Η αέναη φαντασίωση της αμερικανικής ισχύος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αέναη φαντασίωση της αμερικανικής ισχύος

Ούτε ο Τραμπ ούτε ο Μπάιντεν σκοπεύουν να αποστρατιωτικοποιήσουν την εξωτερική πολιτική
Περίληψη: 

Ένα πρώτο βήμα προς την οικοδόμηση των ενάρετων Ηνωμένων Πολιτειών που επιθυμεί ο υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, είναι να αποφύγει άσκοπες και μάταιες ένοπλες συγκρούσεις. Αυτό θα απαιτήσει έναν ριζικό επαναπροσανατολισμό των πολιτικών εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Ο ANDREW BACEVICH είναι Πρόεδρος του Quincy Institute for Responsible Statecraft και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο After the Apocalypse: America’s Role in a World Transformed [1] (επερχόμενο).

Στην φετινή προεκλογική εκστρατεία, οι υποψήφιοι έχουν παρακάμψει σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων ως ένα εργαλείο της πολιτικής των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η κορυφαία και πιο ενεργή στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί βρίσκουν άλλα πράγματα για να συζητήσουν.

Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, διαδοχικές διοικήσεις έθεσαν με ενθουσιασμό σε λειτουργία την στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η σημαία του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών έχει συγκεντρώσει 34 επιπλέον κορδέλες [2] –μια για κάθε ξεχωριστή εκστρατεία που διεξάγεται από αμερικανικά στρατεύματα. Η αεροπορία και το ναυτικό έχουν επίσης το μερίδιό τους, πραγματοποιώντας περισσότερες από 100.000 αεροπορικές επιθέσεις μόνο τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

21092020-1.jpg

Ένας Αμερικανός στρατιώτης κάνει διάλειμμα στην κοιλάδα Pesh στην επαρχία Κουνάρ, στο Αφγανιστάν, τον Αύγουστο του 2009. Carlos Barria / Reuters
---------------------------------------------------------

Δυστυχώς, αυτός ο ξέφρενος ρυθμός στρατιωτικής δραστηριότητας σπάνια παρήγαγε θετικά αποτελέσματα. Όπως μετριέται με τους δηλωμένους στόχους τους, οι «μακροχρόνιοι πόλεμοι» στο Αφγανιστάν και το Ιράκ έχουν αποτύχει ξεκάθαρα, όπως και οι μικρότερες εκστρατείες που είχαν σκοπό να προσδώσουν κάποια εγγύτητα ειρήνης και σταθερότητας στην Λιβύη, την Σομαλία και την Συρία. Μια εξίσου δυσμενής κρίση ισχύει και για τη νεφελώδη επιχείρηση που κάποτε μεγαλοπρεπώς αναφερόταν ως ο «παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», ο οποίος συνεχίζεται χωρίς κάποιο τέλος στον ορίζοντα.

Και όμως φαίνεται να υπάρχει ελάχιστη περιέργεια στην πολιτική των ΗΠΑ σήμερα για το γιατί οι πρόσφατες στρατιωτικές προσπάθειες, που έγιναν με μεγάλο κόστος σε αίμα και πλούτο, απέδωσαν τόσο λίγα από την πλευρά της διατηρήσιμης επιτυχίας. Είναι ευρέως παραδεκτό ότι «έγιναν λάθη» –εξέχον ανάμεσά τους ο πόλεμος του Ιράκ που ξεκίνησε το 2003. Ωστόσο, μέσα στους κύκλους του κατεστημένου, οι μεγαλύτερες επιπτώσεις τέτοιων καταστροφικών λαθών παραμένουν ανεξερεύνητες. Πράγματι, η παρεμβατική εξωτερική πολιτική της χώρας θεωρείται σε μεγάλο βαθμό δεδομένη και το κοινό δίνει λίγη προσοχή. Η δολοφονία Μαύρων από την αστυνομία προκαλεί οργή -και δικαίως. Οι ανεπιτυχείς πόλεμοι προκαλούν μόνο αδιαφορία.

Η ΧΙΜΑΙΡΑ ΤΗΣ «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ»

Σχεδόν ομόφωνα οι Αμερικανοί «υποστηρίζουν τα στρατεύματα». Ωστόσο, αποφεύγουν να ερευνούν πολύ βαθιά για το τι έχουν επιτύχει τα στρατεύματα σε επικίνδυνες καταστάσεις τις τελευταίες δεκαετίες. Ο σεβασμός προς τον στρατό έχει γίνει μια συνήθης ευλάβεια στην αμερικανική ζωή. Για παράδειγμα, αποδεχόμενος την υποψηφιότητα του Δημοκρατικού Κόμματος για την προεδρία, ο Τζο Μπάιντεν έκλεισε την ομιλία του [3] με μια έκκληση προς το Θείο εξ ονόματος των στρατιωτών του έθνους: «Και ο Θεός να προστατεύει τα στρατεύματά μας». Ωστόσο, πουθενά στην 24ωρη ομιλία του, ο Μπάιντεν δεν έκανε καμία αναφορά στο τι έκαναν τα στρατεύματα των ΗΠΑ εκείνη την στιγμή ή γιατί συγκεκριμένα χρειάζονταν την προστασία του Θεού. Ούτε προσέφερε κάποιες σκέψεις για το πώς μια διοίκηση Μπάιντεν θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα διαφορετικά.

Οι Αμερικανοί δεν θέλουν ιδιαίτερα να ακούν περί πολέμου [4] ή περί πιθανότητας πολέμου στην παρούσα εποχή των επικαλυπτόμενων και αλληλοενισχυόμενων κρίσεων. Και ο Μπάιντεν τους έκανε την χάρη στην πιο σημαντική ομιλία της καριέρας του. Ο διάσημα ευφραδής πολιτικός ανέφερε τους πρόσφατους πολέμους των ΗΠΑ μόνο επί τροχάδην, αναφερόμενος εν συντομία στον τεθνεώτα γιό του, ο οποίος υπηρέτησε στο Ιράκ, και επικρίνοντας σφοδρά τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, που δεν ανταποκρίθηκε πιο επιθετικά στις αποκαλύψεις ότι η Ρωσία επικήρυξε τους στρατιώτες των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν.

Αυτή η αποστροφή για απολογισμό των πρόσφατων πολέμων των ΗΠΑ δεν είναι καθόλου μοναδική για τον Μπάιντεν ούτε περιορίζεται στο Δημοκρατικό Κόμμα. Είναι μια διακομματική τάση. Αποτρέπει επίσης την από μακρού χρόνου καθυστερημένη επανεξέταση της βασικής πολιτικής εθνικής ασφάλειας.

Στο χρονικό διάστημα από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2016, ηγέτες και των δύο πολιτικών κομμάτων συνεργάστηκαν προσπαθώντας να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα και την αναγκαιότητα αυτού που συνήθως αποκαλούσαν «αμερικανική παγκόσμια ηγεσία». [5]. Ενσωματωμένη σε αυτήν την φαινομενικά καλοήθη φράση ήταν μια υψηλή στρατηγική στρατιωτικοποιημένης υπεροχής. Δυστυχώς, τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν με αυτή την επίδειξη της παγκόσμιας ηγεσίας αποδείχθηκαν ότι ήταν οτιδήποτε άλλο παρά καλοήθη, όπως μαρτυρούν οι αναταραχές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Αν και η αμυντική βιομηχανία και οι σύμμαχοί της έχουν επωφεληθεί [6] από τους αμερικανικούς πολέμους, ο αμερικανικός λαός τα πήγε λιγότερο καλά. Οι παρατεταμένοι πόλεμοι δεν κάνουν τους Αμερικανούς πιο ελεύθερους ή πιο ευημερούντες. Αντίθετα, έχουν φορτώσει το έθνος με τεράστιο χρέος και έχουν αποσπάσει προσοχή και πόρους από παραμελημένες εγχώριες προτεραιότητες.

Το 2020, σηματοδοτούνται κι άλλες ευκαιρίες για ανατριχιαστική, στρατιωτικοποιημένη ηγεσία των ΗΠΑ. Η Κίνα προσφέρει το πιο προφανές παράδειγμα για τα γεράκια, με τις εκκλήσεις [7] οι Ηνωμένες Πολιτείες να έρθουν αντιμέτωπες με την Λαϊκή Δημοκρατία να γίνονται ολοένα και πιο επίμονες. Πολλοί στην Ουάσιγκτον φαίνεται να καλωσορίζουν την προοπτική ενός σινο-αμερικανικού ψυχρού πολέμου. Άλλοι υποψήφιοι χώροι για την επίδειξη αποφασιστικής ηγεσίας των ΗΠΑ περιλαμβάνουν επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, της Ρωσίας και ακόμη και της εξαθλιωμένης Βενεζουέλας, με εξέχοντα πρόσωπα [8] στην Ουάσινγκτον [στμ: Beltway στο πρωτότυπο] πρόθυμα να προσπαθήσουν αλλαγή καθεστώτος στο Καράκας.