Ο επικείμενος φορολογικός πόλεμος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο επικείμενος φορολογικός πόλεμος

Ένα παρακμάζον διεθνές φορολογικό καθεστώς απειλεί την παγκόσμια οικονομία

Η αρχική απάντηση των ΗΠΑ στον γαλλικό φόρο ήταν να ερευνηθεί από την Αρχή Εμπορικών Κυρώσεων που καθιέρωσε ο Εμπορικός Νόμος του 1974. Τον Δεκέμβριο, το γραφείο του εμπορικού αντιπροσώπου των ΗΠΑ ολοκλήρωσε την έρευνά του και διαπίστωσε ότι ο φόρος «εισάγει διακρίσεις στις αμερικανικές εταιρείες, δεν συνάδει με τις αρχές που επικρατούν στην διεθνή φορολογική πολιτική, και είναι ασυνήθιστα επαχθής για τις πληττόμενες αμερικανικές εταιρείες». Το συμπέρασμα αυτό δίνει τα ερείσματα στον πρόεδρο ώστε να επιβάλει ανά πάσα στιγμή δασμούς αντιποίνων στην Γαλλία (και σε οποιοδήποτε γαλλικό αγαθό).

Μέχρι στιγμής, η Ουάσιγκτον δεν επέβαλε νέους δασμούς και προσπαθεί αντ' αυτού να επιλύσει την διαφωνία μέσω διαπραγματεύσεων που διεξάγονται τώρα υπό την αιγίδα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ως ο κύριος πολυμερής θεσμός στον τομέα των διεθνών εταιρικών φόρων, ο ΟΟΣΑ συγκάλεσε 135 χώρες σε μια προσπάθεια να αψηφήσει το παγκόσμιο οικονομικό πνεύμα της εποχής με το να επιτύχει μια πολυμερή συμφωνία που θα ανανεώσει το διεθνές φορολογικό καθεστώς. Η ομάδα ελπίζει να ολοκληρώσει μια συμφωνία μέχρι το τέλος του έτους.

Πολλά εξαρτώνται από αυτές τις συνομιλίες, οι οποίες έγιναν πιο περίπλοκες από την αψιμαχία μεταξύ Ουάσιγκτον και Παρισιού. Εάν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις του ΟΟΣΑ, πολλές άλλες χώρες θα υιοθετήσουν φόρους ψηφιακών υπηρεσιών. Τότε, ένας αριθμός μεγάλων ψηφιακών εταιρειών των ΗΠΑ θα αντιμετωπίσει το οικονομικό ισοδύναμο ενός δασμού ανά τον κόσμο. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα υποστεί εγχώρια πολιτική πίεση για να απαντήσει με μέτρα αντιποίνων, θέτοντας σε κίνηση έναν κύκλο αντιπαράθεσης που θα μπορούσε να είναι τόσο επιζήμιος για την παγκόσμια οικονομία όπως ο εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ με την Κίνα.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ

Οι φόροι για τις ψηφιακές υπηρεσίες είναι μόνο το πιο εμφανές σύμπτωμα της κατάρρευσης του παλαιού διεθνούς φορολογικού καθεστώτος. Μέτρα που παρεκκλίνουν από τα ιστορικά διεθνή φορολογικά πρότυπα ξεπετάγονται παντού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων σε χώρες όπως η Αυστραλία, η Κίνα, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, για να αναφέρουμε μόνο λίγες. Πολλά από αυτά τα μέτρα -συμπεριλαμβανομένου του φόρου εκτροπής κερδών στο Ηνωμένο Βασίλειο, και του φόρου διάβρωσης της [φορολογικής] βάσης (base erosion) και του φόρου κατά των καταχρήσεων (anti-abuse tax) στις Ηνωμένες Πολιτείες- φορολογούν ξένες πολυεθνικές που έχουν την βάση τους στον τόπο εκείνων που καταναλώνουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους, και όχι εκεί όπου η εταιρεία έχει την έδρα της ή ασκεί τις δραστηριότητές της όπως ήταν το σύνηθες παραδοσιακά. Για να περιπλέξουν τα πράγματα, οι χώρες που υιοθετούν τέτοιους φόρους εξακολουθούν να επιμένουν να φορολογούν, σύμφωνα με τις παραδοσιακές αρχές, τις πολυεθνικές που εδρεύουν εντός των συνόρων τους και των οποίων οι πελάτες είναι στο εξωτερικό. Με το να λειτουργούν μια φορολογική Αρχή για τις ξένες επιχειρήσεις και μια άλλη για τις εγχώριες επιχειρήσεις, τα νέα μέτρα υπονομεύουν την προσπάθεια μιας εκατονταετίας να συντονιστεί η φορολόγηση των εισοδημάτων που αποκτώνται διασυνοριακά.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των νέων μέτρων, σε συνδυασμό με τα παλαιά, θα είναι πιθανότατα μια σημαντική αύξηση των διενέξεων περί διπλής φορολόγησης, στις οποίες οι χώρες διαφωνούν ως προς το ποια από αυτές έχει το πρωταρχικό δικαίωμα να φορολογεί το εισόδημα που έχει κερδίσει μια εταιρία μέσω διασυνοριακών δραστηριοτήτων. Πολλαπλές χώρες μπορεί να καταλήξουν να φορολογούν το ίδιο αντικείμενο. Κάποια διπλή φορολογία είναι δύσκολο να αποφευχθεί στην διεθνή οικονομία, αλλά η εκτεταμένη διπλή φορολογία μπορεί να περιορίσει σημαντικά το διασυνοριακό εμπόριο και τις επενδύσεις.

Οι διαπραγματευτές στις συνομιλίες του ΟΟΣΑ πρέπει να αντιμετωπίσουν θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με το διεθνές φορολογικό καθεστώς, προκειμένου να προληφθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Θα προσπαθήσουν να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα σχετικά με το πού θα πρέπει να φορολογείται το εισόδημα των εταιρειών: Στις χώρες «προορισμού» - δηλαδή στις αγορές των αγαθών και των υπηρεσιών που παρέχει η επιχείρηση- ή στις χώρες όπου εδρεύουν τα κεντρικά γραφεία και όπου λαμβάνουν χώρα οι βιομηχανικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς διεθνείς φορολογικούς κανόνες, οι κυβερνήσεις φορολογούσαν τα κέρδη των πολυεθνικών με βάση τον τόπο της πνευματικής ιδιοκτησίας, εκεί όπου γεννιέται ο οικονομικός κίνδυνος, εκεί όπου εδρεύει η μητρική μιας πολυεθνικής εταιρείας και εκεί όπου λαμβάνει χώρα η διαχείριση, η Έρευνα και Ανάπτυξη. Χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία έχουν υποστηρίξει εδώ και καιρό σημαντικές αλλαγές στο διεθνές φορολογικό σύστημα για να επιτραπεί περισσότερη φορολόγηση των κερδών σε «δικαιοδοσίες αγοράς» -εκεί όπου διαμένουν οι πελάτες των αγαθών και των υπηρεσιών μιας εταιρείας- και λιγότερο στους χώρους όπου εφευρέθηκε ή ανήκει η άυλη περιουσία.

Σε απάντηση στους προτεινόμενους φόρους για τις ψηφιακές υπηρεσίες και τις ευρύτερες πιέσεις στο διεθνές φορολογικό σύστημα, η κυβέρνηση Trump αποστασιοποιήθηκε από την παραδοσιακή αμερικανική άποψη ότι τα κέρδη των πολυεθνικών πρέπει να φορολογούνται σύμφωνα με τους ιστορικούς κανόνες. Αντ' αυτού, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν από τον ΟΟΣΑ να επανεξετάσει τα δικαιώματα φορολόγησης για ένα ευρύ φάσμα πολυεθνικών επιχειρήσεων -όχι μόνο των τεχνολογικών γιγάντων. Στην πραγματικότητα, η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών κατέληξε στο ότι εάν τα περισσότερα από τα έσοδα της Amazon φορολογηθούν εκεί που βρίσκονται οι πελάτες της, τότε θα πρέπει να φορολογούνται και τα περισσότερα εισοδήματα της Louis Vuitton εκεί όπου βρίσκονται οι πελάτες της, επίσης.