Το πραξικόπημα της Μιανμάρ ήταν μια αναμενόμενη υπόθεση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το πραξικόπημα της Μιανμάρ ήταν μια αναμενόμενη υπόθεση

Οι αξιωματικοί του στρατού στην Yangon δεν παραιτήθηκαν ποτέ από τον έλεγχο
Περίληψη: 

Η χώρα αντιμετωπίζει ήδη μια σοβαρή οικονομική ύφεση λόγω της COVID-19, της εκτεταμένης φτώχειας, και των συγκρούσεων από δεκάδες ένοπλες ομάδες. Μια νέα πολιτική κρίση ήταν το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν.

Ο SEBASTIAN STRANGIO είναι συντάκτης Νοτιοανατολικής Ασίας στο The Diplomat και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο In the Dragon’s Shadow: Southeast Asia in the Chinese Century.

Την 1η Φεβρουαρίου, το νεοεκλεγμένο κοινοβούλιο της Μιανμάρ ήταν προγραμματισμένο να ορκιστεί για την προσεχή πενταετή θητεία του. Όμως, τις πρωινές ώρες πριν από την τελετή, ο στρατός της χώρας κατέλαβε την εξουσία [1] με πραξικόπημα. Ο στρατός συνέλαβε γρήγορα την Σύμβουλο του Κράτους, Aung San Suu Kyi, την κορυφαία ηγέτιδα του έθνους και τον πρόεδρο, Win Myint, μαζί με έναν άγνωστο αριθμό βουλευτών από το κυβερνών κόμμα της «Εθνικής Ένωσης για την Δημοκρατία» (National League for Democracy, NLD) και άλλους επικριτές [2] του στρατού. Ο στρατός συνέλαβε επίσης αξιωματούχους και ακτιβιστές του NLD σε όλη την χώρα και διέκοψε προσωρινά τις συνδέσεις κινητών τηλεφώνων και Διαδικτύου.

02022021-1.jpg

Η Aung San Suu Kyi στην έδρα του «Εθνικού Συνδέσμου για την Δημοκρατία» στην Γιανγκόν, στη Μιανμάρ, τον Απρίλιο του 2012. Minzayar Oo / Panos Pictures / Redux
-----------------------------------------------------

Μέσα σε αυτό το κενό επικοινωνίας, ο στρατός δημοσίευσε μια ανακοίνωση ότι είχε επιβάλει κατάσταση έκτακτης ανάγκης για έναν χρόνο, και εγκατέστησε τον πρώην στρατηγό Myint Swe, αντιπρόεδρο και πρώην επικεφαλής της στρατιωτικής διοίκησης της Yangon, ως αναπληρωτή πρόεδρο. Ο στρατός ανακοίνωσε επίσης ότι ο Myint Swe είχε μεταβιβάσει νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία στον αρχηγό του στρατού, Ανώτερο Στρατηγό Min Aung Hlaing, για όσο διαρκέσει η έκτακτη ανάγκη.

Το πραξικόπημα, το πρώτο στη Μιανμάρ από το 1988, ήρθε μετά από μέρες στροβιλιζόμενων φημών και αναφορών για επικείμενη στρατιωτική δράση. Και όπως τα προηγούμενα πραξικοπήματα στην χώρα, δικαιολογήθηκε στο όνομα της δημοκρατίας: το σύνταγμα της Μιανμάρ επιτρέπει στον στρατό να πάρει την εξουσία προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε κατάσταση «μπορεί να διαλύσει την Ένωση ή να διαλύσει την εθνική αλληλεγγύη ή που μπορεί να προκαλέσει απώλεια κυριαρχίας». Σε αυτήν την περίπτωση, ο στρατός προφασίστηκε ότι έπρεπε να διερευνήσει ισχυρισμούς νοθείας στις εκλογές της χώρας στις 8 Νοεμβρίου, στις οποίες το NLD της Aung San Suu Kyi κέρδισε μια σαρωτική νίκη επί του αντιπροσώπου του στρατού στις εκλογές, του Κόμματος Αλληλεγγύης και Ανάπτυξης της Ένωσης (Union Solidarity and Development Party, USDP).

Σε μια δήλωση μετά το πραξικόπημα [3] που είχε κάτι περισσότερο από μια ομοιότητα με τους ισχυρισμούς του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για εκλογική νοθεία στις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, ο στρατός της Μιανμάρ ισχυρίστηκε ότι «υπήρξε τρομερή νοθεία στον κατάλογο των ψηφοφόρων κατά την διάρκεια των δημοκρατικών γενικών εκλογών που έρχονται σε αντίθεση με την διασφάλιση μιας σταθερής δημοκρατίας». Επιπλέον, ο στρατός πρόσθεσε, «εάν δεν επιλυθεί αυτό το πρόβλημα, θα εμποδίσει τον δρόμο προς την δημοκρατία». Εμφανιζόμενος να προκαταλαμβάνει τα ευρήματα της «έρευνας» που υποσχέθηκε να κάνει, ο στρατός δήλωσε ότι θα διεξαχθούν νέες εκλογές σε έναν χρόνο από τώρα και ότι θα παραδώσει την εξουσία στο κόμμα που θα κερδίσει.

Αλλά η εκλογική νοθεία δεν ήταν αυτό που εμπόδισε την πορεία της Μιανμάρ προς την δημοκρατία. Αντίθετα, μια μερική -και καθυστερημένη- διαδικασία πολιτικής μεταρρύθμισης είχε αφήσει τις μακροχρόνιες πολιτικο-στρατιωτικές εντάσεις να κακοφορμίζουν. Οι στρατιωτικοί ηγέτες της χώρας είχαν ξεκινήσει οι ίδιοι τις μεταρρυθμίσεις μετά τις εθνικές εκλογές στα τέλη του 2010, οι οποίες έφεραν στην εξουσία μια σχεδόν μη στρατιωτική κυβέρνηση που άνοιξε τον πολιτικό χώρο της χώρας και έφτιαξε γέφυρες προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες Δυτικές κυβερνήσεις. Όμως, οι στρατηγοί προσπάθησαν να κρατήσουν τα προνόμιά τους διατηρώντας την εξουσία για βέτο σε συνταγματικά ζητήματα. Η μονόπλευρη νίκη του NLD στις εκλογές του Νοεμβρίου απειλούσε αυτή την λεπτή ισορροπία εξουσίας. Αντί να βλέπει την εξουσία της να διαβρώνεται περισσότερο, η στρατιωτική ιεραρχία φαίνεται να έχει θέσει το δημοκρατικό πείραμα σε αναμονή και επέστρεψε στην στρατιωτική διακυβέρνηση.

ΜΙΑ ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΥΓΗ

Το πραξικόπημα αυτής της εβδομάδας υπογραμμίζει τα μειονεκτήματα της μεταρρυθμιστικής κίνησης -στην αρχή γρήγορα και με ευφορία και στην συνέχεια μερική και με σταματήματα- που οι από μακρού χρόνου κυβερνώντες στρατηγοί της Μιανμάρ είχαν ξεκινήσει μετά τις εκλογές του 2010. Σε λίγους μήνες, με αρχή τα μέσα του 2011, η κυβέρνηση απελευθέρωσε εκατοντάδες αντιφρονούντες, σταμάτησε την λογοκρισία του Τύπου, επέτρεψε στην Aung San Suu Kyi να επανέλθει στην πολιτική μετά από χρόνια κατ' οίκον περιορισμού και ξεκίνησε ειρηνευτικές συνομιλίες με περισσότερες από δώδεκα ομάδες ανταρτών. Αυτή η διαδικασία μεταρρύθμισης έφτασε σε ένα ζαλιστικό κρεσέντο όταν η Aung San Suu Kyi και το NLD κέρδισαν μια μεγάλη νίκη στις εκλογές στις 15 Νοεμβρίου και ανέλαβαν ηγεσία της κυβέρνησης στις αρχές του 2016.

Όμως το αφήγημα του εκδημοκρατισμού στη Μιανμάρ δεν ταιριάζει ποτέ με την πραγματικότητα επί του πεδίου. Ενώ πολλοί Δυτικοί παρατηρητές είδαν ένα έθνος που επιτέλους έκανε άλμα στην σωστή πλευρά της ιστορίας, οι ηγέτες της Μιανμάρ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της άνω του ενός αιώνα βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας και των έξι επόμενων δεκαετιών εμφυλίου πολέμου και στρατιωτικής δικτατορίας. Μεταξύ αυτών ήταν οι μακροχρόνιες φυλετικές και θρησκευτικές διαιρέσεις της χώρας, οι οποίες βρήκαν την πιο τραγική έκφρασή τους στην σκληρή επίθεση του στρατού στους Μουσουλμάνους Ροχίνγκια της χώρας, και έναν άλυτο αγώνα εξουσίας μεταξύ του NLD και του στρατού. Η τελευταία σύγκρουση χρονολογείται από μαζικές διαδηλώσεις το 1988, τις οποίες ο στρατός κατέστειλε με βάναυση βία. Η Aung San Suu Kyi εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως εξέχουσα πολιτική προσωπικότητα κατά την διάρκεια εκείνων των διαδηλώσεων, και η διαρκής δημοτικότητά της απορρέει σε μεγάλο βαθμό [4] από το γεγονός ότι από τότε έχει αντιταχθεί σθεναρά στην στρατιωτική κυριαρχία.