Μπορεί μια πανδημία να νικήσει τις πολιτικές λιτότητας; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μπορεί μια πανδημία να νικήσει τις πολιτικές λιτότητας;

Το κλειδί για την οικονομική ανάκαμψη μετά την ασθένεια COVID-19
Περίληψη: 

Σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι κάνουν θυσίες για το καλό των άλλων. Ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα πιο αφοσιωμένη στον ατομικισμό και τις ελεύθερες αγορές από οποιαδήποτε άλλη, οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι βρίσκονται όλοι μαζί σε αυτό. Πώς μπορεί η χώρα να δημιουργήσει μια ευκαιρία από ετούτη την κρίση; Πρώτον, με αύξηση των φόρων.

Ο SVEN STEINMO είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο Boulder και συγγραφέας του επικείμενου βιβλίου μα τίτλο OK Boomers: How the Politics of Me Is Killing the American Dream.
Ο MARK BLYTH είναι καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας στην έδρα William R. Rhodes στο Ινστιτούτο Watson του Πανεπιστημίου Brown και συν-συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου με τίτλο Angrynomics.

Μετά από χρόνια κηρύγματος στον κόσμο σχετικά με τους κινδύνους των κυβερνητικών δαπανών, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ξαφνικά έγινε Κεϋνσιανή. Οι επιταγές προς τα νοικοκυριά [1], οι τεράστιες ενέσεις ρευστότητας από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ [2] και οι επιχειρήσεις διάσωσης για επιχειρήσεις [3] είναι τώρα στην ημερήσια διάταξη - όλα σε επίπεδα έως τώρα αδύνατα, όλα δικαιολογημένα από την εξαιρετική απειλή της πανδημικής κρίσης.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ συνήθως δεν ξοδεύει γενναιόδωρα. Αντίθετα, τείνει να προσαρμόζεται στα οικονομικά σοκ μέσω της ανεργίας και της λιτότητας [4] -ειδικά σε πολιτειακό επίπεδο, όπου οι κυβερνήτες συχνά απαιτείται από τον νόμο να διατηρούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Μόλις υποχωρήσει η επιδημία COVID-19, οι συνήθεις εκκλήσεις για περικοπή των δαπανών και ισοσκελισμό των προϋπολογισμών θα επιστρέψουν. Το ομοσπονδιακό χρέος θα έχει τότε ανέλθει σε επίπεδα που δεν έχουν ξαναφανεί από την δεκαετία του 1940 -και ως απάντηση, οι υποστηρικτές της λιτότητας θα απαιτήσουν να ξαναλειτουργήσει η «ελεύθερη αγορά» με το να μειωθούν τόσο οι φόροι όσο και οι δαπάνες.

23042020-1.jpg

Ένας άνδρας της αστυνομίας της Νέας Υόρκης στην Times Square, τον Μάρτιο του 2020. Brendan McDermid / Reuters
---------------------------------------------------------------------------

Οι Αμερικανοί πρέπει να είναι έτοιμοι να απορρίψουν τέτοιες απαιτήσεις. Ακόμα και εκείνοι που ανησυχούν για το χρέος δεν χρειάζεται να αναζητούν άλλη εναλλακτική λύση από την πορεία των αμερικανών ηγετών κατά την διάρκεια των δύο μεγάλων κρίσεων στα μέσα του εικοστού αιώνα: Τη Μεγάλη Ύφεση και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως απάντηση σε εκείνα τα σοκ, η αμερικανική κυβέρνηση απέρριψε την πολιτική λιτότητας και αύξησε τους φόρους για να χρηματοδοτήσει το G.I. Bill [στμ: ο νόμος για την στήριξη των βετεράνων που επέστρεφαν από τα μέτωπα του Β’ ΠΠ) και το μεγαλύτερο πρόγραμμα υποδομών στην αμερικανική ιστορία. Θα πρέπει να το κάνει ξανά σήμερα, αυτή την φορά χρησιμοποιώντας τα χρήματα για να ανοικοδομήσει το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης του έθνους.

ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΔΡΑΣΗ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Φρανκλίνος Ρούσβελτ εξελέγη το 1932, στο αποκορύφωμα της ύφεσης, εν μέρει επειδή οι Αμερικανοί αναζήτησαν έναν ηγέτη που θα απορρίπτει την πολιτική λιτότητας και θα προσφέρει ελπίδα. Ο Ρούσβελτ έκανε ακριβώς αυτό. «Ο μεγαλύτερος πρωταρχικός στόχος μας είναι να βάλουμε τους ανθρώπους να δουλέψουν», δήλωσε στην ομιλία της ορκωμοσίας του [5]. «Αυτό δεν είναι άλυτο πρόβλημα αν το αντιμετωπίσουμε σοφά και θαρραλέα. Μπορεί να επιτευχθεί εν μέρει με άμεσες προσλήψεις από την ίδια την κυβέρνηση, αντιμετωπίζοντας το θέμα όπως θα αντιμετωπίζαμε το επείγον ενός πολέμου, αλλά ταυτόχρονα, μέσω αυτής της απασχόλησης, πραγματοποιώντας έργα που έχουμε μεγάλη ανάγκη για να τονώσουμε και να αναδιοργανώσουμε την χρήση των φυσικών μας πόρων».

Στις πρώτες 100 μέρες στο αξίωμά του, ο Ρούσβελτ υπέγραψε 15 νομοσχέδια που επέκτειναν σε μεγάλο βαθμό το πεδίο της κυβέρνησης στην ζωή εκατομμυρίων Αμερικανών. Η Works Progress Administration (WPA, Διοίκηση Προόδου των Έργων), ίσως το πιο εμβληματικό πρόγραμμα της πρώτης θητείας του Ρούσβελτ, έβαλε σχεδόν οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους να χτίζουν γέφυρες, δρόμους, σχολεία, ταχυδρομεία, μουσεία, κολυμβητήρια, πάρκα, κοινοτικά κέντρα, ζωολογικούς κήπους, βοτανικούς κήπους, γυμναστήρια, πανεπιστήμια και πολλά άλλα. Δεν υπήρχε σχεδόν καμιά κοινότητα στην χώρα που δεν έγινε μάρτυρας των άμεσων, ορατών ωφελειών της δημόσιας δράσης. Μέχρι το 1938, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ξοδέψει περισσότερα χρήματα στην κοινωνική πρόνοια από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου και ακόμη και της Σουηδίας [6]. Πώς πλήρωσε η κυβέρνηση για αυτά τα προγράμματα; Αυξάνοντας τους φόρους και δανειζόμενη χρήματα. Το 1931, ο κορυφαίος φορολογικός συντελεστής (για εισοδήματα άνω των 100.000 δολαρίων) δεν ήταν μακριά από αυτό που είναι σήμερα, 25% [7]. Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Ρούσβελτ αύξησε τον συντελεστή για τα εισοδήματα άνω του 1 εκατομμυρίου δολαρίων στο 63%. Το 1932, αύξησε τον συντελεστή αυτόν στο 79% [8].

Μέχρι την στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, λίγοι ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν τη μείωση των φόρων ή την οπισθοχώρηση της κυβέρνησης. Αντίθετα, οι δαπάνες του ελλείμματος απογειώθηκαν, κορυφούμενες πάνω από το 26% του ΑΕΠ το 1943, και το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σε πάνω από 100% του ΑΕΠ. Για την χρηματοδότηση όλων αυτών των δαπανών, οι φόροι αυξήθηκαν ξανά. Η χώρα ξεκίνησε την περίφημη καμπάνια «Taxes to Beat the Axis» και εισήγαγε ένα φορολογικό σύστημα pay-as-you-go [στμ: το σύνηθες σύστημα μηνιαίων κρατήσεων φόρου εισοδήματος]. Για να κερδηθεί ο πόλεμος, όλοι θα πρέπει να πληρώσουν.

Μέχρι το 1944, ακόμη και οι χαμηλότερου εισοδήματος αμειβόμενοι στις Ηνωμένες Πολιτείες πλήρωναν φόρους με ποσοστό 23%, και εκείνοι στην κορυφή πλήρωναν ένα εκπληκτικό 94% [9]. Ο Charles Wilson, τότε επικεφαλής της μεγαλύτερης εταιρείας στον κόσμο, της General Motors, περιφήμως είπε: «Για χρόνια, νόμιζα ότι αυτό που ήταν καλό για την χώρα μας ήταν καλό για την General Motors και το αντίστροφο». Λιγότερο περίφημα, ο Wilson θεώρησε επίσης ότι ήταν καθήκον του να πληρώσει φόρους. Το 1949, ο Wilson κέρδισε 586.100 δολάρια σε μισθούς, μπόνους και μετοχές. Από αυτό το ποσό, πλήρωσε 430.350 δολάρια σε φόρους [10].