3], επειδή βρέθηκαν στα σπίτια τους σωροί διαμαντιών. Οι εκβιασμοί από διεφθαρμένους εισαγγελείς ήταν ρουτίνα υπό τον Γιανουκόβιτς. Η επανάληψή τους υπό την διοίκηση του Ποροσένκο ανησύχησε πολλούς διεθνείς υποστηρικτές της Ουκρανίας.

Ως αποτέλεσμα αυτής της οπισθοδρόμησης, η διεθνής κοινότητα επέμεινε να πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια αναφοράς πριν από την καταβολή της βοήθειας στην Ουκρανία. Οι απαιτήσεις περιλάμβαναν την απομάκρυνση του Shokin, την διεξοδική μεταρρύθμιση του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα και την ίδρυση ειδικών φορέων κατά της διαφθοράς, ελεύθερων από πολιτικές επιρροές. Κάτω από συντονισμένη πίεση από τους σημαντικότερους δωρητές της Ουκρανίας -Ηνωμένες Πολιτείες, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο- η Ουκρανία ίδρυσε ανεξάρτητα εθνικά όργανα για την πρόληψη και την εξάλειψη της διαφθοράς. Εξουσιοδότησε επίσης έναν ειδικό εισαγγελέα κατά της διαφθοράς και ίδρυσε ειδικά δικαστήρια για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Συλλογικά, οι μεταρρυθμίσεις ήταν ενέργειες που δυνητικά θα άλλαζαν το παιχνίδι. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, αποτελούσαν άμεση απειλή για τους διεφθαρμένους ολιγάρχες της Ουκρανίας και τους αξιωματούχους που επέτρεψαν και επωφελήθηκαν από την διαφθορά τους.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ

Καθώς οι φιλοδημοκρατικοί μεταρρυθμιστές αγωνίζονταν για να υπερασπιστούν την χώρα τους ενάντια στην ρωσική επιθετικότητα και ταυτόχρονα εργάζονταν για τη μεταρρύθμιση του ουκρανικού ολιγαρχικού συστήματος ιδιοτέλειας, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Ντόναλντ Τραμπ διεξήγαγε μια εξαιρετικά ανορθόδοξη πολιτική εκστρατεία. Σε έντονη αντίθεση με άλλους βασικούς ρεπουμπλικανούς υποψηφίους, ο Τραμπ εξέφρασε μια πολύ θετική άποψη για τον πρόεδρο Πούτιν και επανειλημμένα αγνόησε ανησυχίες σχετικά με τον κλεπτοκρατικό και αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος Πούτιν. Ο Τραμπ επίσης εξέπληξε τους Ρεπουμπλικάνους του κατεστημένου ακριβώς πριν από την Εθνική Συνέλευση των Ρεπουμπλικανών τον Ιούλιο του 2016, με το να δώσει οδηγία στους ανθρώπους του να αφαιρέσουν την υποστήριξη για στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία από την επίσημη πλατφόρμα του GOP (Grand Old Party, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα) [4].

Τον Μάρτιο του 2016, ο Trump είχε πάρει άλλη μια ασυνήθιστη απόφαση, προσλαμβάνοντας τον Paul Manafort ως διευθυντή της εκστρατείας του. Πολλοί κατεστημένοι Ρεπουμπλικανοί έβλεπαν τον Μάναφορτ ως ότι έχει περάσει στην «σκοτεινή πλευρά» δουλεύοντας για διεφθαρμένους αυταρχικούς όπως ο Γιανουκόβιτς, ο Μομπούτο Σέσε Σέκο του Ζαΐρ και ο πρόεδρος της Φιλιππίνων, Φέρνινταντ Μάρκος. Αν και ο Trump είχε πολλές δικές του διασυνδέσεις στην Ρωσία, ο Manafort έφερε νέους δεσμούς με το Κρεμλίνο που περνούσαν από τον πολιτικό μηχανισμό του Κόμματος των Περιφερειών.

Οι σχέσεις του Manafort περιελάμβαναν ολιγάρχες όπως ο Όλεγκ Ντερίπασκα, στον οποίο το υπουργείο Οικονομικών [5] αργότερα επέβαλε κυρώσεις για το γεγονός ότι «εκπροσωπούσε την ρωσική κυβέρνηση σε άλλες χώρες»˙ ο Dmytro Firtash, τον οποίο ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Roger Wicker περιέγραψε [6] ως «άμεσο παράγοντα του Κρεμλίνου»˙ ο Rinat Akhmetov, ο πλουσιότερος ολιγάρχης της Ουκρανίας και ένας κορυφαίος βιομήχανος στη Donbas˙ και ο Serhiy Lyovochkin, ένας άλλος ολιγάρχης της Ντόνμπας ο οποίος είχε διατελέσει επικεφαλής της Προεδρικής Διοίκησης του Γιανουκόβιτς και αργότερα ηγέτης του επαναλανσαρισμένου Κόμματος των Περιφερειών, γνωστού ως Αντιπολιτευτικό Μπλοκ. Αυτές δεν ήταν απλώς περιστασιακές γνωριμίες: Ο Manafort φέρεται να χρωστά [8] στον Deripaska 10 εκατομμύρια δολάρια, είχε δουλέψει [8] με τον Firtash για την πιθανή ανακατασκευή του Drake Hotel στο Μανχάταν, και παρέμεινε σε στενή επαφή με τον Akhmetov και τον Lyovochkin. Ο ειδικός σύμβουλος Robert Mueller βρήκε, για παράδειγμα, ότι ο Manafort είχε αναθέσει στον επιχειρηματικό του εταίρο Konstantin Kilimnik –για τον οποίο το FBI υποστηρίζει ότι είχε «δεσμούς με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών» [9]- να περάσει στοιχεία προεκλογικών δημοσκοπήσεων [10] σε αμφότερους τους Akhmetov και Lyovochkin το 2016 για λόγους που παραμένουν ανεξήγητοι μέχρι σήμερα.

Στα μέσα Αυγούστου του 2016, ο Manafort ξαφνικά αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εκστρατεία του Τραμπ, αφού αποκαλύφθηκε ότι είχε λάβει μυστικές πληρωμές ύψους 12,7 εκατομμυρίων δολαρίων από το Κόμμα των Περιφερειών. Ωστόσο, οι δεσμοί μεταξύ του δικτύου των ολιγαρχών του Κόμματος των Περιφερειών στην Ουκρανία και της εκστρατείας του Τραμπ επέμειναν και μετά την αναχώρηση του Manafort. Πολλοί από αυτούς τους ολιγάρχες μπορεί να είδαν μια νίκη του Τραμπ το 2016 ως έναν τρόπο να βγάλουν την επιβολή του νόμου των ΗΠΑ από τον σβέρκο τους και ενδεχομένως να επιστρέψουν στην εξουσία στην Ουκρανία. Ο Lyovochkin και ο σύντροφός του στο Κόμμα των Περιφερειών Serhiy Kivalov, εντοπίστηκαν [11] να γλεντούν στην ορκωμοσία του Trump. Τα όνειρά τους για να επανακάμψουν φαίνονταν εφικτά.

ΟΙ ΟΥΚΡΑΝΟΙ ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