Οι δημοκρατίες έχουν πλεονέκτημα στο να μάχονται πολέμους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι δημοκρατίες έχουν πλεονέκτημα στο να μάχονται πολέμους

Αυτό θα τις βοηθήσει να καταπολεμήσουν ασθένειες, επίσης
Περίληψη: 

Οι δημοκρατίες κερδίζουν πολέμους εν μέρει λόγω του άγχους της επανεκλογής που έχουν οι ηγέτες τους. Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες έχουν κίνητρο να αποφύγουν να χάσουν πολέμους, επειδή γνωρίζουν ότι οι μη δημοφιλείς πολιτικές συχνά οδηγούν στην απομάκρυνσή τους από το αξίωμα.

Ο DAN REITER είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην έδρα Samuel Candler Dobbs στο Πανεπιστήμιο Emory.
Ο ALLAN C. STAM είναι καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής και ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο Miller στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια και συνεργάτης στο Κέντρο Brute Krulak του Πανεπιστημίου των Πεζοναυτών (Marine Corps University).

Οι άνθρωποι έχουν υποθέσει εδώ και πολύ καιρό ότι οι αυταρχικοί και οι δικτάτορες έχουν ένα πλεονέκτημα στην διεξαγωγή πολέμου. Σήμερα, καθώς ο νέος κορωνοϊός σαρώνει ολόκληρο τον κόσμο, υπάρχει κάποια εικασία ότι οι απολυταρχίες έχουν ένα πλεονέκτημα [1] στην καταπολέμηση και αυτού του πολέμου. Οι αυταρχικοί μπορούν ενδεχομένως να επιβάλουν αποτελεσματικότερα τις εντολές περιορισμού κατ’ οίκον και να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητές τους στην παρακολούθηση ώστε να εμπλακούν καλύτερα στην ιχνηλάτηση των επαφών.

Αυτές οι ανησυχίες είναι αβάσιμες. Σε αντίθεση με τις δημοφιλείς πεποιθήσεις, οι δημοκρατίες είναι πιο αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση διαφόρων κρίσεων. Η έρευνά μας στην πολιτική επιστήμη διαπίστωσε ότι οι δημοκρατίες [2] είναι πιο πιθανό να κερδίσουν τους πολέμους τους από όσο οι απολυταρχίες. Από το 1816 έως το 1987, οι δημοκρατίες κέρδισαν περίπου το 76% των πολέμων τους, ενώ οι μη δημοκρατίες κέρδισαν περίπου το 46% των πολέμων τους. Ακόμα πιο εντυπωσιακό, οι δημοκρατίες σπάνια χάνουν όταν ξεκινούν πολέμους, κερδίζοντας στο 93% των περιπτώσεων.

08052020-1.jpg

Ένας Αμερικανός στρατιώτης στην διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου, στην Πόλη του Κουβέιτ, τον Φεβρουάριο του 1991. Andy Clark / Reuters
-------------------------------------------------------------------

Αυτό που ισχύει για τους πολέμους ενάντια σε στρατούς ισχύει επίσης για μια εκστρατεία κατά μιας ασθένειας. Παλαιότερες μελέτες έχουν δείξει ότι οι πολίτες στις δημοκρατίες είναι πιο υγιείς [3] από τους πολίτες που ζουν υπό τυραννία και ότι οι δημοκρατίες υποφέρουν χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας [4] από όσο οι δικτατορίες στις επιδημίες. Οι αναλύσεις των αντιδράσεων στην τρέχουσα πανδημία έχουν ήδη διαπιστώσει ότι μόλις αναφέρθηκε το δέκατο κρούσμα κορωνοϊού, οι δημοκρατίες ήταν ταχύτερες από τις δικτατορίες στο να κλείσουν τα σχολεία. Υπάρχει καλός λόγος να πιστεύουμε ότι τα χαρακτηριστικά που κάνουν τις δημοκρατίες να αποδίδουν καλύτερα στους πολέμους -ειδικά οι υπόλογοι ηγέτες και οι ανώτερες ροές πληροφοριών- τα καθιστούν πιο αποτελεσματικά και στην καταπολέμηση του κορωνοϊού επίσης.

ΝΙΚΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΑΧΗ

Στην έρευνά μας, διαπιστώσαμε ότι οι δημοκρατίες κερδίζουν πολέμους εν μέρει λόγω του άγχους της επανεκλογής που έχουν οι ηγέτες τους. Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες έχουν κίνητρο να αποφύγουν να χάσουν πολέμους, επειδή γνωρίζουν ότι οι μη δημοφιλείς πολιτικές συχνά οδηγούν στην απομάκρυνσή τους από το αξίωμα: Για παράδειγμα, οι πρόεδροι των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα και Ντόναλντ Τραμπ [5], αμφότεροι έλαβαν μέτρα για να περιορίσουν την εμπλοκή [αμερικανικών] στρατευμάτων στην Συρία γι’ αυτόν τον λόγο. Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές οι εκλεγμένοι ηγέτες ξεκινούν ή κλιμακώνουν πολέμους που εξελίσσονται άσχημα, όπως έκανε ο πρόεδρος Lyndon B. Johnson στο Βιετνάμ και ο πρόεδρος George W. Bush στο Ιράκ. Αλλά η τελική πτώση της πολιτικής μοίρας αυτών των ηγετών χρησιμεύει ως μια διαρκής σύσταση για προσοχή στους διαδόχους τους.

Ως αποτέλεσμα, οι εκλεγμένοι ηγέτες ξεκινούν κακοσχεδιασμένους πολέμους λιγότερο συχνά από άλλους ηγέτες. Οι δικτάτορες δεν έχουν τέτοιες ανησυχίες επανεκλογής και είναι πιο σίγουροι ότι μπορούν να καταπιέσουν την λαϊκή αντιπολίτευση προκειμένου να παραμείνουν στην θέση τους. Είναι επομένως πιο πιθανό να ξεκινήσουν πολέμους με ρίσκο, τους οποίους μπορεί να μην κερδίσουν. Ο Ιρακινός πρόεδρος Σαντάμ Χουσεΐν, για παράδειγμα, κατάφερε να συντρίψει την εγχώρια αντιπολίτευση μετά την καταστροφική εισβολή του το 1980 στο Ιράν και την εισβολή το 1990 στο Κουβέιτ.

Οι ανώτερες ροές πληροφοριών βοηθούν επίσης τις δημοκρατίες να κερδίσουν πολέμους. Οι δημοκρατικοί ηγέτες κάνουν καλύτερες επιλογές για τους πολέμους, επειδή τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης διευκολύνουν τον ανοιχτό διάλογο, εκθέτοντας τις κακές ιδέες και προωθώντας τις καλές. Αυτό το περιβάλλον ανοιχτής συζήτησης αυξάνει επίσης την πιθανότητα οι δημοκρατικοί ηγέτες να κληρονομήσουν και να επιλέξουν εξειδικευμένους συμβούλους και στρατιωτικούς αξιωματούχους -ακόμη και αντιπάλους μερικές φορές- που με την σειρά τους παρέχουν καλύτερες συμβουλές. Για παράδειγμα, η πρωθυπουργός της Ινδίας, Ίντιρα Γκάντι, φρονίμως ανέστειλε την επίθεση στο Πακιστάν [6] το 1971 έως ότου είχε ένα πολύ ελπιδοφόρο (και τελικά επιτυχημένο) στρατιωτικό σχέδιο και ο καιρός ήταν ευνοϊκός. Και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους [ο πρεσβύτερος], διεξήγαγε εκτενείς συζητήσεις μεταξύ των συμβούλων του το 1990 για τον πόλεμο εναντίον του Ιράκ, κάτι που παρήγαγε μια από τις πιο αποφασιστικές νίκες [7] στην στρατιωτική ιστορία.

Οι δικτάτορες είναι πιο αντίθετοι στην ανοιχτή συζήτηση επειδή φοβούνται εσωτερικές πολιτικές απειλές. Είναι πιο πιθανό να διορίσουν και να προωθήσουν οσφυοκάμπτες (yes men), οι οποίοι δεν έχουν κίνητρα για να παρέχουν στους ηγέτες τους την ωμή αλήθεια ή/και είναι ακατάλληλοι να παρέχουν συνετές συμβουλές. Οι αραβικές επιθέσεις από την Συρία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία και το Ιράκ στο Ισραήλ το 1948, το 1969 και το 1973 κατέληξαν σε ήττα. Η κακοσχεδιασμένη σοβιετική επίθεση στην Φινλανδία το 1939 [8] είναι ένα τέλειο παράδειγμα μιας Πύρρειας νίκης, αφήνοντας περισσότερους από 100.000 Σοβιετικούς νεκρούς και μόνο μερικά κομματάκια φινλανδικής τούνδρας για να επιδεικνύουν σε αντιδιαστολή. Και παρότι οι Αμερικανοί θρηνούν τον μακρύ πόλεμο στο Αφγανιστάν, η σοβιετική εισβολή του 1979 στο Αφγανιστάν αποδείχθηκε πολύ χειρότερη για τη Μόσχα, με ίσως 15.000 νεκρούς και απολύτως κανένα κέρδος.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