Ο πολιτικός έλεγχος του στρατού είναι ένα κομματικό ζήτημα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο πολιτικός έλεγχος του στρατού είναι ένα κομματικό ζήτημα

Πάρα πολλοί Αμερικανοί δεν συμφωνούν με ένα βασικό δόγμα της δημοκρατίας
Περίληψη: 

Οι Αμερικανοί είναι εκπληκτικά άνετοι με την στρατιωτική συμμετοχή στην δημόσια συζήτηση για την πολιτική. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων συμφωνεί ότι «ανώτεροι αξιωματικοί πρέπει να συνηγορούν δημόσια για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις πολιτικές που προτιμούν». Και σε θέματα στρατιωτικής δράσης η γνώμη τους πρέπει να υπερισχύει του προέδρου.

Ο RONALD R. KREBS είναι καθηγητής στην έδρα Beverly and Richard Fink στο Liberal Arts, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα και συντάκτης στην επιθεώρηση Security Studies.
Ο ROBERT RALSTON είναι προδιδακτορικός συνεργάτης στο Albritton Center for Grand Strategy στο Πανεπιστήμιο Texas A&M και υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Μινεσότα.

Κανένας πρόεδρος στην σύγχρονη αμερικανική ιστορία δεν έχει καταπατήσει τους κανόνες των δημοκρατικών πολιτικο-στρατιωτικών σχέσεων όπως ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Νωρίς στην διοίκησή του, έβαλε στο υπουργικό συμβούλιό του στρατιωτικούς αξιωματικούς εν αποστρατεία, τους οποίους ονόμασε «οι στρατηγοί μου», μόνο για να καταρρεύσουν οι σχέσεις του μαζί τους εν μέσω δημόσιας πικρίας. Έκτοτε, έχει μεταβιβάσει σημαντικές αποφάσεις σχετικά με την χρήση βίας σε αξιωματικούς, έσυρε επανειλημμένα τις ένοπλες δυνάμεις στην κομματική πολιτική, και ακύρωσε αποφάσεις του στρατού για το [στρατιωτικό] προσωπικό και την δικαιοσύνη [στον στρατό]. Κατά την διάρκεια των διαμαρτυριών που ξέσπασαν σε ολόκληρη την χώρα λόγω της αστυνομικής βίας εναντίον Αφρο-αμερικανών, ο Τραμπ απείλησε να επικαλεστεί τον Νόμο περί Εξέγερσης και να αναπτύξει ενεργά στρατεύματα στους δρόμους του έθνους.

15072020-1.jpg

Ο Τραμπ σε ομιλία του σεα αμερικανικά στρατεύματα στο Fort Drum, στη Νέα Υόρκη, τον Αύγουστο του 2018. Carlos Barria / Reuters
-----------------------------------------------------------

Όμως μέχρι πολύ πρόσφατα, οι τακτικές παραβιάσεις των πολιτικο-στρατιωτικών κανόνων από τον πρόεδρο φάνηκαν να κάνουν μικρή εντύπωση στο αμερικανικό κοινό. Η έρευνά μας στην κοινή γνώμη μάς εξηγεί το γιατί: πολλοί Αμερικανοί δεν εγκρίνουν σημαντικές πτυχές αυτών των κανόνων και οι απόψεις τους για τις πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις, όπως και πολλές άλλες σε αυτήν την πολωμένη εποχή, καθοδηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την κομματική προτίμηση. Πέρα από τις αρχές ή την ιδεολογία, η κομματική πολιτική εξηγεί το πώς οι Αμερικανοί σκέπτονται ότι πρέπει να αλληλεπιδρούν οι στρατιωτικοί και οι πολιτικοί αξιωματούχοι.

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Όλα τα καθεστώτα θέλουν ένοπλες δυνάμεις που να είναι ταυτόχρονα ικανές στην εθνική άμυνα και υφιστάμενες στους πολιτικούς ηγέτες. Όμως, η επιταγή του να φυλάσσεις τους φύλακες είναι μεγαλύτερη στις δημοκρατίες, οι οποίες επιμένουν στην λογοδοσία απέναντι στον λαό όσων είναι υπεύθυνοι για την λήψη αποφάσεων. Κατά συνέπεια, ενώ οι στρατιωτικοί αξιωματικοί έχουν την ευθύνη να συμβουλεύουν πολιτικούς και αξιωματούχους, δεν έχουν κανένα δικαίωμα να επιβάλλουν τις κρίσεις τους σε αυτούς τους πολίτες. Η βούληση εκλεγμένων, υπό λογοδοσία ηγετών πρέπει να υπερισχύει για την «κυβέρνηση, από τον, προς τον, και για τον λαό», για να δανειστούμε [την φράση] από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Αβραάμ Λίνκολν.

Αυτό το βασικό δόγμα της δημοκρατικής θεωρίας απέδωσε αρχές και κανόνες στις οποίες έχουν εκπαιδευθεί γενιές στρατιωτικών αξιωματικών. Αυτά περιλαμβάνουν ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να υπόκεινται σε ουσιαστική πολιτική εποπτεία, ότι οι πολιτικοί ηγέτες θα πρέπει να λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις σχετικά με το εάν θα χρησιμοποιηθεί ή όχι στρατιωτική βία, και ότι οι στρατιωτικοί αξιωματικοί πρέπει να εκφράζουν τις απόψεις τους πίσω από κλειστές πόρτες, παρά δημοσίως. Για να προωθήσουν αυτήν την συναινετική συμπεριφορά, οι ειδικοί στις πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις έχουν από καιρό συμβουλέψει την αμερικανική κυβέρνηση να επενδύει σε θεσμούς που καλλιεργούν τον στρατιωτικό επαγγελματισμό, που κοινωνούν τους αξιωματικούς στους δημοκρατικούς κανόνες, και που βελτιώνουν την ικανότητα των πολιτών να παρακολουθούν τους στρατιωτικούς αξιωματούχους και να τους θέτουν υπό λογοδοσία.

Σπάνια έχουν αναγνωρίσει την σιωπηρή προϋπόθεση αυτών των δεσμεύσεων: ότι εάν ο στρατός πρόκειται να παραμείνει εντός των καθορισμένων ορίων του, το κοινό πρέπει να κατανοήσει και να εγκρίνει αυτούς τους δημοκρατικούς κανόνες πολιτικο-στρατιωτικών σχέσεων. Στην πραγματικότητα, είναι γνωστά εκπληκτικά λίγα για το τι πραγματικά πιστεύει το κοινό των ΗΠΑ για τις πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις. Δεκαετίες δημοσκοπήσεων [1] επιβεβαιώνουν ότι οι Αμερικανοί έχουν μεγάλη σιγουριά για τον στρατό τους -περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό ή κοινωνικό θεσμό για τουλάχιστον τα τελευταία 21 χρόνια- παρά τους δύο σε μεγάλο βαθμό αντιδημοφιλείς και ανεπιτυχείς πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν επίσης ότι οι Ρεπουμπλικανοί έχουν περισσότερη σιγουριά [2] για τον στρατό από όσο οι Δημοκρατικοί. (Το κομματικό χάσμα διευρύνθηκε σημαντικά μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, συρρικνώθηκε κάπως στην αρχή της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα το 2009 και στην συνέχεια μεγάλωσε εκ νέου εντυπωσιακά μετά την εκλογή του Τραμπ το 2016). Αλλά το αν η εμπιστοσύνη ή η μη εμπιστοσύνη στον στρατό είχε σχέση με την τήρηση των δημοκρατικών πολιτικο-στρατιωτικών κανόνων παρέμενε σε μεγάλο βαθμό άγνωστο διότι, με σπάνιες [3] εξαιρέσεις [4], οι δημοσκόποι δεν είχαν υποβάλει λεπτομερείς ερωτήσεις σχετικά με τις απόψεις των Αμερικανών για τις πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις.