Πολιτικοί πρόσφυγες τότε και τώρα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πολιτικοί πρόσφυγες τότε και τώρα

Μια σύντομη ιστορία εκείνων που ζητούν άσυλο
Περίληψη: 

Όλα τα καταπιεστικά καθεστώτα δημιουργούν φυγάδες, αλλά κάθε καθεστώς ασχολείται μαζί τους με το δικό του τρόπο.

Η ANNA HUSARSKA είναι πολιτικός αναλυτής ειδικευμένη στις κλειστές κοινωνίες.

Στο τέλος Απριλίου, καθώς ο κόσμος παρακολούθησε την δραματική καταφυγή του τυφλού Κινέζου δικηγόρου και ακτιβιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Chen Guangcheng στην αμερικανική πρεσβεία στο Πεκίνο, δύο νεαροί Κουβανοί ηθοποιοί ξέφευγαν από τους ανθρώπους που τους ήλεγχαν στο Μαϊάμι. Βρίσκονταν στο δρόμο προς το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Tribeca, στη Νέα Υόρκη, όπου το Una Noche, μια ταινία στην οποία πρωταγωνιστούσαν, επρόκειτο να προβληθεί. Η ταινία, ειρωνικά, είναι για τους νεαρούς Κουβανούς που θέλουν να αυτομολήσουν, το οποίο είναι αυτό ακριβώς που έκαναν οι ηθοποιοί. Επιπλέον, το φιλμ είχε συμπαραχθεί στην Κούβα.

Τα καταπιεστικά καθεστώτα διαπρέπουν στη δημιουργία ανθρώπων που επιζητούν άσυλο. Όσο πιο καταπιεστικό το καθεστώς, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να το εγκαταλείψουν. Αλλά οι μοχθηρές κυβερνήσεις δεν καταπιέζει παντού το ίδιο. Μερικά αυταρχικά καθεστώτα χορηγούν άδεια στους πολιτικούς αντιπάλους τους να ταξιδέψουν (διαβατήρια, θεωρήσεις εξόδου και ούτω καθεξής), καθώς η «απαλλαγή» είναι το δικό τους modus operandi (δηλαδή, ο τρόπος να λειτουργούν).

Μέχρι πριν από ένα χρόνο, για παράδειγμα, οι ηγέτες της Μιανμάρ (ονομάζεται επίσης Burma ή Βιρμανία) θα ήταν ευτυχισμένοι να δουν την Aung San Suu Kyi, την ηγέτη του κόμματος της αντιπολίτευσης, να εγκαταλείπει τη χώρα έτσι ώστε να αποφύγουν την σκληρή και αντιλαϊκή απόφαση να την κρατήσουν σε κατ' οίκον περιορισμό. Πράγματι, προσπάθησαν πολύ σκληρά για να την σπρώξουν προς τα έξω, υποδηλώνοντας συνεχώς ήταν ήδη μια ξένη γιατί παντρεύτηκε έναν αλλοδαπό. Καμία από τις προσπάθειές τους δεν πέτυχε, και τώρα η Suu Kyi είναι μέσα στο κοινοβούλιο της χώρας, προσπαθώντας να πιέσει τη χούντα προς ένα πιο δημοκρατικό σύστημα.

Αν κάποια καταπιεστικά καθεστώτα, όπως της Μιανμάρ απλά δεν θέλουν διαφωνούντες στο εσωτερικό, άλλα - της ολοκληρωτικής οικογένειας, φυσικά – φοβούνται να τους επιτρέψουν να πάνε στο εξωτερικό, όπου θα μπορούν να επικοινωνήσουν την αντίστασή τους δυνατά και καθαρά, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την εσωτερική αντίδραση. Έτσι αρνούνται την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων και βασανίζουν τους διαφωνούντες μέσα στη χώρα τους. Στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αυτοί που τους αρνούνταν την έξοδο – ειδικά οι Σοβιετικοί Εβραίοι - απέκτησαν ακόμη ένα όνομα: αρνητές (refuseniks).

