Τα κράτη - μαφίες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα κράτη - μαφίες

Το οργανωμένο έγκλημα αναλαμβάνει καθήκοντα

Η παγκόσμια οικονομική κρίση ήταν θείο δώρο για τους υπερεθνικούς εγκληματίες. Εξαιτίας της εξασθένισης της οικονομίας, οι εγκληματικές οργανώσεις μπορούν -χάρη στη ρευστότητα που διαθέτουν- να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας εταιρείες που είναι οικονομικά στριμωγμένες, αλλά που δυνητικά έχουν μεγάλη αξία. Η δημοσιονομική λιτότητα αναγκάζει τις απανταχού κυβερνήσεις να περιστέλλουν τους προϋπολογισμούς των υπηρεσιών επιβολής του νόμου και των δικαστικών συστημάτων. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν απολυθεί και -ως εκ τούτου- είναι πιο επιρρεπείς στην παρανομία. Ο μεγάλος αριθμός των ανέργων ειδικών περί τα οικονομικά, τη λογιστική, την πληροφορική, τα νομικά, τα logistics, αποτελεί σήμερα μια δεξαμενή ταλέντου παγκοσμίου κύρους, που είναι διαθέσιμη για τα καρτέλ του εγκλήματος. Εν τω μεταξύ, οι ανά τον κόσμο φιλάνθρωποι έχουν περιορίσει την προσφορά τους, με αποτέλεσμα να σημειώνεται έλλειμμα χρηματοδότησης στις τέχνες, στην εκπαίδευση, στην περίθαλψη και σε άλλους τομείς. Οι εγκληματίες είναι ευτυχείς να συμπληρώσουν αυτό το έλλειμμα, με αντάλλαγμα την πρόσβαση σε πολιτικά κλιμάκια, την κοινωνική νομιμοποίηση και τη λαϊκή στήριξη. Οι διεθνείς εγκληματίες δεν θα μπορούσαν να ζητήσουν πιο ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον. Οι δραστηριότητές τους έχουν συνήθως υψηλά περιθώρια κέρδους και στηρίζονται στην ταμειακή βάση, πράγμα που σημαίνει ότι συχνά απολαμβάνουν υψηλή ρευστότητα, δηλαδή μια θέση πλεονεκτική σε τέτοια εποχή παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Εντούτοις, οι αποθρασυμένοι αντίπαλοι και η περιορισμένη χρηματοδότηση δεν είναι τα μόνα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αστυνομικοί, οι εισαγγελείς και οι δικαστές. Τα τελευταία χρόνια αναδύθηκε μια νέα απειλή: το κράτος - μαφία. Σε διεθνές επίπεδο, οι εγκληματίες έχουν κατορθώσει να διεισδύσουν στις κυβερνήσεις, σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο. Επίσης, έχει συμβεί και το αντίστροφο: αντί να εξαλείψουν τις πανίσχυρες συμμορίες, μερικές κυβερνήσεις έχουν οι ίδιες αναλάβει τις παράνομες επιχειρήσεις τους. Στα μαφιόζικα κράτη, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι πλουτίζουν οι ίδιοι, οι οικογένειες και οι φίλοι τους, εκμεταλλευόμενοι το χρήμα, τη δύναμη, την πολιτική επιρροή και τις παγκόσμιες διασυνδέσεις των συνδικάτων του εγκλήματος, ώστε να παγιώσουν και να επεκτείνουν την εξουσία τους. Πράγματι, στα ανώτερα κλιμάκια ορισμένων από τις πιο κερδοφόρες παράνομες επιχειρήσεις στον κόσμο, δεν θα βρει κανείς πια μόνο επαγγελματίες του εγκλήματος. Θα βρει ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους, βουλευτές, αρχηγούς μυστικών υπηρεσιών, αξιωματικούς του στρατού και, σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, ακόμη και αρχηγούς κρατών ή μέλη των οικογενειών τους.

Αυτή η σύμπηξη κυβερνήσεων και εγκληματικών οργανώσεων διαφέρει από τους πιο περιορισμένους τρόπους με τους οποίους τα δύο μέρη είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν. Οι κυβερνήσεις και οι μυστικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των δημοκρατικών χωρών, έχουν πολύ συχνά στρατολογήσει εγκληματίες για να διακινήσουν λαθραία όπλα σε φίλα προσκείμενους εξεγερμένους άλλων χωρών ή ακόμη και για να δολοφονήσουν εχθρούς τους στο εξωτερικό. (Η επιπόλαιη προσπάθεια της CIA να στρατολογήσει πρόσωπα της αμερικανικής μαφίας για να δολοφονήσουν τον Φιντέλ Κάστρο το 1960 είναι ίσως το πιο γνωστό παράδειγμα). Σε αντίθεση, όμως, με τα κανονικά κράτη, τα μαφιόζικα κράτη δεν στηρίζονται μόνο ευκαιριακά στις εγκληματικές οργανώσεις προκειμένου να προωθήσουν συγκεκριμένους στόχους της εξωτερικής πολιτικής τους. Σε ένα μαφιόζικο κράτος οι υψηλά ιστάμενοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι γίνονται στην πραγματικότητα οι βασικοί μέτοχοι, αν όχι οι επικεφαλής, εγκληματικών επιχειρήσεων και ανάγουν σε υπηρεσιακή προτεραιότητα την υπεράσπιση και προώθηση του κύκλου εργασιών τους. Σε μαφιόζικα κράτη όπως η Βουλγαρία, η Γουινέα-Μπισάου, η Μιανμάρ (γνωστή και ως Βιρμανία), η Ουκρανία και η Βενεζουέλα, το εθνικό συμφέρον και τα συμφέροντα του οργανωμένου εγκλήματος είναι σήμερα άρρηκτα δεμένα.
Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι πολιτικές και η κατανομή των κονδυλίων στα μαφιόζικα κράτη καθορίζονται εξίσου από την επιρροή των εγκληματιών όσο και από τις δυνάμεις που συνήθως διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των κρατών, τα κράτη αυτά αποτελούν μια πρόκληση για τους φορείς χάραξης πολιτικής και τους αναλυτές της διεθνούς πολιτικής. Τα μαφιόζικα κράτη δεν κατηγοριοποιούνται εύκολα, με αποτέλεσμα να θολώνει η εννοιολογική γραμμή που χωρίζει τους κρατικούς από τους μη κρατικούς παράγοντες. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά τους είναι απρόβλεπτη, πράγμα που τους καθιστά παράγοντες κινδύνου για το διεθνές περιβάλλον.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Οι συμβατικές γνώσεις γύρω από τα δίκτυα της διεθνούς εγκληματικότητας στηρίζονται σε τρεις λανθασμένες υποθέσεις. Πρώτον, πολύς κόσμος νομίζει ότι όσον αφορά τις παρανομίες, όλα είναι γνωστά από παλιά. Είναι γεγονός ότι εγκληματίες, λαθρέμποροι και μαυραγορίτες υπήρχαν πάντα. Όμως, η φύση του διεθνούς εγκλήματος έχει αλλάξει πολύ στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, καθώς τα εγκληματικά δίκτυα επεκτάθηκαν πέρα από τις παραδοσιακές αγορές τους και άρχισαν να επωφελούνται από πολιτικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς, εκμεταλλευόμενα και τις νέες τεχνολογίες. Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι εγκληματικές οργανώσεις υιοθέτησαν από νωρίς τις καινοτομίες στον τομέα των επικοινωνιών, όπως την προηγμένη ηλεκτρονική κρυπτογράφηση. Επίσης, τα συνδικάτα του εγκλήματος υπήρξαν πρωτοπόρα στη χρήση νέων μέσων για τη μεταφορά των ναρκωτικών, όπως τα «ναρκο-υποβρύχια»: ημι-καταδυόμενα πλοία, ικανά να αποφεύγουν τα ραντάρ, τα σόναρ και τα συστήματα υπέρυθρης ακτινοβολίας. (Τα καρτέλ των ναρκωτικών στην Κολομβία σταδιακά προχώρησαν στη χρήση πλήρως καταδυομένων υποβρυχίων). Πιο πρόσφατα, οι εγκληματικές οργανώσεις επωφελούνται από τα πλεονεκτήματα του διαδικτύου, γεγονός που έχει οδηγήσει σε ιλιγγιώδη αύξηση την εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο, με κόστος για την παγκόσμια οικονομία 114 δισεκατομμύρια δολάρια το 2011, σύμφωνα με στοιχεία της Symantec, ασφαλιστικής εταιρείας για το διαδίκτυο.

Μια δεύτερη παρεξήγηση αποτελεί η αντίληψη ότι το διεθνές έγκλημα είναι ένας παράνομος χώρος όπου δραστηριοποιείται μια μικρή μόνο κοινότητα διεστραμμένων ανθρώπων που κινούνται στο περιθώριο της κοινωνίας. Η αλήθεια είναι ότι σε πολλές χώρες σήμερα οι εγκληματίες δεν καταβάλλουν καμία προσπάθεια να παραμείνουν στα σκοτεινά ούτε είναι στο ελάχιστο περιθωριακοί. Αντιθέτως, οι πιθανολογούμενοι αρχηγοί πολλών μεγάλων εγκληματικών οργανώσεων έχουν γίνει τρόπον τινά διασημότητες. Πλούσιοι άνθρωποι με ύποπτη επιχειρηματική προϊστορία είναι περιζήτητοι φιλάνθρωποι και έχουν κατορθώσει να ελέγχουν ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς και να έχουν στην ιδιοκτησία τους εφημερίδες με επιρροή. Επιπροσθέτως, η συσσώρευση πλούτου και δύναμης σε εγκληματίες εξαρτάται όχι μόνο από τις δικές τους παράνομες δραστηριότητες, αλλά και από τη δράση του μέσου όρου των μελών της κοινωνίας: για παράδειγμα, τα εκατομμύρια των πολιτών που σχετίζονται με την κινεζική βιομηχανία μαϊμού καταναλωτικών προϊόντων και με το εμπόριο ναρκωτικών του Αφγανιστάν, τα εκατομμύρια των πολιτών της Δύσης που καπνίζουν τακτικά μαριχουάνα, οι εκατοντάδες χιλιάδες των μεταναστών που κάθε χρόνο πληρώνουν εγκληματίες για να τους μεταφέρουν λαθραία στην Ευρώπη, οι καριερίστες του Μανχάταν και του Μιλάνου που απασχολούν παράνομους μετανάστες για οικιακές δουλειές. Συνηθισμένοι άνθρωποι σαν τους προαναφερθέντες αποτελούν ζωτικό τμήμα του εγκληματικού οικοσυστήματος.

