Ο Μόρσι έκανε την κίνησή του | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Μόρσι έκανε την κίνησή του

Τι σημαίνει η εδραίωση στην εξουσία για το Κάιρο και την Ουάσιγκτον

Στα μέσα Αυγούστου, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μόρσι απέλυσε τον Μοχάμεντ Χουσεΐν Ταντάουι, τον υπουργό Άμυνας, και τον αρχιστράτηγο Σάμι Χαφέζ Ενάν, τον αρχηγό του επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων. Ακύρωσε επίσης το συνταγματικό διάταγμα του στρατού της 17ης Ιουνίου, το οποίο αφαιρούσε σημαντικά προνόμια εθνικής ασφάλειας και άμυνας από την προεδρία. Η κίνησή του αποτέλεσε ένα σοκ. Ωστόσο, ο Μόρσι κάνει ό,τι ο οποιοσδήποτε συνετός εθνικός ηγέτης θα έκανε με την ανάληψη των καθηκόντων του – εδραιώνει την εξουσία του.

Το επόμενο διάστημα, ένα μεγάλο μέρος των σχολίων σχετικά με το παιχνίδι του Μόρσι θα επικεντρωθεί στο τι αυτό σημαίνει για τη μετάβαση της Αιγύπτου, ιδιαίτερα την πορεία των πολιτικο-στρατιωτικών σχέσεων, οι οποίες ευνόησαν τις ένοπλες δυνάμεις τα τελευταία 60 χρόνια. Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι το πώς οι αλλαγές στην ανώτατη στρατιωτική διοίκηση της Αιγύπτου θα μεταβάλλουν τους δεσμούς της χώρας του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν κάποιο ιστορικό προηγούμενο αποτελεί οδηγό, το ταρακούνημα της κορυφής του αιγυπτιακού Υπουργείου Άμυνας από τον Μόρσι θα ακολουθηθεί από έναν στρατηγικό αναπροσανατολισμό μεταξύ Καΐρου και Ουάσιγκτον.

Όταν ανέλαβαν την εξουσία τον Ιούλιο του 1952, ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ και οι συνάδελφοί του Ελεύθεροι Αξιωματικοί (με μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις) ήταν πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε μια δυτική συμμαχία ασφαλείας. Και από την πλευρά της, η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ θεώρησε τους νέους ηγέτες της Αιγύπτου ως δυνητικά σημαντικούς συμμάχους στην αντιμετώπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Η αμερικανική πρεσβεία στο Κάιρο βοήθησε τόσο τον Νάσερ όσο και τον Μοχάμαντ Ναγκίμπ που ήταν η βιτρίνα των Ελεύθερων Αξιωματικών. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον άρχισε να βοηθά το Κάιρο να αναπτύξει τη δική του μυστική υπηρεσία πληροφοριών. Το καλοκαίρι του 1954, ο Νάσερ ζήτησε 100 εκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον δίστασε, προσφέροντας αντ' αυτού 40 εκατομμύρια δολάρια. Η κίνηση έσπειρε δυσπιστία και θυμό μεταξύ των Αιγυπτίων, αλλά δεν οδήγησε σε μια ολοκληρωτική προσβολή των σχέσεων.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων έξι μηνών, όμως, τα πράγματα ξίνισαν. Οι Ελεύθεροι Αξιωματικοί αποτίναξαν τα τελευταία προβλήματα που ενοχλούσαν το νέο καθεστώς τους, κυρίως τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, και ο Νάσερ εδραίωσε την προσωπική του δύναμη. Ως μέρος αυτής της πίεσης, το Κάιρο έγινε ολοένα και μεγαλύτερης επιρροής μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων και ακολούθησε μια εξωτερική πολιτική «θετικής ουδετερότητας». Το σχέδιο περιελάμβανε το να βάζουν τις μεγάλες δυνάμεις να ανταγωνίζονται μεταξύ τους προς όφελος της Αιγύπτου. Ένα μέρος αυτού του παιχνιδιού ήταν να μαζεύουν όπλα από χώρες εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, κάτι το οποίο οδήγησε στην «συμφωνία των τσέχικων όπλων» το 1955 - τη μεγαλύτερη μεταφορά οπλισμού σε οποιαδήποτε χώρα της Μέσης Ανατολής εκείνη την εποχή, που σηματοδότησε την μετατόπιση του Νάσερ στη σοβιετική τροχιά.

Μετά το θάνατο του Νάσερ, η εδραίωση της εξουσίας και η γεω-στρατηγική στροφή από τον Ανουάρ Σαντάτ ήταν ακόμη πιο έντονη από ό, τι είχε κάνει ο προκάτοχός του. Ως προϋπόθεση για να είναι υποψήφιος πρόεδρος το 1970, οι κατέχοντες πολιτική επιρροή στην Αραβική Σοσιαλιστική Ένωση (ASU) - το κόμμα που δημιουργήθηκε το 1962 για να διαχειριστεί την κατάσταση και να χρησιμεύσει ως πηγή ενέργειας για τον Νάσερ – ανάγκασαν τον Σαντάτ να αποδεχθεί κάποια όρια στη δική του προεδρική εξουσία. Το πιο σημαντικό από αυτά ήταν ένας όρος ότι θα κυβερνά συλλογικά, πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να εξασφαλίζει τη συμφωνία της Ανώτατης Εκτελεστικής Επιτροπής της ASU και της Κεντρικής Επιτροπής για όλες τις σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες.

Μέχρι το Μάιο του 1971, ωστόσο, ο Σαντάτ είχε βρει αρκετή υποστήριξη, ιδίως μεταξύ των στρατιωτικών και των αξιωματικών της αστυνομίας, για να εκδιώξει τους τέσσερις άνδρες που είχαν προσπαθήσει να περιορίσουν τη δύναμή του: τον στρατηγό Sharawi Guma, υπουργό Εσωτερικών, τον Sami Sharaf, υπουργό για τις προεδρικές υποθέσεις, τον Ali Sabri, επικεφαλής της ASU και τον στρατηγό Fawzi Mohamed, υπουργό Πολέμου. Οι αξιωματικοί τους οποίους προώθησε ο Σαντάτ για την πλήρωση των κενών θέσεων ήταν όλοι σεβαστοί επαγγελματίες επικεντρωμένοι στην επικείμενη μάχη με το Ισραήλ, το οποίο εκείνη την εποχή κατέλαβε την χερσόνησο του Σινά. Σίγουρα, ο Σαντάτ αντιμετώπισε προκλήσεις - δηλαδή, από τον υπουργό Πολέμου που διάλεξε, τον στρατηγό Muhammad Sadiq, λόγω διαφορών στον σχεδιασμό του πολέμου. Όμως, μετά την απόλυση του Sadiq και την επιτυχή διέλευση της διώρυγας του Σουέζ το 1973, ο Σαντάτ έγινε αυτεξούσιος. Από τότε, ήταν σε θέση να ξεκινήσει ριζικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική του Καΐρου. Στον απόηχο του πολέμου του Οκτωβρίου, ο Σαντάτ έφυγε από τη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης - η οποία, με πολλούς τρόπους, είχε βοηθήσει να γίνει δυνατή η επιτυχία της Αιγύπτου στον εναρκτήριο γύρο της σύγκρουσης - υπέρ της στρατηγικής ευθυγράμμισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Χόσνι Μουμπάρακ, ο οποίος διαδέχθηκε τον Σαντάτ, μετά τη δολοφονία του το 1981, ποτέ δεν αντιμετώπισε τέτοιες προκλήσεις στην εξουσία του, επειδή απολάμβανε καλά αναπτυγμένες σχέσεις και πολλή καλή θέληση μεταξύ της στρατιωτικής και πολιτικής ελίτ. Όμως, ο διάδοχος του Μουμπάρακ, ο Μόρσι, φαίνεται να έχει περισσότερα κοινά με τον Σαντάτ. Όπως ο Σαντάτ, ο Μόρσι αρχικά αναγκάστηκε να αποδεχθεί όρια στην εξουσία του. Επίσης, όπως ο Σαντάτ, αντιστάθηκε. Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, ο νέος πρόεδρος της Αιγύπτου απομάκρυνε όχι μόνο τον Ενάν και τον Ταντάουι αλλά και τον Murad Muwafi, τον πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών. Η υπηρεσία πληροφοριών και ο στρατός αμφότεροι αντιτίθενται στον Μόρσι και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Και φυσικά, ήταν ο Ταντάουι και ο Ενάν, ως ηγέτες του Ανωτάτου Συμβουλίου των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι είχαν εκδώσει το διάταγμα της 17ης Ιουνίου. Οι συνθήκες είναι, φυσικά, εντελώς διαφορετικές, αλλά οι απολύσεις των Μουγουαφί, Ενάν και Ταντάουι παραπέμπουν στην αποπομπή των Sabri, Sharawi, Sharaf, και Fawzi λίγο περισσότερο από 41 χρόνια νωρίτερα.

