Η εξωτερική πολιτική για την ημέρα μετά τον Τραμπ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εξωτερική πολιτική για την ημέρα μετά τον Τραμπ

Οραματιζόμενοι ξανά -όχι αποκαθιστώντας- την φιλελεύθερη διεθνή τάξη
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αποδεχτούν την πραγματικότητα ότι οι αντίπαλοί τους, όπως η Κίνα, είναι ισχυρότεροι από όσο ήταν κάποτε και θα έχουν μεγαλύτερη επιρροή, αλλά η Ουάσιγκτον πρέπει να αντισταθεί σε οποιεσδήποτε προσπάθειες να δημιουργήσουν σφαίρες κυριαρχίας, είτε εδαφικές είτε τεχνολογικές, που να είναι αδιαπέραστες σε εξωτερική εμπορική, στρατιωτική ή διπλωματική πρόσβαση.

Η REBECCA LISSNER είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Naval War College.
Η MIRA RAPP-HOOPER είναι ανώτερη συνεργάτις στο Council on Foreign Relations και στο στο China Center της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Yale.
Είναι οι συγγραφείς του βιβλίου με τίτλο An Open World: How America Can Win the Contest for Twenty-First-Century Order (Yale University Press, September 2020), από την οποίο έχει προσαρμοστεί αυτό το δοκίμιο.

Πηγαίνοντας προς τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, οι ψηφοφόροι στις Ηνωμένες Πολιτείες πιθανότατα θα επικεντρωθούν στην ανεξέλεγκτη πανδημία του κορωνοϊού, στην κουρελιασμένη οικονομία, στην αναπάντητη έκκληση για φυλετική δικαιοσύνη, και στην κλιματική κρίση. Αλλά ένα άλλο τεράστιο ζήτημα εξαρτάται από την κάλπη: το μέλλον του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο. Το σοκ της πανδημίας COVID-19 ενίσχυσε την στρατηγική «Πρώτα η Αμερική» του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προσφέροντας ένα έτοιμο σκεπτικό για το κλείσιμο των συνόρων, την περικοπή του διεθνούς εμπορίου, και την υιοθέτηση μιας προσέγγισης «εκμεταλλεύσου τον γείτονα» στην ανάπτυξη εμβολίων. Ορισμένα από αυτά τα μέτρα ήταν απαραίτητα, αλλά δεν πρέπει να αποτελέσουν το σχεδιάγραμμα για το μέλλον της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

01102020-1.jpg

Πεζοναύτες των ΗΠΑ κοντά στο λιμάνι του Δυρραχίου, στην Αλβανία, τον Μάρτιο του 1997. Yannis Behrakis / Reuters
-------------------------------------------------------

Η επόμενη διοίκηση θα αντιμετωπίσει ένα πολιορκούμενο έθνος και κόσμο, αλλά θα κληρονομήσει επίσης μια ιστορική ευκαιρία να αντιμετωπίσει αυτές τις συνθήκες με μια νέα στρατηγική. Εάν ο πρώην αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν κερδίσει την προεδρία, η ομάδα του πιθανότατα θα βρεθεί να σύρεται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Εν μέσω αδυσώπητων κρίσεων, η νέα διοίκηση μπορεί να μπει στον πειρασμό να επαναφέρει, αντί να οραματιστεί ξανά, την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ με την ελπίδα να αντιστρέψει τα τέσσερα χρόνια ζημιάς στην φιλελεύθερη διεθνή τάξη [1]. Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος του Μπάιντεν θα απευθύνει επίσης εκκλήσεις σε αμφότερες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος για μια στρατιωτική και οικονομική υποχώρηση με το επιχείρημα ότι η ασφάλεια των ΗΠΑ εξυπηρετείται καλύτερα κάνοντας την χώρα πιο αυτάρκη και μειώνοντας τις παγκόσμιες φιλοδοξίες της.

Ούτε μια νοσταλγική αναζήτηση για την παλιά φιλελεύθερη τάξη ούτε μια απομονωτική υποχώρηση θα εξυπηρετήσει τελικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ ή θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να πλοηγηθεί με επιτυχία στον κόσμο. Η χώρα έχει ένα παράθυρο που κλείνει για να αναδιαμορφώσει την εξωτερική της πολιτική ώστε να διασφαλίσει ότι θα παραμείνει ισχυρή, παρόλο που δεν είναι πλέον η αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη. Εάν αποτύχουν να μεταμορφώσουν την προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρεθούν πιο αδύναμες απέναντι σε αντίπαλες μεγάλες δυνάμεις και σε απειλές χωρίς σύνορα, και λιγότερο ικανές να εγγυηθούν την δική τους ασφάλεια και ευημερία. Αυτή η απαραίτητη εξέλιξη θα απαιτήσει από την Ουάσινγκτον να αποφύγει την μεταψυχροπολεμική ύβρη, με τους μεγαλαυχείς ισχυρισμούς της για φιλελεύθερο οικουμενισμό. Αντ' αυτού, αξιωματούχοι των ΗΠΑ πρέπει να προωθήσουν ένα θετικό όραμα για μια διεθνή τάξη που να μπορούν να το αγκαλιάσουν οι σύμμαχοι και οι συνεργάτες τους –ένα [όραμα] που έχουμε ονομάσει «ανοιχτό κόσμο»

Η τρέχουσα περίοδος της αποδιοργάνωσης και της αναταραχής αποτελεί τη μεγαλύτερη ευκαιρία δημιουργίας τάξης στον κόσμο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου -και ίσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ηγηθούν στη μετατροπή της παρούσας καταστροφής σε μια εποχή δημιουργίας.

ΕΝΑΣ ΑΝΟΙΚΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Στο «The Open World: What America Can Achieve After Trump» («Ο Ανοιχτός Κόσμος: Τι μπορεί να επιτύχει η Αμερική μετά τον Τραμπ») [2] (Foreign Affairs, Μάιος / Ιούνιος 2019), υποστηρίξαμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να παραμείνουν ασφαλείς και ευημερούσες μόνο σε ένα ελεύθερο και ανοιχτό διεθνές σύστημα. Έκτοτε, μια εποχική παγκόσμια πανδημία αποκάλυψε ότι οι διεθνείς θεσμοί είναι ξεφτισμένοι και η πολυμερής συνεργασία είναι φευγαλέα, καθιστώντας πολύ πιθανό ότι τα κράτη θα επιδιώξουν την ασφάλειά τους κλείνοντας τον εαυτό τους από τον κόσμο. Αν και η λεγόμενη φιλελεύθερη διεθνής τάξη υπηρέτησε τις Ηνωμένες Πολιτείες καλά για δεκαετίες, πολλές δυνάμεις έχουν διαβρώσει τα θεμέλιά της: η συνεχιζόμενη άνοδος της Κίνας και η διάδοση της ισχύος από τα δυτικά προς τα ανατολικά˙ η ταχεία τεχνολογική αλλαγή στις τηλεπικοινωνίες, στην τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή παρακολούθηση˙ και η αυξανόμενη εγχώρια δυσλειτουργία στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες δημοκρατίες. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν ακόμα να διασφαλίσουν τα πιο αγαπημένα τους συμφέροντα ακόμη και αν παραιτηθούν από τις φιλοδοξίες τους για παγκόσμια υπεροχή και για οικουμενικό φιλελευθερισμό.

Ένας ανοιχτός κόσμος είναι εκείνος στον οποίο τα κράτη είναι ελεύθερα να λαμβάνουν ανεξάρτητες πολιτικές αποφάσεις˙ τα διεθνή ύδατα, ο εναέριος χώρος και το διάστημα παραμένουν προσβάσιμα σε στρατιωτική και εμπορική κυκλοφορία˙ και οι χώρες συνεργάζονται ανεπίσημα και μέσω εκσυγχρονισμένων διεθνών θεσμών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αποδεχτούν την πραγματικότητα ότι οι αντίπαλοί τους, όπως η Κίνα, είναι ισχυρότεροι από όσο ήταν κάποτε και θα έχουν μεγαλύτερη επιρροή, αλλά η Ουάσιγκτον πρέπει να αντισταθεί σε οποιεσδήποτε προσπάθειες να δημιουργήσουν σφαίρες κυριαρχίας [3] -είτε εδαφικές είτε τεχνολογικές- που να είναι αδιαπέραστες σε εξωτερική εμπορική, στρατιωτική ή διπλωματική πρόσβαση. Αυτό σημαίνει να αντιταχθούν στις προσπάθειες των εχθρικών εθνών να κυριαρχήσουν στις περιφέρειές τους, να ανατρέψουν τις πολιτικές διαδικασίες ανεξάρτητων κρατών, και να κλείσουν ζωτικούς ναυτιλιακούς διαύλους, εναέριους χώρους ή χώρους πληροφοριών.