Οι σοβιετικοί ηγέτες τελικά έμαθαν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν πολιτικά φθηνότερο το να φιμώσουν κάποιον χρησιμοποιώντας την εξορία από το να κρατούν ιδιαίτερα ηχηρούς διαδηλωτές στο εσωτερικό. Το 1972, το Κρεμλίνο πρότεινε ότι ο ποιητής Ιωσήφ Μπρόντσκι (ο οποίος αποκαλείτο αντι-σοβιετικός, σχιζοφρενής, και κοινωνικό παράσιτο) να μεταναστεύσει στο Ισραήλ, προσθέτοντας στο προφίλ του σοβιετικού καθεστώτος τον αντισημιτισμό και τον αντι-διανοουμενισμό. Όταν εκείνος αρνήθηκε, τον επιβίβασαν δια της βίας σε ένα αεροπλάνο με κατεύθυνση προς Βιέννη. (Το 1991, ο Μπρόντσκι, ο οποίος ήταν φίλος και γείτονας μου στη Νέα Υόρκη, βραβεύθηκε ως ποιητής στις ΗΠΑ). Το Κρεμλίνο αναστέναξε με ανακούφιση δύο χρόνια αργότερα, με την αποπομπή του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, ο οποίος είχε περάσει οκτώ χρόνια σε ένα σοβιετικό γκουλάγκ και είχε τεκμηριώσει, όπως κανένας άλλος δεν θα μπορούσε, το πώς ήταν η ζωή εκεί.

Η πλειοψηφία των καταπιεστικών καθεστώτων του κόσμου επιμένουν να επιφυλάσσουν στους πιο ενεργούς αντιπάλους τους ποινές φυλάκισης ή να τους παρακολουθούν στενά σε κατ' οίκον περιορισμό. Και, βεβαίως, να μην δίνουν στους διαφωνούντες την ευκαιρία να πάνε στο εξωτερικό. Για εκείνους που ζουν κάτω από αυτό το είδος του καθεστώτος, το μόνο ξένο έδαφος εύλογα διαθέσιμο είναι μια κοντινή πρεσβεία, ένα προξενείο, ένα πολιτιστικό κέντρο, ή οποιαδήποτε από τις εγκαταστάσεις που η Σύμβαση της Βιέννης χαρακτηρίζει ως «απαραβίαστες».

Αυτό μας φέρνει στην περίπτωση του Τσεν, ο οποίος, στις 22 Απριλίου, ζήτησε καταφύγιο στην πρεσβεία των ΗΠΑ στο Πεκίνο. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεσή του προσέλκυσε πολλή προσοχή (ως επί το πλείστον επειδή συνέπεσε με την επίσκεψη της Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον στη χώρα), η Κίνα δεν είναι ηγέτης στην δημιουργία προσφύγων.

Ο χαρακτηρισμός αυτός αφορά περισσότερο στην Κούβα, για την ποσότητα των προσφύγων και τη Βόρεια Κορέα, για τη συχνότητα των προσπαθειών των ανθρώπων να δραπετεύσουν.

Συνήθως, η Αβάνα δεν αφήνει τους αντιφρονούντες ή ακόμη και τους πολίτες της να εγκαταλείψουν τη χώρα. Η Tarjeta Blanca, ένα έγγραφο που επιτρέπει στους πολίτες να διασχίσουν τα σύνορα, προορίζεται μόνο για εκείνους που είναι πιστοί στο καθεστώς. Μόλις βγουν στον έξω κόσμο, αναμένεται να διαλαλήσουν τη δόξα του καθεστώτος. Έτσι, κολλημένοι στο νησί τους, χωρίς οδό διαφυγής, εκτός από τη θάλασσα, οι Κουβανοί που επιζητούν άσυλο έχουν παραβιάσει τις πύλες των πρεσβειών του Εκουαδόρ, της Γαλλίας, του Μεξικό, της Ισπανίας και το σπίτι ενός Βέλγου διπλωμάτη.

Ας μην ξεχνάμε ότι ένα από τα μεγαλύτερα πρόσφατα κύματα δραπετεύσεων από εκεί, ξεκίνησε το 1980, με μια μαζική κατάληψη της πρεσβείας του Περού. Περίπου 10.000 άνθρωποι συνωστίστηκαν στο έδαφος της περουβιανής διπλωματικής αποστολής. Για να αποφευχθεί μια μεγάλη επιδημία - και μια μεγάλη αμηχανία – ο κυβερνήτης της Κούβας Φιντέλ Κάστρο αποφάσισε να ανοίξει τις πύλες και απλά άφησε εκείνους στην πρεσβεία (και πολλούς άλλους επίσης) να φύγουν για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η προϋπόθεση: κάποιος έπρεπε να έρθει να τους πάρει από το λιμάνι της Κούβας, Mariel. Οι περισσότεροι καλόπιστοι από τους αναζητούντες άσυλο μπήκαν σε μια βάρκα μαζί με έναν φυλακισμένο ή έναν ψυχασθενή. Σύμφωνα με τις εντολές του Κάστρο, οι ιδιοκτήτες των σκαφών δεν θα μπορούσαν να πάρουν μαζί τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, εκτός αν έπαιρναν, επίσης, αυτούς τους επιπλέον επιβάτες. Περίπου 125.000 άτομα πιστεύεται ότι εγκατέλειψαν την Κούβα αποκαλούμενοι -από το λιμάνι της αποχώρησής τους- «Marielitos».