Ο φόβος για τον λαϊκισμό του Τραμπ μπορεί να σώσει τις αμερικανικές συμμαχίες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο φόβος για τον λαϊκισμό του Τραμπ μπορεί να σώσει τις αμερικανικές συμμαχίες

Οι συνεργάτες των ΗΠΑ γνωρίζουν ότι πρέπει να βοηθήσουν τον Biden να πετύχει
Περίληψη: 

Η μοίρα του συστήματος ασφαλείας των ΗΠΑ θα μορφοποιηθεί τόσο ανάλογα με το πώς οι σύμμαχοι των ΗΠΑ θα ανταποκρίνονται στην διοίκηση Μπάιντεν όσο και με το πώς θα συμπεριφέρεται η ίδια η κυβέρνηση Μπάιντεν.

Ο DANIEL H. NEXON είναι καθηγητής στο Τμήμα Διακυβέρνησης και στην Σχολή Εξωτερικής Υπηρεσίας Edmund A. Walsh στο Πανεπιστήμιο Georgetown.
Ο JEFFREY A. STACEY ήταν αξιωματούχος του Υπουργείου Εξωτερικών στην διοίκηση Ομπάμα. Το επερχόμενο βιβλίο του έχει τίτλο Rise of the East, End of the West?

Οι Ηνωμένες Πολιτείες που θα κληρονομήσει ο εκλεγμένος πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν, στις 20 Ιανουαρίου αντιμετωπίζουν κρίση αξιοπιστίας. Μετά από τέσσερα χρόνια εκκεντρικής συμπεριφοράς από την διοίκηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η διεθνής κοινότητα θεωρεί ευρέως τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια αναξιόπιστη δύναμη. Ακόμη και πολλοί από τους στενότερους και μακροχρόνιους συμμάχους της Ουάσιγκτον δεν πιστεύουν πλέον ότι μπορούν να βασίζονται στην διπλωματική ή στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ.

Ο Μπάιντεν δεν μπορεί εύκολα να αναιρέσει αυτή την ζημιά στην αξιοπιστία των ΗΠΑ. Αλλά μπορεί να κάνει τις συμμαχίες των ΗΠΑ και τις σχέσεις ασφαλείας πιο ανθεκτικές. Παραδόξως, ο Τραμπ έχει κάνει αυτό το καθήκον ευκολότερο για τον επόμενο πρόεδρο. Η άνοδός του στην εξουσία αποκάλυψε ότι ζητήματα όπως οι συλλογικές αμυντικές δαπάνες και η κατανομή των βαρών -μακροχρόνια ακανθώδη σημεία της διατλαντικής σχέσης- μπορούν να πυροδοτήσουν λαϊκιστικά αισθήματα και έτσι να απειλήσουν τις μακροχρόνιες συμμαχίες. Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτήν την απειλή και την προοπτική ενός άλλου λαϊκιστή σαν τον Τραμπ, για να οικοδομήσει πιο δίκαιες σχέσεις ασφάλειας. Σε τελική ανάλυση, χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστραλία και η Νότια Κορέα αντιμετωπίζουν ένα επικίνδυνο και αβέβαιο μέλλον εάν οι διευθετήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ συνεχίσουν να επιδεινώνονται.

04122020-1.jpg

Ο τότε αντιπρόεδρος, Joe Biden, στα κεντρικά γραφεία του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, τον Μάρτιο του 2009. Francois Lenoir / Reuters
----------------------------------------------------

Περισσότεροι από 73 εκατομμύρια Αμερικανοί ψήφισαν υπέρ της επανεκλογής του Τραμπ. Αυτός ο αριθμός πρέπει να χρησιμεύσει ως μια ισχυρή υπενθύμιση στους εταίρους των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο ότι το αμερικανικό σύστημα συμμαχιών και σχέσεων ασφαλείας απέχει πάντα μόνο μια εκλογική διαδικασία από την κατάρρευση. Ο Μπάιντεν πρέπει να πείσει αυτούς τους εταίρους να συνεισφέρουν περισσότερο στην συμμαχία τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες -αλλιώς ρισκάρουν μια επανεμφάνιση του αμερικανικού λαϊκισμού που θα τους αφήσει ευάλωτους και εκτεθειμένους μακροπρόθεσμα.