Είναι δύσκολο να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα τόσο πρόσφατα για τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό της Αιγύπτου, αλλά μπορεί να μοιάζει περισσότερο με την εξωτερική πολιτική της Αιγύπτου των μέσων της δεκαετίας του 1950 αντί της προσέγγισης του Καΐρου στον κόσμο κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Οι παρατηρητές δεν ξέρουν πολλά για τον αντικαταστάτη του Ταντάουι, τον στρατηγό Abdel-Fattah al- Sissi, εκτός από το γεγονός ότι είναι 57 ετών και ένας πρώην πεζικάριος ο οποίος ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών. Αν ο Σίσσι, ο Mohamed Refaat Shehata, ο νέος επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του οποίου ο διορισμός φαίνεται να είναι προσωρινός ή ο Sayed Ahmed Sidki, ο νέος επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, έχουν μια κοσμοθεωρία, αυτό δεν είναι γνωστό. Είναι απίθανο να έχει σημασία, όμως, επειδή οφείλουν τη θέση τους στον Μόρσι. Εκείνο που είναι ευρέως κατανοητό είναι η από μακρού χρόνου αντίθεση της Αδελφότητας στην στρατηγική σχέση μεταξύ της Αιγύπτου και των Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία Μουγουαφί, ο Ενάν και ο Ταντάουι ήταν γνωστό ότι υποστήριζαν. Πράγματι, σύμφωνα με τον Ταντάουι - ο οποίος έγινε υπουργός Άμυνας το 1991 - οι Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν συνήθως ταχεία πρόσβαση μέσω της διώρυγας του Σουέζ, δικαιώματα υπερπτήσεων καθώς και κατάρτιση με τη μορφή της ανά διετία άσκησης Bright Star, η οποία είναι η μεγαλύτερη του είδους της στον κόσμο. Από την πλευρά τους, ο Μουγουαφί και ο Ενάν ήταν πολύ σεβαστοί στην Ουάσιγκτον για τον επαγγελματισμό και την συνεργασία τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δικαιολογείται έτσι, λοιπόν, το ότι ο αποκεφαλισμός των κορυφαίων αξιωματικών του στρατού και της εθνικής ασφάλειας της Αιγύπτου από τον Μόρσι μπορεί να επιφέρει εν μέρει αλλαγές στην αιγυπτιακή εξωτερική πολιτική, μακριά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Προς ποια χώρα, ωστόσο, παραμένει ασαφές. Δεν υπάρχει καμία άλλη δύναμη που θα μπορούσε να είναι προστάτης της Αιγύπτου, και το Κάιρο μπορεί να χρειαστεί έναν προστάτη. Η Αίγυπτος, αντιπροσωπεύει το ένα τέταρτο του αραβικού κόσμου και βρίσκεται σε στρατηγική θέση με τη Διώρυγα του Σουέζ και το αφρο-ασιατικό ρήγμα - είναι μια δύναμη από μόνη της. Η άφιξη του Σίσσι, του Αχμέντ και του Σεχάτα θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την επιθυμία να ακολουθηθεί μια εξωτερική πολιτική περισσότερο διορθωτική του κύρους της Αιγύπτου, μια προσέγγιση στον κόσμο που δεν δίνει προνόμιο σε κάποια συγκεκριμένη διεθνή σχέση έναντι μιας άλλης και που είναι προσανατολισμένη στη μεγιστοποίηση των εθνικών συμφερόντων της Αιγύπτου, σε αντίθεση με ό, τι πολλοί θεωρούν ότι είναι τα πεπραγμένα των τελευταίων τριών δεκαετιών. Αν αυτή είναι η περίπτωση, τότε φαίνεται ότι ο Μουσουλμάνος Αδελφός ο οποίος είναι πρόεδρος της Αιγύπτου είναι ένας καλός Νασεριστής. Με την εδραίωση της εξουσίας του Μόρσι, οι Αιγύπτιοι ίσως να ξεκινούν πάλι μια «θετική ουδετερότητα» σε επανάληψη.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/137823/steven-a-cook/morsi-makes-...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr