Η πλάνη περί κυριαρχίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πλάνη περί κυριαρχίας

Ο Μπάιντεν δεν μπορεί να αποκαταστήσει την αμερικανική υπεροχή -και δεν πρέπει να το προσπαθήσει
Περίληψη: 

Ο αμερικανικός λαός χρειάζεται κάθε τμήμα της κυβέρνησής του να εργαστεί για να βελτιώσει την ζωή του και να ενισχύσει την δημοκρατία του. Μια μεγάλη στρατηγική ένοπλης υπεροχής κάνει το αντίθετο.

Ο STEPHEN WERTHEIM είναι αναπληρωτής διευθυντής Ερευνών και Πολιτικής στο Quincy Institute for Responsible Statecraft και ακαδημαϊκός ερευνητής στο Ινστιτούτο Πολεμικών και Ειρηνικών Σπουδών Arnold A. Saltzman στο Πανεπιστήμιο Columbia.

Πριν από τέσσερα χρόνια, καθώς ο Τζο Μπάιντεν προετοιμαζόταν να αποχωρήσει από την αντιπροεδρία, είπε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ [1] ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να ηγούνται της «φιλελεύθερης διεθνούς τάξης» και να «εκπληρώνουν την ιστορική μας ευθύνη ως το απαραίτητο έθνος». Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν ευγενικά προς τις διαβεβαιώσεις του Μπάιντεν. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε έναν παγκόσμιο ρόλο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξαπολύοντας τον εθνικισμό του «Πρώτα η Αμερική». Πιο σημαντικό, ίσως, ο Τραμπ εξέθεσε την ρηχή εγχώρια πολιτική υποστήριξη για τις υψηλόφρονες ανησυχίες για τις οποίες οι ελίτ της εξωτερικής πολιτικής ζητούν από τους στρατιώτες να πολεμήσουν και τους πολίτες να πληρώσουν. Την εποχή της προεδρικής εκστρατείας του το 2020, ο Μπάιντεν δεν μιλούσε πλέον για την φιλελεύθερη διεθνή τάξη ή την αμερικανική αναγκαιότητα. Έδωσε έμφαση στην θεραπεία των εσωτερικών πληγών της χώρας και στην επιρροή προς τους άλλους [2] «όχι μόνο από το παράδειγμα της ισχύος μας, αλλά από την ισχύ του παραδείγματός μας».

26012021-1.jpg

Αμερικανικά αεροσκάφη F-35A στην βάση Hill της Πολεμικής Αεροπορίας, στην Γιούτα, τον Ιανουάριο του 2020. Nial Bradshaw / Reuters
------------------------------------------------------

Αλλά ο Μπάιντεν θα πρέπει να είναι πολύ πιο τολμηρός για να πετύχει η προεδρία του. Κληρονομεί μια μακροχρόνια υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ που είναι συστηματικά χαλασμένη και που καμία τονική προσαρμογή ή πολιτική απόχρωση δεν μπορεί να διορθώσει. Επί τρεις δεκαετίες, οι διαδοχικοί πρόεδροι –περιλαμβανομένου και του Τραμπ- επέκτειναν συνεχώς τους πολέμους των ΗΠΑ, προωθούσαν αναπτύξεις [στρατευμάτων], και [αναλάμβαναν] αμυντικές δεσμεύσεις στην επιδίωξη της ένοπλης κυριαρχίας σε όλο τον κόσμο. Το τίμημα της υπεροχής, όπως έγραψα σε αυτές τις σελίδες [3] πέρυσι («The Price of Primacy», Μάρτιος/Απρίλιος 2020), ήταν σοβαρό. Με το να επιζητούν την παγκόσμια κυριαρχία και όχι μόνο την δική τους άμυνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν έναν κόσμο ανταγωνιστών. Αυτοί οι ανταγωνιστές με την σειρά τους αύξησαν περαιτέρω το κόστος και τους κινδύνους της κυριαρχίας. Ως αποτέλεσμα, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ απέτυχε στον πιο ουσιαστικό σκοπό της: έχει καταστήσει τους Αμερικανούς λιγότερο ασφαλείς εκεί όπου ζουν.