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΝΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ

Ένα μάθημα των ετών του Trump είναι ότι η τριβή για την κατανομή των βαρών, ιδίως για τις αμυντικές δαπάνες, αποτελεί πραγματική απειλή για τις διατλαντικές σχέσεις. Το 2006 και πάλι το 2014, τα μέλη του ΝΑΤΟ δεσμεύτηκαν να δαπανήσουν το 2% του ΑΕΠ τους σε στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά λιγότερο από τα μισά από αυτά πέτυχαν αυτόν τον στόχο. Στην πορεία της προεκλογικής εκστρατείας το 2016, ο Τραμπ χλεύασε την αποτυχία των συμμάχων του ΝΑΤΟ να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους για τις δαπάνες [1], προχωρώντας το τόσο πολύ μέχρι και να αναρωτηθεί αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα τους υπερασπιστούν σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης. Όταν ανέλαβε καθήκοντα, συνέχισε να επιμένει με το έλλειμμα δαπανών των συμμάχων του ΝΑΤΟ, προκειμένου να τους πιέσει να αυξήσουν τους στρατιωτικούς τους προϋπολογισμούς και να βοηθήσουν στην κάλυψη των δαπανών των ΗΠΑ. Έκανε παρόμοια αιτήματα σε μακρόχρονους συμμάχους στην Ασία, υποτίθεται ως αντάλλαγμα για την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων εκεί. Αυτή η χοντροκομμένη προσέγγιση όχι μόνο δημιούργησε εντάσεις στις βασικές συμμαχίες των ΗΠΑ αλλά υπογράμμισε το γεγονός ότι χωρίς πραγματική αλλαγή εκ μέρους των συμμάχων των ΗΠΑ, αυτές οι σχέσεις θα μπορούσαν να εμπλακούν στις [προ]εκλογικές πολιτικές των ΗΠΑ. Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε από το Pew Research Center [2], το 2017 σχεδόν οι μισοί Αμερικανοί πίστευαν ότι το ΝΑΤΟ δεν έκανε αρκετά για να λύσει παγκόσμια προβλήματα.

Αυτό το ζήτημα είναι απίθανο να εξαφανιστεί σύντομα. Ο Μπάιντεν θα πρέπει να πείσει τους μεγάλους δημοκρατικούς συμμάχους, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, να σημειώσουν σημαντική πρόοδο προς την προσαρμογή των αμυντικών προϋπολογισμών τους με τις καθιερωμένες δεσμεύσεις. Παρόλο που ορισμένοι σύμμαχοι των ΗΠΑ θα διαμαρτυρηθούν αναμφίβολα ή θα συνεχίσουν να σέρνουν τα πόδια τους, η διοίκηση του Μπάιντεν έχει σημαντική μόχλευση. Σε αντίθεση, ας πούμε, με το Πακιστάν, οι φιλελεύθεροι δημοκρατικοί εταίροι δεν θέλουν να στραφούν στην Ρωσία ή στην Κίνα για εγγυήσεις ασφαλείας. Ούτε είναι κοντά στο να μπορούν να το κάνουν μόνοι τους.

Αυτή η επισφαλής θέση σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι πρέπει να είναι πρόθυμοι να αναλάβουν την ηγεσία στην ενίσχυση της κυβέρνησης Μπάιντεν από την πρώτη ημέρα. Το μακροχρόνιο μοτίβο των εταίρων που αποφεύγουν τις ευθύνες τους για τις αμυντικές δαπάνες –τη μια εβδομάδα λέγοντας στους Αμερικανούς αξιωματούχους ότι θα ήταν πιο αποτελεσματικό να τους πιέσουν δημόσια, την επόμενη εβδομάδα επιμένοντας ότι η ιδιωτική πειθώ είναι προτιμότερη- πρέπει να τερματιστεί. Η πρόσφατη προσφορά του Βερολίνου για μια «νέα συμφωνία» για την κατανομή των βαρών, στην οποία η Γερμανία θα αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες της, επιτρέποντάς της να ηγείται στρατιωτικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με την πρόσφατη απόφασή της να γίνει αυστηρή απέναντι στην κινεζική εταιρεία τηλεπικοινωνιών Huawei, ισοδυναμεί με ένα δυνατό ξεκίνημα. Ωστόσο, ο Μπάιντεν πρέπει να πείσει την Γερμανία να προχωρήσει περισσότερο: η ακύρωση του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 που συνδέει την Ρωσία και την Ευρώπη και η πλήρης εναρμόνιση των θέσεων του Βερολίνου για την Ρωσία και την Κίνα με εκείνες στην Ουάσινγκτον θα ήταν παραγωγικά επόμενα βήματα.