Η τρίτη εσφαλμένη αντίληψη είναι ότι το διεθνές έγκλημα είναι αποκλειστικά ζήτημα επιβολής του νόμου, που απαιτεί καλή διαχείριση από την αστυνομία, τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές. Στην πραγματικότητα, το διεθνές έγκλημα γίνεται καλύτερα κατανοητό ως πολιτικό πρόβλημα με επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια. Το μέγεθος και το πεδίο δράσης των πλέον ισχυρών εγκληματικών οργανώσεων σήμερα θυμίζει άνετα τα αντίστοιχα των μεγαλυτέρων πολυεθνικών επιχειρήσεων στον κόσμο. Και όπως ακριβώς οι νόμιμοι οργανισμοί επιδιώκουν ν’ αποκτήσουν πολιτική επιρροή, το ίδιο κάνουν και οι εγκληματικοί. Βεβαίως, οι εγκληματίες ανέκαθεν επεδίωκαν να διαφθείρουν τα πολιτικά συστήματα προς όφελός τους. Όμως, οι παράνομες οργανώσεις ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν πολιτική επιρροή σε τέτοιο βαθμό σαν αυτόν που απολαμβάνουν σήμερα εγκληματίες σε μια σειρά χωρών της Αφρικής, της ανατολικής Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, για να μην αναφέρουμε την Κίνα και τη Ρωσία.

Κατά την περασμένη δεκαετία ή περίπου τόσο, το φαινόμενο αυτό ξεπέρασε τα γνωστά όρια και το αποτέλεσμα ήταν να αναδυθούν ισχυρά μαφιόζικα κράτη. Ο Ισπανός εισαγγελέας Χοσέ Γκρίντα, με πολλά χρόνια εμπειρίας στην καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων ανατολικο-ευρωπαϊκής προέλευσης, ισχυρίζεται ότι σε πολλές περιπτώσεις ήταν αδύνατον, τόσο στον ίδιον όσο και σε συναδέλφους του, να ξεχωρίσουν τα συμφέροντα των εγκληματικών οργανώσεων από εκείνα των κυβερνήσεων που τις φιλοξενούσαν. Σύμφωνα με τον Γκρίντα, οι δυνάμεις επιβολής του νόμου στην Ισπανία έρχονται συνεχώς αντιμέτωπες με συνδικάτα του εγκλήματος, που λειτουργούν ως παραρτήματα των κυβερνήσεων της Λευκορωσίας, της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Σε εμπιστευτικές παρατηρήσεις του που περιλαμβάνονται σε αμερικανικά διπλωματικά τηλεγραφήματα τα οποία δημοσιεύθηκαν στον διαδικτυακό τόπο καταγγελιών WikiLeaks, εκθέτει λεπτομερώς την ανησυχία του για τον «τρομακτικό έλεγχο» που ασκείται από αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ρωσική μαφία», επί μιας σειράς στρατηγικών τομέων της παγκόσμιας οικονομίας, όπως είναι το αλουμίνιο και το φυσικό αέριο. Ο έλεγχος αυτός, υπονοούσε ο Γκρίντα, καθίσταται εφικτός χάρη στο εύρος της συνεργασίας του Κρεμλίνου με ρωσικές εγκληματικές οργανώσεις.

Στα κράτη - μαφίες, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και οι εγκληματίες συχνά συνεργάζονται μέσω νόμιμων επιχειρηματικών ομίλων, που διατηρούν στενούς δεσμούς με πρόσωπα των ανώτατων ηγετικών κλιμακίων, τις οικογένειες και τους φίλους τους. Σύμφωνα με τον Γκρίντα, η Μόσχα χρησιμοποιεί τακτικά τα συνδικάτα του εγκλήματος. Σχετικό παράδειγμα είναι η περίπτωση κατά την οποία οι ρωσικές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες καθοδήγησαν μια μαφιόζικη οργάνωση να εφοδιάσει με όπλα τους Κούρδους αντάρτες στην Τουρκία. Εντούτοις, πιο ενδεικτικό παράδειγμα της αλληλοεπικάλυψης ρωσικής κυβέρνησης και εγκληματικών οργανώσεων, είναι η περίπτωση του φορτηγού πλοίου Arctic Sea, το οποίο η ρωσική κυβέρνηση ισχυρίστηκε πως είχε απαχθεί από πειρατές στα ανοιχτά των ακτών της Σουηδίας το 2009. Φαινομενικά, η Μόσχα έστειλε το ρωσικό ναυτικό για να σώσει το πλοίο, αλλά πολλοί εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα το Arctic Sea έκανε λαθρεμπόριο όπλων για λογαριασμό των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών και ότι η πειρατεία και η διάσωση ήταν τεχνάσματα με σκοπό να συγκαλύψουν τη λαθραία διακίνηση, ύστερα από ανεπιθύμητη παρεμβολή άλλης, αντίπαλης μυστικής υπηρεσίας. Ο Γκρίντα λέει ότι το λαθρεμπόριο ήταν κοινή επιχείρηση καθοδηγούμενη από εγκληματικές συμμορίες, τις οποίες αινιγματικά αποκάλεσε «ευρασιατικές υπηρεσίες ασφαλείας». Οι Ρώσοι ήρθαν σε δύσκολη θέση, αλλά το τέλος ήταν καλό, αν και ελαφρώς κωμικό. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή υπογράμμισε το πόσο ελάχιστα προβλέψιμο είναι το περιβάλλον ασφάλειας, εντός του οποίου είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς των κρατών από τα κίνητρα κέρδους των εγκληματικών οργανώσεων.

