Μια ευαίσθητη εκεχειρία στον αμερικανο-κινεζικό εμπορικό πόλεμο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια ευαίσθητη εκεχειρία στον αμερικανο-κινεζικό εμπορικό πόλεμο

Τι πρέπει να κάνουν και οι δύο πλευρές για να σφυρηλατήσουν μια καλύτερη ειρήνη
Περίληψη: 

Η συμφωνία του Δεκεμβρίου δεν σηματοδοτεί μια σημαντική πρόοδο, ούτε σε καμία περίπτωση πλησιάζει στο να επιλύσει τα πραγματικά αμφιλεγόμενα ζητήματα που χωρίζουν τις ΗΠΑ και την Κίνα. Αλλά προς όφελος της κινεζικής και αμερικανικής ευημερίας, και βεβαίως για την υγεία της παγκόσμιας οικονομίας, οι διαπραγματευτές πρέπει να βρουν έναν τρόπο να καταλήξουν σε συμβιβασμό.

Ο WEIJIAN SHAN είναι πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της PAG, μιας εταιρείας ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων με έδρα το Χονγκ Κονγκ, και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Out of the Gobi: My Story of China and America.

Οι προσωρινές καταπαύσεις πυρός και οι πολλά υποσχόμενες αναλαμπές έχουν στιγματίσει τον 19μηνο εμπορικό πόλεμο μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, μόνο για να διασκορπιστούν με μια ξαφνική αναποδιά στις διαπραγματεύσεις ή ένα tweet από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, που ανέβαζε την θερμοκρασία στην Κίνα ενώ πάγωνε τις παγκόσμιες αγορές. Και έτσι ο κόσμος ανάσανε με ανακούφιση όταν οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν την 1η Φάση μιας εμπορικής συμφωνίας τον Δεκέμβριο, το πρώτο βήμα προς μια διαπραγματευθείσα ειρήνη.

14012020-1.jpg

Ο πρόεδρος Donald Trump κατά την διάρκεια μιας συζήτησης στρογγυλής τραπέζης με ηγέτες μικρών επιχειρήσεων στον Λευκό Οίκο, τον Δεκέμβριο του 2019. Erin Schaff / The New York Times
--------------------------------------------------------------

Προβλέψιμα, η κυβέρνηση Trump ισχυρίστηκε μια σημαντική νίκη, αποκαλώντας την συμφωνία «ιστορική». Η κινεζική πλευρά προσέφερε μια δική της θετική κίνηση, σημειώνοντας ότι η συμφωνία θα προωθήσει την ανάπτυξη υψηλής ποιότητας [1] και θα διευκολύνει την απαραίτητη οικονομική αναδιάρθρωση. Ως τμήμα της συμφωνίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν να ακυρώσουν τους δασμούς 15% που είχαν προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ στις 15 Δεκεμβρίου σε κινεζικά εμπορεύματα αξίας 160 δισεκατομμυρίων δολαρίων, και να μειώσουν στο ήμισυ ένα παλαιότερο σύνολο δασμών σε άλλα εμπορεύματα αξίας 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σε αντάλλαγμα, η Κίνα συμφώνησε να αυξήσει την αγορά αμερικανικών προϊόντων κατά 200 δισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα δύο χρόνια.

Πέρα από αυτά τα επιτεύγματα, ωστόσο, η νίκη ακούγεται κούφια και για τις δύο πλευρές. Η συμφωνία του Δεκεμβρίου δεν σηματοδοτεί μια σημαντική πρόοδο, ούτε σε καμία περίπτωση πλησιάζει στο να επιλύσει τα πραγματικά αμφιλεγόμενα ζητήματα που χωρίζουν τις δύο χώρες. Για να προσεγγιστεί η επόμενη φάση θα απαιτηθεί από κάθε πλευρά να καθορίσει ποιες βασικές παραχωρήσεις θα ήταν διατεθειμένη να προσφέρει στην άλλη. Αλλά προς όφελος της κινεζικής και αμερικανικής ευημερίας -για να μην αναφέρουμε την υγεία της παγκόσμιας οικονομίας- οι διαπραγματευτές πρέπει να βρουν έναν τρόπο να καταλήξουν σε συμβιβασμό.

Η ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

Η συμφωνία της Φάσης Ι δεν γεφυρώνει ουσιαστικά το αδιέξοδο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Οι δασμοί 25% του Trump για κινεζικές εισαγωγές ύψους 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα παραμείνουν, όπως και οι δασμοί αντιποίνων της Κίνας στα προϊόντα των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον παρουσίασε αρκετές κινεζικές υποσχέσεις ως παραχωρήσεις στις ανησυχίες των ΗΠΑ σχετικά με τις εμπορικές πρακτικές του Πεκίνου. Αλλά αυτά τα υπεσχημένα μέτρα είναι είτε ασαφή είτε επεκτάσεις πολιτικών που ισχύουν ήδη. Πράγματι, η Κίνα είχε ξεκινήσει τα περισσότερα, αν όχι όλα, από αυτά τα μέτρα -συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τη μεταρρύθμιση των ορίων στο ξένο ιδιοκτησιακό καθεστώς, τις συναλλαγματικές πολιτικές και την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας- πολύ πριν ξεκινήσει ο εμπορικός πόλεμος.

Ήδη από το 2017, η Κίνα είχε αρχίσει να αίρει τους περιορισμούς επί των ξένων ιδιοκτησιών -περιορισμοί που εμπόδιζαν τους αλλοδαπούς να έχουν μερίδια ελέγχου ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, οποιοδήποτε μερίδιο σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κίνα- σε πολλές βιομηχανίες, από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες έως τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, με στόχο την κατάργηση όλων των ορίων σε λίγα χρόνια. Στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών, των χρεογράφων, της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και των ασφαλίσεων, η πλειοψηφία [μετοχών] από ξένους ιδιοκτήτες επιτράπηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2018, ενώ τα όρια ιδιοκτησίας (τώρα στο 51%) πρόκειται να αρθούν πλήρως το 2020. Ειρωνικά, ο ρυθμός της αλλαγής μπορεί να ήταν ταχύτερος αν δεν υπήρχε ο εμπορικός πόλεμος, ο οποίος ανάγκασε την Κίνα να συγκρατήσει κάποιες μεταρρυθμίσεις.

Η συναλλαγματική ισοτιμία της Κίνας, επίσης, θα έπρεπε να ήταν μια φθίνουσα πηγή διαμάχης. Η κυβέρνηση Trump είχε κατηγορήσει την Κίνα ότι κρατούσε το renminbi, ή αλλιώς yuan, τεχνητά χαμηλό για να κάνει τις εξαγωγές φθηνότερες. Στην πραγματικότητα, η Κίνα άφηνε το νόμισμά της να ενισχύεται από το 1994, όταν η συναλλαγματική ισοτιμία διαμορφώθηκε στο ιστορικό χαμηλό της των 8,72 γουάν ανά δολάριο ΗΠΑ. Η Κίνα διατήρησε το νόμισμά της σταθερό σε όλη την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997-98, ενώ σχεδόν όλοι οι γείτονές της υποτίμησαν τα δικά τους. Στην δεκαετία από το 2005 έως το 2015, η οποία περιελάμβανε την παγκόσμια ύφεση της περιόδου 2008-2009, το γουάν κέρδισε περισσότερο από ένα τρίτο έναντι του δολαρίου. Εξασθένισε ελαφρά το 2015 έως το 2016 μετά την άρση των ελέγχων κεφαλαίου από την Κίνα (και έχασε περίπου το ένα τέταρτο των συναλλαγματικών αποθεμάτων της, σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο δολάρια) και έκτοτε σταθεροποιήθηκε στα περίπου 7 γουάν ανά δολάριο. Από το 1994, η κεντρική τράπεζα της Κίνας έχει παρέμβει συνήθως για να στηρίξει το γουάν, όχι για να το αποδυναμώσει.

Όσον αφορά την πνευματική ιδιοκτησία, η Κίνα έχει αυστηροποιήσει σημαντικά τους κανόνες και την εφαρμογή της νομοθεσίας τα τελευταία χρόνια. Το Πεκίνο ίδρυσε εξειδικευμένα δικαστήρια πνευματικής ιδιοκτησίας σε τρεις μεγάλες πόλεις το 2014 και δικαστήρια ενδιάμεσου επιπέδου σε 17 επαρχίες το 2017. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια το Ανώτατο Δικαστήριο της Κίνας εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές και πολιτικές για την δικαστική προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτά ενίσχυσαν την δικαιοδοσία των δικαστηρίων σχετικά με τις περιπτώσεις παράβασης πνευματικής ιδιοκτησίας και παρείχαν ένα πλαίσιο για αποζημιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο εγκαινίασε το δικό του μόνιμο δικαστήριο πνευματικής ιδιοκτησίας την 1η Ιανουαρίου 2019.