Η διοίκηση του Μπάιντεν αναλαμβάνει την διακυβέρνηση προτιθέμενη να αποκαταστήσει την αμερικανική υπεροχή [4], όχι να προεδρεύσει στην καταστροφή της. Ωστόσο, οι πραγματικότητες θα παρέμβουν. Καθώς ο Μπάιντεν αντιμετωπίζει επείγουσες προτεραιότητες στις πρώτες μέρες του -επιδιόρθωση της δημοκρατίας εγχωρίως, τερματισμός μιας μαζικής δολοφονικής πανδημίας, αποτροπή του κλιματικού χάους, διάσωση της αμερικανικής διπλωματίας- θα διαπιστώσει, εάν ρίξει μια προσεκτική ματιά, ότι τα βάρη της υπεροχής έρχονται σε αντίθεση με τους στόχους του σε κάθε πτυχή.

ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ

Ο Μπάιντεν έχει να πάρει άμεσες αποφάσεις που είτε θα τον βάλουν σε μια εποικοδομητική πορεία είτε θα τον παγιδεύσουν [5] με τον ίδιο τρόπο, πάνω στα ίδια θέματα, όπως τους προκατόχους του. Υποσχέθηκε να τερματίσει τους «αέναους πολέμους» των Ηνωμένων Πολιτειών και να ενισχύσει την διπλωματία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή [6]. Στις πρώτες εκατό ημέρες του, θα έχει δύο περιορισμένες χρονικές ευκαιρίες να το κάνει. Πρώτον, μπορεί να αναζωογονήσει την πυρηνική συμφωνία του 2015 με το Ιράν και να αντιστρέψει την πίεση προς τον πόλεμο ενόψει των προεδρικών εκλογών στο Ιράν τον Ιούνιο. Δεύτερον, μπορεί να συμμορφωθεί με την Συμφωνία της Ντόχα με τους Ταλιμπάν και να αποσύρει όλα τα στρατεύματα των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν μέχρι τον Μάιο. Και στα δύο, θα πρέπει είτε να λειτουργήσει με ορμή είτε να δει τις προσπάθειές του να αποτυγχάνουν αργότερα.

Η επιστροφή στην πυρηνική συμφωνία δεν θα είναι εύκολη μετά την αδικαιολόγητη τιμωρία της κυβέρνησης Τραμπ προς το Ιράν επειδή τήρησε την δική του πλευρά της συμφωνίας. Αλλά από τον Μπάιντεν θα απαιτηθεί ακόμη περισσότερη πειθαρχία και δημιουργικότητα, προκειμένου να κάνει τις στρατηγικές αλλαγές που απαιτούνται για να αντέξει η συμφωνία. Η κυβέρνηση Ομπάμα υπέφερε από υπερβολική μετριοφροσύνη όταν συνήψε την συμφωνία το 2015. Στα εγχώρια κοινά, υποστήριξε ότι το Ιράν παρέμεινε σημαντική απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη Μέση Ανατολή, αποζημίωσε τους εχθρούς του Ιράν με βοήθεια, πωλήσεις όπλων, και υποστήριξη στον υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας πόλεμο στην Υεμένη. Αυτές οι παροχές είχαν νόημα αν ο στόχος ήταν να διατηρηθεί η στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Αλλά τροφοδότησαν επίσης τις δυνάμεις που οδήγησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποσυρθούν από την πυρηνική συμφωνία υπό τον Τραμπ.

Η διοίκηση του Μπάιντεν πρέπει να μάθει το σωστό μάθημα. Όχι μόνο πρέπει να επανέλθει αμέσως στη συμμόρφωση με την συμφωνία, αποφεύγοντας κάθε πειρασμό να χρησιμοποιήσει τις κυρώσεις του Τραμπ ως μοχλό, αλλά χωρίς να απολογηθεί θα πρέπει να ακολουθήσει μια νέα εποχή κανονικών διπλωματικών σχέσεων με το Ιράν. Αντί να ανταμείβει τους εταίρους των ΗΠΑ στην περιοχή, ο Μπάιντεν πρέπει να εκπληρώσει την δέσμευσή του να τερματίσει την υποστήριξη των ΗΠΑ στην σαουδαραβική παρέμβαση στην Υεμένη, να μειώσει τις πωλήσεις όπλων στο βασίλειο, και να μειώσει την βοήθεια προς το Ισραήλ. Τέτοια μέτρα είναι απλά αυτό που απαιτείται [7] για την διάσωση της αμερικανικής διπλωματίας στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα άλλαζε την ψηλή στρατηγική των ΗΠΑ στην περιοχή, αποσυνδέοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες από την υπερβολική ταύτιση με τον έναν αστερισμό δρώντων εναντίον του άλλου.