Η εκτός ελέγχου πανδημία της Ινδίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εκτός ελέγχου πανδημία της Ινδίας

Το Νέο Δελχί μετράει το κόστος του ότι εξέλαβε λανθασμένα την επιδημιολογία

Η ινδική κυβέρνηση θα μπορούσε να ήταν λιγότερο εφησυχασμένη εάν είχε περισσότερους επιδημιολόγους μολυσματικών ασθενειών στις τάξεις της. Σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, η Ινδία δεν διαθέτει έναν επίσημο κλάδο δημόσιας υγείας στην κεντρική της κυβέρνηση. Όταν η Ινδία κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1947, υπήγαγε την γραφειοκρατία της δημόσιας υγείας στο Υπουργείο Υγείας, ουσιαστικά εξαλείφοντας το τμήμα. Το Υπουργείο έχει επικεντρωθεί στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και στην έρευνα, αλλά κανένα τμήμα δεν επικεντρώνεται στην δημόσια υγεία, το οποίο, υπό συνηθισμένες συνθήκες, θα ήταν υπεύθυνο για την παρακολούθηση της νόσου και την ανίχνευση, τον έλεγχο και την εξάλειψη των επιδημιών από μολυσματικές ασθένειες. Η Ινδία δεν έχει σημαντική ικανότητα σε εθνικό επίπεδο για την παρακολούθηση της δημόσιας υγείας σε πραγματικό χρόνο.

Αυτή η έλλειψη σχετικής εμπειρογνωμοσύνης στην λήψη κυβερνητικών αποφάσεων οδήγησε σε μεγάλα λάθη. Καθώς οι αριθμοί της COVID-19 σημείωναν ανοδική πορεία, η κυβέρνηση διέταξε μια απαγόρευση της κυκλοφορίας 14 ωρών στις 22 Μαρτίου, αποδεχόμενη την ιδέα ότι ο ιός μεταδίδεται σε επιφάνειες και ότι θα πεθάνει σε 12 ώρες. Δύο ημέρες αργότερα, καθώς οι αριθμοί των κρουσμάτων συνέχισαν να αυξάνονται, κυβερνητικοί αξιωματούχοι φαίνονταν να έχουν πανικοβληθεί και διέταξαν lockdown τριών εβδομάδων [4] ολόκληρης της χώρας ώστε να διακοπεί η μετάδοση. Το lockdown ήρθε τα μεσάνυχτα με μόλις τέσσερις ώρες προειδοποίησης, ρίχνοντας εκατομμύρια ζωές σε αταξία. Σε πόλεις σε όλη την χώρα, οι άνθρωποι συσσωρεύονταν γύρω από καταστήματα και αγορές για να εφοδιαστούν για τρεις εβδομάδες, παράγοντας ακριβώς το αντίθετο του επιθυμητού αποτελέσματος, και επιτρέποντας την περαιτέρω εξάπλωση της νόσου.

Εάν το lockdown των τριών εβδομάδων είχε ως στόχο να προλάβει την κλιμάκωση της πανδημίας, σίγουρα απέτυχε. Μέχρι το τέλος εκείνης της περιόδου, οι αριθμοί των κρουσμάτων είχαν αυξηθεί κατά 2.100 τοις εκατό. Οι Αρχές διπλασίασαν -τριπλασίασαν, στην πραγματικότητα- το lockdown, επεκτείνοντάς το τρεις φορές, χωρίς να ισοπεδώσουν ποτέ την καμπύλη.

Η έλλειψη επιδημιολογικής εξειδίκευσης στην λήψη κυβερνητικών αποφάσεων ήταν καταφανής. Δεν ήταν απαραίτητο να επιμείνουμε σε ένα εθνικό προληπτικό lockdown, το οποίο επεκτάθηκε ακόμη και σε πολιτείες και περιοχές χωρίς ούτε μια τεκμηριωμένη μόλυνση. Αντ' αυτού, η κυβέρνηση θα έπρεπε να προτρέψει την καθολική χρήση μάσκας, η οποία θα επέτρεπε την συνέχιση πολλών οικονομικών δραστηριοτήτων. Θα έπρεπε να ενθαρρύνει την επιλεκτική απομόνωση ατόμων που κινδυνεύουν ιδιαίτερα από την ασθένεια -τους ηλικιωμένους και εκείνους με σοβαρές υποκείμενες ασθένειες - που θα είχαν αποτρέψει πολλούς θανάτους. Αλλά πάνω απ' όλα, οι ίδιοι οι Ινδοί ηγέτες δεν κατάλαβαν την επιδημιολογική κρίση μπροστά τους˙ η έλλειψη κατανόησής τους πέρασε στο κοινό, καθιστώντας πιο δύσκολη την αλλαγή συμπεριφορών. Με μια μεγαλύτερη εξειδίκευση να καθοδηγεί την πολιτική, οι αξιωματούχοι θα μπορούσαν να είχαν χορηγήσει ένα «κοινωνικό εμβόλιο», τόσο επιβραδύνοντας την εξάπλωση της νόσου όσο και προστατεύοντας την οικονομία. Αντ' αυτού, οι ενέργειές τους δεν έλεγξαν ουσιαστικά τον ιό και έριξαν την οικονομία από έναν γκρεμό.

ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Ο συνολικός αριθμός κρουσμάτων στην Ινδία στις αρχές Σεπτεμβρίου ήταν επίσημα περίπου 4,3 εκατομμύρια, αλλά ο πραγματικός αριθμός [5] μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 20 και 40 εκατομμυρίων. Από επιδημιολογική προοπτική, τώρα είναι η χειρότερη στιγμή για να αρθεί το lockdown, καθώς ο αριθμός των μολύνσεων θα συνεχίσει να αυξάνεται. Όμως, τα lockdown έχουν επηρεάσει καταστροφικά την οικονομία της Ινδίας. Το ΑΕΠ της Ινδίας έχει συρρικνωθεί κατά σχεδόν ένα τέταρτο -23,9% [6]- οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπους σε πραγματική δυσκολία και στέρηση. Η κυβέρνηση έχει τώρα δώσει προτεραιότητα στην οικονομία έναντι της αναχαίτισης της νόσου και δικαίως, καθώς τα lockdown φαίνεται να έχουν επιτύχει ελάχιστα.

Υπάρχουν μερικές φωτεινές αχτίδες σε αυτό το σκοτεινό σύννεφο. Τα ποσοστά των θανάτων στην Ινδία φαίνεται να είναι πολύ χαμηλότερα από εκείνα σε άλλα μέρη του κόσμου, ειδικά στην Δύση. Για παράδειγμα, το ποσοστό θνησιμότητας της Ιταλίας είναι 14%, ενώ στην Ινδία είναι μόλις 2%. Φυσικά, οι αριθμοί της Ινδίας δεν είναι πάντοτε αξιόπιστοι, αλλά ακόμη και αν ο πραγματικός δείκτης της Ινδίας είναι λίγο υψηλότερος -3% ή 4%- εξακολουθεί να είναι σημαντικά χαμηλότερος από τον ρυθμό της Ιταλίας. Αυτό το χάσμα είναι ένα μέτρο όχι της ποιότητας της ινδικής υγειονομικής περίθαλψης αλλά της σχετικά νεαρής ηλικίας του ινδικού πληθυσμού. Η μέση ηλικία στην Ινδία είναι τα 28 έτη. Στην Ιταλία είναι τα 47. Το 6% των Ινδών -και το 23% των Ιταλών- είναι άνω των 65 ετών. Οι ηλικιωμένοι είναι πιο ευάλωτοι σε επιπλοκές που οφείλονται στην COVID-19.

Ο ιός μπορεί επίσης να γίνεται ασθενέστερος ως λοιμογόνο αλλά πιο μολυσματικός με την πάροδο του χρόνου. Η σχετικά καθυστερημένη εξάπλωση της COVID-19 στην Ινδία (σε σύγκριση με την αρχική εξάπλωσή της στην Ιταλία, για παράδειγμα) δίνει στους Ινδούς καλύτερες πιθανότητες να επωφεληθούν από την πιθανή αποδυνάμωση της νόσου. Μια τέτοια μεταβολή ίσως να βοηθήσει στην εξήγηση του σχετικά χαμηλού ποσοστού θανάτων στην Ινδία παρά την έλλειψη ισχυρών αντιιικών φαρμάκων για την COVID-19. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την θεραπεία της νόσου, όπως η υδροξυχλωροκίνη, το remdesivir, τα κορτικοστεροειδή και το θεραπευτικό πλάσμα, μπορεί μερικές φορές να μειώσουν τους θανάτους από τη νόσο, αλλά στην Ινδία αυτές οι θεραπείες είναι διαθέσιμες μόνο για τους πολύ πλούσιους.