«Η ΜΑΦΙΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΧΩΡΑ»

Η Ρωσία δεν είναι η μόνη χώρα όπου η διαχωριστική γραμμή μεταξύ δημοσίων υπηρεσιών και εγκληματικών οργανώσεων έχει ανεπανόρθωτα θολώσει. Πέρυσι, το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσε μια αναφορά στην οποία διατυπωνόταν ο ισχυρισμός ότι ο πρωθυπουργός του Κόσοβο, Χασίμ Θάτσι, και οι πολιτικοί σύμμαχοί του ασκούν «βίαιο έλεγχο στο εμπόριο της ηρωίνης και άλλων ναρκωτικών», καθώς επίσης και ότι κατέχουν σημαντικές θέσεις στη «μαφιόζικη δομή του οργανωμένου εγκλήματος στο Κόσοβο». Ο δεσμός κράτους-εγκλήματος είναι ίσως ακόμη ισχυρότερος στη Βουλγαρία. Ένα αμερικανικό διπλωματικό τηλεγράφημα του 2005, που ήρθε στο φως της δημοσιότητας πέρυσι από το WikiLeaks, αξίζει να αναφερθεί εκτενέστερα λόγω της αρνητικής σκιαγράφησης της Βουλγαρίας όσον αφορά τη διολίσθησή της στο καθεστώς του μαφιόζικου κράτους. Μέρος του τηλεγραφήματος έχει ως εξής:

Το οργανωμένο έγκλημα έχει μια εκφυλιστική επίδραση σε όλους τους θεσμούς της Βουλγαρίας, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της κυβέρνησης, του κοινοβουλίου και του δικαστικού σώματος. Με την επιδίωξη να διατηρήσει την επιρροή του ανεξαρτήτως τού ποιος κυβερνά τη χώρα, πρόσωπα από τον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος προσφέρουν χορηγίες σε όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα. Καθώς τα πρόσωπα αυτά έχουν ανοιχτεί σε νόμιμες επιχειρηματικές δραστηριότητες, έχουν προσπαθήσει -με αρκετή επιτυχία- να εξαγοράσουν την είσοδό τους στους διαδρόμους της εξουσίας. (...) Σε επίπεδο αμέσως πιο κάτω από εκείνο της εθνικής κυβέρνησης και των ηγεσιών των μεγαλυτέρων πολιτικών κομμάτων, το οργανωμένο έγκλημα έχει στην «ιδιοκτησία» του έναν αριθμό δημοτικών διαμερισμάτων, καθώς επίσης και μεμονωμένα μέλη του κοινοβουλίου. Αυτή η άμεση συμμετοχή στην πολιτική -σε αντίθεση με τη μέθοδο της δωροδοκίας- αποτελεί μια σχετικά νέα εξέλιξη για το βουλγαρικό οργανωμένο έγκλημα. Παρομοίως, στη μεγάλη επαρχιακή πόλη Βέλινγκραντ, πρόσωπα που ανήκουν στο οργανωμένο έγκλημα ελέγχουν το δημοτικό συμβούλιο και το γραφείο του δημάρχου. Σχεδόν πανομοιότυπα σενάρια έχουν εκτυλιχθεί σε πέντε-έξι ακόμη μικρότερες πόλεις και χωριά σε όλη τη Βουλγαρία.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε τον Ατανάς Ατανάσοφ, βουλευτή και πρώην αρχηγό της αντικατασκοπείας στη χώρα, να πει το εξής χαρακτηριστικό : «Άλλες χώρες έχουν τη μαφία. Στη Βουλγαρία, η μαφία έχει τη χώρα».

Το έγκλημα και το κράτος είναι, επίσης, στενά συνυφασμένα στο Αφγανιστάν, όπου ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και επαρχιακοί διοικητές, συμπεριλαμβανομένου του ετεροθαλούς αδελφού του προέδρου Καρζάι, Αχμέντ Αλί Καρζάι, ο οποίος δολοφονήθηκε πέρυσι, έχουν κατηγορηθεί ότι όχι μόνο συμμετέχουν σε δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών, αλλά και ότι στην πραγματικότητα τα διευθύνουν. Καθώς το εμπόριο των ναρκωτικών γίνεται όλο και πιο παγκοσμιοποιημένο, οι αφρικανικές χώρες έχουν, επίσης, μπει στο παιχνίδι και έχουν καταστεί πολύ σημαντικά σημεία διέλευσης για τα ναρκωτικά που διακινούνται από την περιφέρεια των Άνδεων και την Ασία προς τις πεινασμένες αγορές της Ευρώπης. Αναπόφευκτα, αρκετοί Αφρικανοί ηγέτες και οι οικογένειές τους, μαζί με πολιτικούς χαμηλότερης βαθμίδας, αξιωματικούς του στρατού και μέλη του δικαστικού σώματος, έχουν μυηθεί στην επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών. Στη Γουινέα, για παράδειγμα, ο Ουσμάν Κοντέ, ο γιος του τεθνεώτος προέδρου Λανσάνα Κοντέ, το 2010 χαρακτηρίστηκε επισήμως από την κυβέρνηση των ΗΠΑ «εγκέφαλος» της εμπορίας ναρκωτικών.

Οι αστυνομικές και οι μυστικές υπηρεσίες, τα δικαστήρια, οι τοπικές και επαρχιακές κυβερνήσεις, οι υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίων και τα τελωνεία έχουν όλοι μεταβληθεί σε περιζήτητους στόχους της εγκληματικής δραστηριότητας. Πέρυσι, ο Ρενέ Σαναμπρία, ένας απόστρατος στρατηγός, άλλοτε επικεφαλής της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών στη Βολιβία, συνελήφθη από Αμερικανούς ομοσπονδιακούς πράκτορες στον Παναμά και του απαγγέλθηκε η κατηγορία της απόπειρας φόρτωσης σε πλοίο εκατοντάδων κιλών κοκαΐνης με προορισμό το Μαϊάμι. Ο Σαναμπρία κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 14 χρόνων. Κατά παρόμοιο τρόπο, μια σειρά από στρατηγούς που ηγήθηκαν της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών στο Μεξικό βρίσκονται τώρα στη φυλακή για συμμετοχή στο είδος αυτό του εγκλήματος, για την πρόληψη του οποίου υποτίθεται ότι εργάζονταν.

Μαφιόζικο κράτος ρίζωσε επίσης και στη Βενεζουέλα. Το 2010 ο πρόεδρος της χώρας Ούγκο Τσάβες, τοποθέτησε τον στρατηγό Χένρυ Ρέιντζελ Σίλβα ως ανώτατο διοικητή των ενόπλων δυνάμεων της Βενεζουέλας. Νωρίτερα μέσα στην τρέχουσα χρονιά, ο Ρέιντζελ Σίλβα έγινε υπουργός Άμυνας. Όμως, το 2008 το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών τον συμπεριέλαβε στη λίστα με τους επίσημα χαρακτηρισμένους ως «εγκεφάλους» της εμπορίας ναρκωτικών, με την κατηγορία ότι «ουσιαστικά ενίσχυε τις δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών». Πρόσφατα, επίσης, το υπουργείο Οικονομικών [των ΗΠΑ] απέδωσε τον ίδιο χαρακτηρισμό σε μια σειρά άλλων αξιωματούχων της Βενεζουέλας, στους οποίους περιλαμβάνονται πέντε υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του στρατού, ένας ανώτερος αξιωματικός των υπηρεσιών πληροφοριών και ένα εξέχον μέλος του Κογκρέσου, που διατηρεί δεσμούς με τον Τσάβες. Το 2010, ένας Βενεζουελανός ονόματι Ουαλίντ Μακλέντ, κατηγορούμενος από αρκετές κυβερνήσεις ως επικεφαλής μιας από τις μεγαλύτερες οργανώσεις διακίνησης ναρκωτικών, συνελήφθη από τις κολομβιανές αρχές. Πριν από την έκδοσή του στη Βενεζουέλα, ο Μακλέντ ισχυρίστηκε ότι κατείχε βιντεοταινίες, μαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, επιταγές και άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι εργαζόταν για λογαριασμό ενός εγκληματικού δικτύου, στο οποίο ενέχονταν 15 Βενεζουελανοί στρατηγοί (συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής των στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών και του διευθυντή της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών), ο αδελφός του υπουργού Εσωτερικών της χώρας και πέντε μέλη του Κογκρέσου.

Εν μέρει λόγω αυτών των ευνοϊκών σχέσεων, το εμπόριο της κοκαΐνης έχει ανθίσει στη Βενεζουέλα τα τελευταία χρόνια και αυτήν τη στιγμή η χώρα προμηθεύει πάνω από τα μισά φορτία με αποδέκτη την Ευρώπη, σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα. Το εμπόριο ναρκωτικών, μάλιστα, δεν είναι η μόνη παράνομη δραστηριότητα που ανθεί στη Βενεζουέλα της εποχής του ευλογημένου από το κράτος εγκλήματος: η χώρα έχει γίνει, επίσης, βάση για εμπορία ανθρώπων, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, παραχάραξη, λαθρεμπόριο όπλων και λαθρεμπόριο πετρελαίου.

Στο παρελθόν, οι ασχολούμενοι με την εξωτερική πολιτική επιστήμονες θεωρούσαν γενικά ότι το διεθνές έγκλημα ήταν ένα έλασσον πρόβλημα, το οποίο έπρεπε να διαχειριστούν τα εγχώρια νομικά συστήματα. Πίστευαν ότι η επίπτωση του εγκλήματος ήταν ασήμαντη σε σύγκριση με την απειλή της τρομοκρατίας ή με την ανάπτυξη των όπλων μαζικής καταστροφής. Ευτυχώς, αυτή η κοινότοπη λογική αρχίζει να αλλάζει. Όλο και περισσότεροι ειδικοί και φορείς χάραξης πολιτικής αναγνωρίζουν ότι το έγκλημα έχει γίνει σημαντική πηγή αστάθειας σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδιαίτερα με την ανάδυση των μαφιόζικων κρατών.

Οι εγκληματικές συμμορίες, για παράδειγμα, έχουν αναμιχθεί στην υπόθεση της κερδοσκοπικής διάδοσης των πυρηνικών. Ο Α.Κ. Χαν, ο διαβόητος Πακιστανός μικρέμπορος πυρηνικών, ισχυρίστηκε ότι προωθεί τεχνογνωσία κατασκευής βομβών σε άλλες χώρες προκειμένου να δώσει ώθηση στα συμφέροντα του Πακιστάν. Όμως, το διεθνές δίκτυο που έχει δημιουργήσει για να παζαρεύει και να προμηθεύει τα προϊόντα του, έχει οργανωθεί στα πρότυπα μιας παράνομης κερδοσκοπικής επιχείρησης. Οι ειδικοί στο ζήτημα της διάδοσης των πυρηνικών όπλων έχουν από καιρό κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την πιθανότητα οι ιδιωτικοί παράγοντες να μην ανταποκρίνονται στις στρατηγικές πυρηνικής αποτροπής, όπως τουλάχιστον το κάνουν τα κράτη. Υπάρχουν, λοιπόν, λόγοι ανησυχίας για το γεγονός ότι όσο οι εγκληματικές οργανώσεις διαπλέκονται όλο και περισσότερο με τις κυβερνήσεις, η αποτροπή θα γίνεται μια υπόθεση ολοένα πιο δύσκολη. Ίσως η Β. Κορέα είναι η πιο ανησυχητική περίπτωση, από αυτήν την άποψη. Παρά το γεγονός ότι πρόσφατα η χώρα ανακοίνωσε πως σε αντάλλαγμα της επισιτιστικής βοήθειας που θα δεχθεί θα αναστείλει τις δοκιμές πυρηνικών όπλων, θα σταματήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου και θα επιτρέψει σε διεθνείς επιθεωρητές να επισκεφθούν το βασικό πυρηνικό της συγκρότημα, η Β. Κορέα παραμένει δικτατορία πυρηνικά εξοπλισμένη και μια χώρα όπου οι υπό κρατική διεύθυνση εγκληματικές επιχειρήσεις έχουν οδηγήσει τους Αμερικανούς αξιωματούχους να της δώσουν το παρωνύμιο «κράτος Σοπράνο». Η Σίνα Τσέστνατ Γκρέιτενς, ειδικευμένη στο ζήτημα των δεσμών κράτους-εγκλήματος στη Β. Κορέα, έχει γράψει ότι η χώρα έχει «τα μέσα και το κίνητρο να εξαγάγει πυρηνικό υλικό», προειδοποιώντας ότι «η διάδοση που διεξάγεται από παράνομα δίκτυα δεν μπορεί πάντα να ελέγχεται σωστά από το κράτος-προμηθευτή». Η διαπίστωση αυτή προσθέτει αβεβαιότητα σε μια ήδη επικίνδυνη κατάσταση.

Ακόμη και αν βάλουμε στην άκρη την ανησυχητική προοπτική που δημιουργούν τα πυρηνικά κράτη - μαφίες, διαπιστώνουμε ότι οι κυβερνήσεις που ενέχονται σε παράνομο εμπόριο θα είναι ενδεχομένως πιο πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν βία όταν θιγεί η πρόσβασή τους σε επικερδείς αγορές. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον πόλεμο που ξέσπασε το 2008 ανάμεσα στη Γεωργία και τη Ρωσία με αντικείμενο τις αποσχισθείσες περιοχές της Αμπχαζίας και της Ν. Οσετίας. Σύμφωνα με τον Τόμας ντε Γουάαλ από το Carnegie Endowment, που είναι ειδικός σε θέματα Καυκάσου, πριν ξεσπάσει η σύγκρουση, εγκληματικές οργανώσεις διεξήγαγαν επιχειρήσεις υψηλής κερδοφορίας στη Ν. Οσετία όπου το παράνομο εμπόριο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της οικονομίας. Αν και είναι δύσκολο να υπάρχουν άμεσες αποδείξεις, το εύρος αυτών των παράνομων δραστηριοτήτων ερμηνεύεται μόνο με την ενεργό συμμετοχή Ρώσων ανώτερων αξιωματικών, οι οποίοι ενεργούσαν ως αφεντικά και συνέταιροι των εγκληματιών. Ασφαλώς, η προαναφερθείσα σύγκρουση πυροδοτήθηκε από πολλούς παράγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται οι εθνοτικές διαμάχες, η γεωργιανή εσωτερική πολιτική και η βούληση της Ρωσίας να επιβεβαιώσει την ηγεμονία της στους γείτονές της. Είναι, όμως, επίσης κατανοητό ότι μεταξύ των ομάδων συμφερόντων που ώθησαν το Κρεμλίνο προς τον πόλεμο, ήταν κι εκείνες που σχετίζονταν με προσοδοφόρες επιχειρήσεις τράφικινγκ στις διεκδικούμενες περιοχές.

ΚΕΡΔΗ ΣΤΑ ΚΡΥΦΑ

Ασφαλώς, η καταπολέμηση του υπερεθνικού εγκλήματος θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από τον περιορισμό στη διακίνηση προϊόντων λαθρεμπορίου, ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων. Θα πρέπει επίσης να προλαμβάνει και να ακυρώνει την εκτροπή των κυβερνήσεων προς το έγκλημα. Το παράνομο εμπόριο είναι εγγενώς επικίνδυνο, αλλά η απειλή που θέτει κατά της κοινωνίας ενισχύεται, όταν εγκληματίες γίνονται οι ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και οι κυβερνήσεις ελέγχουν συνδικάτα του εγκλήματος. Εντούτοις, οι σημερινές υπηρεσίες εφαρμογής του νόμου δεν είναι άξιοι αντίπαλοι των εγκληματικών οργανώσεων, οι οποίες είναι πλούσιες, βίαιες και ανελέητες, επωφελούμενες επίσης από την αμέριστη υποστήριξη των εθνικών κυβερνήσεων και των διπλωματών τους, των δικαστών, πληροφοριοδοτών, στρατηγών, υπουργών και αρχηγών της αστυνομίας. Τα μαφιόζικα κράτη μπορούν να έχουν τους καλύτερους δικηγόρους και λογιστές και διαθέτουν πρόσβαση στην πλέον προηγμένη τεχνολογία. Οι υποχρηματοδοτούμενες υπηρεσίες εφαρμογής του νόμου, τα καταπονημένα δικαστήρια και οι αργοκίνητες γραφειοκρατίες καθίστανται όλο και πιο ανίκανες στην αντιμετώπιση τόσο εύπορων και εύστροφων αντιπάλων.

Οι υπηρεσίες εφαρμογής του νόμου είναι επίσης δέσμιες του γεγονότος ότι είναι από τη φύση τους εθνικές, την ώρα που οι μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες εγκληματικές οργανώσεις, μαζί με τους πράκτορες των μαφιόζικων κρατών, αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους υπό το καθεστώς πολλών δικαιοδοσιών. Στα μαφιόζικα κράτη βρίσκει κανείς την ταχύτητα και την ευελιξία των υπερεθνικών εγκληματικών δικτύων να συγχωνεύονται με τη νομική προστασία και τα διπλωματικά προνόμια που ταιριάζουν μόνο σε κράτη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια υβριδική μορφή διεθνούς παράγοντα, κατά του οποίου οι εγχώριες δυνάμεις επιβολής του νόμου διαθέτουν πολύ λίγα όπλα. Τα υπάρχοντα εργαλεία που οι εθνικές κυβερνήσεις μπορούν να χρησιμοποιήσουν για ν’ αντιμετωπίσουν αυτήν την καινούργια απειλή, δηλαδή διεθνή σύμφωνα, πολυμερείς οργανισμούς και συνεργασία μεταξύ των εθνικών υπηρεσιών εφαρμογής του νόμου, είναι αργοκίνητα, δύσκαμπτα και ακατάλληλα για τη επίτευξη αποτελέσματος. Σε τελική ανάλυση, πώς μπορεί μια χώρα να συντονίσει τις προσπάθειες για πάταξη της εγκληματικότητας, όταν ηγετικά στελέχη των κυβερνήσεων ή ανώτατοι αξιωματούχοι της αστυνομίας είναι οι ίδιοι εγκληματίες;

Η ανάδυση των μαφιόζικων κρατών θέτει σε κίνδυνο την ίδια την έννοια της διεθνούς συνεργασίας για την επιβολή του νόμου. Το 2006 συναντήθηκαν στη Βραζιλία οι αρχηγοί αστυνομίας από 152 χώρες, για την πραγματοποίηση της Γενικής Συνέλευσης της Ιντερπόλ, του πολυμερούς οργανισμού του οποίου ο καταστατικός χάρτης κάνει λόγο για «διασφάλιση και προώθηση της ευρύτερης δυνατής αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ όλων των εγκληματολογικών αστυνομικών αρχών». Εκείνη την εποχή, πρόεδρος της Ιντερπόλ ήταν ο Τζάκι Σελέμπι, πρώην αρχηγός της αστυνομίας της Ν. Αφρικής. Κατά την εναρκτήρια ομιλία του ο Σελέμπι προέτρεψε τους συναδέλφους του να βρουν συστήματα «που θα διασφαλίζουν ότι τα σύνορά μας και ο συνοριακός έλεγχος στηρίζονται σε γερή βάση». Επρόκειτο για ευγενή σκοπό, αναμφίβολα. Δυστυχώς, ο υπέρμαχός του αποδείχθηκε ότι ήταν και ο ίδιος απατεώνας. Το 2010, ο Σελέμπι καταδικάστηκε για δωροληψία ύψους 156.000 δολαρίων από έναν λαθρέμπορο ναρκωτικών και σήμερα εκτίει 15ετή ποινή κάθειρξης.

Όμως, για την Ιντερπόλ, πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από κάποιο τέτοιο μεμονωμένο δυσάρεστο συμβάν με μεγάλη προβολή, είναι αυτό που οι έχοντες εσωτερική πληροφόρηση αποκαλούν «πρόβλημα χαμηλής εμπιστοσύνης» και το οποίο παραδοσιακά τορπίλιζε τις προσπάθειες της υπηρεσίας. «Η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται να μοιραστώ τις καλύτερες, τις πιο ευαίσθητες πληροφορίες μου με Ρώσους ή Μεξικανούς αστυνομικούς», μου είπε ένα ανώτερο στέλεχος της βρετανικής υπηρεσίας δίωξης του οργανωμένου εγκλήματος, όταν τον ρώτησα σχετικά με την Ιντερπόλ. Ακόμη και αν η Ιντερπόλ καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για να διασφαλίσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που οι υπηρεσίες-μέλη της μοιράζονται μαζί της, στην πράξη οι εθνικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου παραμένουν επιφυλακτικές στο να αποκαλύψουν πολλά.

Καθώς ο ρόλος των κρατών της μαφίας έχει γίνει πιο ξεκάθαρος, οι ανά την υφήλιο αρχές επιβολής του νόμου έχουν αρχίσει να επεξεργάζονται νέες πολιτικές και στρατηγικές απέναντι σε τέτοιου είδους κράτη: συνεργασία με δημοσίους λειτουργούς υψηλού επιπέδου, ικανούς να αποκαλύψουν την οικονομική τους κατάσταση, προσεκτικό έλεγχο των λογιστών, των δικηγόρων και των εμπειρογνωμόνων της τεχνολογίας, που παρέχουν προστασία στους βαρόνους του εγκλήματος, βελτίωση στον συντονισμό των επιμέρους εγχωρίων υπηρεσιών. Η άνοδος των μαφιόζικων κρατών προσέδωσε επείγοντα χαρακτήρα στην έρευνα για εξεύρεση τρόπων που θα διεθνοποιούν τη μάχη κατά του εγκλήματος. Μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση θα ήταν η δημιουργία ενός «συνασπισμού των εντίμων», με τη συμμετοχή υπηρεσιών εφαρμογής του νόμου με τις λιγότερες πιθανότητες να έχουν υποστεί διείσδυση ή άλωση από εγκληματικές ομάδες. Ορισμένα κράτη πειραματίζονται με διευθετήσεις αυτού του είδους, οι οποίες υπερβαίνουν τη συνήθη διμερή συνεργασία για την καταπολέμηση του εγκλήματος, με το να συμπεριλάβουν όχι μόνο τις υπηρεσίες εφαρμογής του νόμου, αλλά και εκπροσώπους των υπηρεσιών πληροφοριών και των ενόπλων δυνάμεων. Ένα συμπληρωματικό βήμα θα ήταν η ανάπτυξη δικτύων από δικαστικούς, δικαστές, αξιωματικούς της αστυνομίας, αναλυτές πληροφοριών και φορείς χάραξης πολιτικής, προκειμένου να ενθαρρύνουν έναν μεγαλύτερο βαθμό συνεργασίας από εκείνον που έχει κατορθώσει η Ιντερπόλ. Η συνεργασία αυτή θα οικοδομηθεί στην εμπιστοσύνη που υπάρχει μεταξύ των ανώτερων αξιωματικών επιβολής του νόμου, που έχουν από κοινού εργαστεί επί δεκαετίες στη μάχη για την καταπολέμηση των υπερεθνικών εγκληματικών δικτύων. Όπως συμβαίνει συνήθως, οι μακροχρόνιες συνεργασίες ανθρώπων που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους και που μοιράζονται τον ίδιο τρόπο σκέψης και τις ίδιες αξίες είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από την τυπική, την επισήμως εγκεκριμένη συνεργασία μεταξύ φορέων, τα στελέχη των οποίων μόλις και μετά βίας γνωρίζονται μεταξύ τους.

Δυστυχώς, παρά τη σχεδόν παγκόσμια αναγνώριση ότι η πάταξη της διεθνούς εγκληματικότητας απαιτεί διεθνή δράση, οι περισσότερες πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση του εγκλήματος παραμένουν υπόθεση κατεξοχήν εσωτερική. Και παρά το γεγονός ότι τα μαφιόζικα κράτη έχουν μετατρέψει το διεθνές έγκλημα σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας, η ευθύνη για την καταπολέμησή του επαφίεται ακόμη σχεδόν αποκλειστικά στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Πράγματι, ακόμη και στις ανεπτυγμένες χώρες, η αστυνομία και τα άλλα σώματα επιβολής του νόμου σπανίως συντονίζονται με τους εταίρους τους στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, παρότι το υπερεθνικό έγκλημα θέτει σε κίνδυνο τη δημοκρατική διακυβέρνηση, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανάσχεση της εξάπλωσης των μαφιόζικων κρατών είναι η απουσία της στοιχειώδους επίγνωσης των απλών πολιτών και των φορέων χάραξης πολιτικής όσον αφορά την έκταση που έχει λάβει το φαινόμενο. Η άγνοια του μεγέθους και της κλιμάκωσης του προβλήματος θα καταστήσει δύσκολη την υπεράσπιση ή την αύξηση των ήδη πενιχρών προϋπολογισμών των κυβερνητικών υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με την αντιμετώπιση του διεθνούς εγκλήματος, ιδιαίτερα σε μια εποχή δημοσιονομικής λιτότητας. Όμως, η συνειδητοποίηση είναι δύσκολο να επιτευχθεί όταν τόσο πολλές πτυχές στην εξέλιξη της κρατικής εγκληματικότητας δεν είναι ακόμη κατανοητές. Σ’ αυτό το σημείο εντοπίζεται ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα. Το να δοθούν χρήματα του δημοσίου για την περιστολή της δύναμης των μαφιόζικων κρατών είναι ανώφελο, ίσως και αντιπαραγωγικό, εκτός εάν τα ταμεία πληρώνουν για εφαρμογή πολιτικής που εδράζεται σε ένα στέρεο κεφάλαιο εμπειρίας. Είναι θλιβερό το γεγονός ότι για το φαινόμενο των μαφιόζικων κρατών υπάρχουν τόσο λίγα διαθέσιμα στοιχεία. Το αναλυτικό πλαίσιο που προς το παρόν εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις για το πρόβλημα είναι πρωτόγονο, καθώς είναι βασισμένο σε ξεπερασμένες αντιλήψεις για το οργανωμένο έγκλημα. Προκειμένου να αντιμετωπισθεί αυτή η ανεπάρκεια, θα πρέπει να αξιοποιούν και να μοιράζονται πιο έγκυρες πληροφορίες οι αρχές επιβολής του νόμου, οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι στρατιωτικοί οργανισμοί, τα μέσα ενημέρωσης, οι πανεπιστημιακοί και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις. Ωστόσο, αν αυτό συμβεί, θα αποτελεί απλώς και μόνο το πρώτο βήμα και, μάλιστα, ένα βήμα ανεπαρκές.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/137529/moises-naim/mafia-states

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr