Η καταστροφή της Ευρώπης μπορεί να αποφευχθεί | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η καταστροφή της Ευρώπης μπορεί να αποφευχθεί

Η μοίρα της νομισματικής ένωσης είναι στα χέρια τής Γερμανίας

Πριν από δύο δεκαετίες, όταν το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα έφθασε στα πρόθυρα της κατάρρευσης, το ύστατο ερώτημα ήταν πόση προσπάθεια θα κάνει η Γερμανία, η οικονομική δύναμη της ηπείρου, για να το σώσει. Οι περιφερειακές οικονομίες ήταν πληγωμένες, καταβεβλημένες από μια νομισματική πολιτική που ήταν κατάλληλη για τη Γερμανία αλλά και πολύ αυστηρή για τις ασθενέστερες ευρωπαϊκές χώρες. Η Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας, η Bundesbank, έπρεπε να κάνει μια επιλογή. Θα μπορούσε να συνεχίσει να κρατά υψηλά τα επιτόκια, δεσμευόμενη κατά συνέπεια στη σταθερότητα των τιμών. Ή θα μπορούσε να μειώσει τα επιτόκια και να δεχθεί έναν μικρό πληθωρισμό - και έτσι να σώσει το υπόλοιπο της Ευρώπης από μια παρατεταμένη ύφεση.

Γνωρίζουμε ποια επιλογή έκανε τότε η Γερμανία. Η Bundesbank απέρριψε τις προτάσεις ότι θα έπρεπε να αποδεχθεί το ρίσκο του πληθωρισμού για το καλό της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι κερδοσκόποι ορθώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση αυτή οδηγεί σε μια κοινή νομισματική πολιτική ανυπόφορη για τις ασθενέστερες οικονομίες της Ευρώπης. Και τον Σεπτέμβριο του 1992, ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών της γηραιάς ηπείρου, ένας πρόδρομος του σημερινού ευρώ, γκρεμίστηκε κάτω από την πίεση των επιθέσεων από τα hedge funds. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, ο κόσμος περιμένει μια νέα απάντηση στην ίδια ερώτηση. Πόσο μακριά θα πάει η Γερμανία για να κρατήσει την Ευρώπη ενωμένη;

Ο οικονομολόγος Ρούντιγκερ Ντόρνμπους (Rudiger Dornbusch) παρατήρησε ότι στα οικονομικά, οι κρίσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να φθάσουν σε σημείο αιχμής από ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι, και τότε εξελίσσονται γρηγορότερα από ό, τι νομιζόταν ότι θα μπορούσαν. Μέχρι τη στιγμή που διαβάζετε αυτό το κείμενο, η ευρωζώνη μπορεί να έχει διασπαστεί. Αλλά είτε έχει συμβεί είτε όχι, είτε συμβεί στο προσεχές μέλλον, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Από την αρχή της κρίσης, η Γερμανία είχε τη δύναμη να σώσει την νομισματική ένωση, αν ήθελε. Η διάλυση της Ένωσης μπορεί να είναι μια προαιρετική καταστροφή.

ΚΕΝΤΡΙΚΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ «ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ»

Για να γίνει κατανοητό το γιατί η αποτυχία του ευρώ θα μπορούσε να αποφευχθεί, πρέπει κανείς να συλλάβει αρχικά την τρομερή δύναμη των σημερινών κεντρικών τραπεζών. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι προηγμένες οικονομίες ήταν προσδεμένες στον κανόνα του χρυσού, που σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούσαν να τυπώσουν χρήματα σε απεριόριστες ποσότητες. Ομοίως, για σχεδόν όλα τα έτη από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η δύναμη της νομισματικής… τυπογραφίας έχει ελεγχθεί, πρώτα από μια αποδυναμωμένη εκδοχή του κανόνα του χρυσού και στη συνέχεια από το φόβο του πληθωρισμού. Αλλά ο συνδυασμός των νομισμάτων «Fiat» (σ.σ.: δηλαδή τα αδύναμα νομίσματα) και των οικονομιών που βρίσκονται σε ύφεση αλλάζει το παιχνίδι. Το χρήμα, που δεν συνδέεται πλέον με τον χρυσό ή οποιοδήποτε άλλο στιβαρό σημείο αγκύρωσης, μπορεί να δημιουργηθεί άμεσα, σε άπειρες ποσότητες, με μια εντολή των τεχνοκρατών. Και εφ 'όσον τα εργοστάσια έχουν πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και η ανεργία κρατά υπό έλεγχο τους μισθούς, είναι απίθανο να υπάρξει κάποιο σημαντικό κόστος από τον πληθωρισμό.

Φυσικά, οι κεντρικές τράπεζες είχαν την ίδια εξουσία τη δεκαετία του 1930, όταν ο κόσμος ήταν σε ύφεση και ο κανόνας του χρυσού είχε εγκαταλειφθεί. Αλλά δίστασαν να την χρησιμοποιήσουν, μια απόφαση που τεκμηριώθηκε και θρηνήθηκε από νομισματικούς ιστορικούς ξεκινώντας από τον Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) και φθάνοντας ως τον Μπεν Μπερνάνκι (τον σημερινό πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ). Από το 2008, αντίθετα, οι κεντρικοί τραπεζίτες είναι αποφασισμένοι να αποδείξουν ότι κατανοούν τα διδάγματα της ιστορίας. Σε εμφάνισή του στο Λόφο του Καπιτωλίου λίγο μετά την κήρυξη πτώχευσης της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers το 2008, ο ίδιος ο Μπερνάνκι ενημέρωσε τον Μπάρνι Φρανκ (Barney Frank), τότε πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της Βουλής, ότι η Federal Reserve θα σταθεροποιήσει την ασφαλιστική AIG με κόστος πάνω από 80 δισεκατομμύρια δολάρια. «Έχετε 80 δισεκατομμύρια δολάρια;», ρώτησε ο Φρανκ. «Έχουμε 800 δισεκατομμύρια», απάντησε ο Μπερνάνκι. Στην πραγματικότητα, τον Δεκέμβριο του 2008, η Fed αφιέρωσε 1,5 τρισ. δολάρια σε χρηματοδότηση έκτακτης ανάγκης στις αγορές, ξεπερνώντας τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια του Ταμείου Διάσωσης που είχαν εγκριθεί από το Κογκρέσο μέσω του Προγράμματος Ανακούφισης Προβληματικών Κεφαλαίων (Troubled Asset Relief Program, TARP).

Οι κεντρικές τράπεζες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ενήργησαν με την ίδια αποφασιστικότητα. Για το μεγαλύτερο μέρος του 2011, η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης λογομαχούσε για τις λεπτομέρειες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ένα ταμείο διάσωσης παρόμοιο με το TARP με «δύναμη πυρός» 440 δισ. ευρώ. Τότε, μια μέρα τον περασμένο Δεκέμβριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρείχε 489 δισ. ευρώ για τις προβληματικές τράπεζες της γηραιάς ηπείρου και τον Φεβρουάριο του 2012 επανέλαβε αυτήν την ακροβασία, χρησιμοποιώντας αποτελεσματικά το ισοδύναμο δύο EFSFs από κοπανιστό αέρα μέσω της μαγείας της νομισματικής τυπογραφίας. Από την αρχή του 2007, η ΕΚΤ έχει αγοράσει χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 1,7 τρισεκατομμυρίων ευρώ, διευρύνοντας το χαρτοφυλάκιό της από 13% σε πάνω από 30% επί του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ έχει τυπώσει αρκετά χρήματα για να αυξήσει τον χάρτινο πλούτο της κατά ένα ποσό που υπερβαίνει την αξία του ελληνικού ΑΕΠ οκτώ ετών.

Αυτή η πράξη τύπου Superman, τουλάχιστον σύμφωνα με αυτό το άρθρο, έσωσε το σύστημα του ευρώ από τη διάλυση. Χωρίς την έκτακτη στήριξη της Κεντρικής Τράπεζας, οι ιδιωτικές τράπεζες σε ολόκληρη την ευρωζώνη θα πάλευαν να συγκεντρώσουν χρήματα και θα είχαν καταρρεύσει. Ιδιωτικές εταιρίες, μη μπορώντας να πάρουν τραπεζικά δάνεια, θα μπορούσαν επίσης να χρεοκοπήσουν. Οι δανειζόμενες χώρες δεν θα μπορούσαν να βασίζονται στις τράπεζες που αγοράζουν τα κρατικά ομόλογα τους και έτσι θα είχαν χρεοκοπήσει με τη σειρά τους, καταστρέφοντας τις ιδιωτικές τράπεζες που κατείχαν ήδη ομόλογά τους. Το τύπωμα χρημάτων από την ΕΚΤ βελτίωσε δεόντως κλίμα στην αγορά. Το επιτόκιο των δεκαετών ομολόγων της Ιταλίας, για παράδειγμα, υποχώρησε, από περίπου 7% σε περίπου 5,5%, αν και έκτοτε έχει αυξηθεί.

Η ΕΚΤ θα χρησιμοποιήσει τελικά μέχρι και το έσχατο περιθώριο των ελιγμών της. Ορισμένοι παρατηρητές φοβούνται ότι ο τεράστιος όγκος των πρόσφατα τυπωμένων ευρώ είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε σοβαρό πληθωρισμό, είτε όταν τα χρήματα αρχίσουν να κυκλοφορούν πιο γρήγορα ή όταν ακριβώς η προοπτική αυτής της ενέργειας δημιουργήσει αυτο-εκπλήρωση των πληθωριστικών προσδοκιών. Αλλά το καλύτερο στοίχημα είναι ότι, με αμετάβλητη την ανάπτυξη και την ανεργία πάνω από 10%, η απειλή της ραγδαίας ανόδου του πληθωρισμού σε ολόκληρη την ήπειρο είναι απομακρυσμένη: με άφθονη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα κάθε αύξηση της ζήτησης θα καλυφθεί με την αύξηση της προσφοράς και όχι με υψηλότερες τιμές. Για το ορατό μέλλον, ως εκ τούτου, η ΕΚΤ μπορεί να συνεχίσει την εκτύπωση χρήματος για να στηρίξει τις τράπεζες. Μπορεί να επεκτείνει τις επιφυλακτικές απευθείας αγορές ομολόγων για να εξασφαλίσει ότι τα υπουργεία Οικονομικών μπορούν να συγκεντρώσουν χρήματα με επιτόκια που να μην μοιάζουν με τιμωρία. Θα μπορούσε να επεκτείνει την υποστήριξή της ακόμα και σε μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, για παράδειγμα, ανακοινώνοντας ότι είναι έτοιμη να συμπεριλάβει δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις στον δικό της ισολογισμό. Προφανώς, η ΕΚΤ μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση της κρίσης διατηρώντας τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα.

Η αύξηση της προσφοράς χρήματος μερικές φορές απορρίπτεται ως απλά παρηγορητική. Αλλά εκτός από το να ενισχύει τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις, το εύκολο χρήμα μπορεί να διευκολύνει και τις διαρθρωτικές προσαρμογές. Εάν η ΕΚΤ τυπώσει αρκετά χρήματα για να φθάσει το όριό της για πληθωρισμό 2% σε όλη την ευρωζώνη, αυτό είναι πιθανό να σημαίνει μηδέν πληθωρισμό στις χώρες της κρίσης, όπου η ανεργία είναι υψηλή, και 3% - 4% πληθωρισμό στις ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης, όπου οι εργαζόμενοι έχουν αρκετή αυτοπεποίθηση για να απαιτήσουν μισθολογικές αυξήσεις. Με άλλα λόγια, επιτυγχάνοντας τον στόχο του πληθωρισμού, η ΕΚΤ μπορεί να βοηθήσει την Ιταλία και την Ισπανία να ανταγωνιστούν τη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, μειώνοντας σταδιακά την διαφορά του κόστους εργασίας που βρίσκεται στην καρδιά των προβλημάτων της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, μια αποφασιστική και παρατεταμένη περίοδος χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής θα οδηγήσει κατά πάσα πιθανότητα σε εξασθένιση του ευρώ. Αυτό θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών που βρίσκονται σε κρίση έναντι του υπολοίπου κόσμου, αυξάνοντας περαιτέρω τις πιθανότητες μιας ανάκαμψης μέσω των εξαγωγών.

Εν ολίγοις, η ΕΚΤ έχει πραγματική δύναμη. Μπορεί να αποτρέψει μια κατάρρευση της αγοράς και την ίδια στιγμή να κάνει σταδιακά την περιφέρεια πιο ανταγωνιστική. Αλλά για να ανταποκριθεί στις δυνατότητές της η ΕΚΤ, η Γερμανία πρέπει να αποφασίσει να μην σταθεί εμπόδιο. Θα πρέπει να επιτρέψει την επέκταση των καινοτόμων μέτρων διάσωσης της ΕΚΤ και να αποδεχθεί πληθωρισμό στη Γερμανία από 3% έως 4%. Κατά το παρελθόν έτος, δυστυχώς, οι Γερμανοί οικονομική ηγέτες έστειλαν ανάμικτα μηνύματα. Το μεγάλο ερώτημα του 1992 - πόσο μακριά θα πάει η Γερμανία για χάρη της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης; - δεν έχει απαντηθεί με σαφήνεια. Και έτσι το μέλλον της Ευρώπης παραμένει θολό.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

Οι ηγέτες της Γερμανίας έχουν δίκιο ότι οι χώρες που αντιμετωπίζουν κρίση πρέπει να κερδίσουν μόνες τους την ανάκαμψη. Η ΕΚΤ δεν μπορεί να τους σώσει από μόνη της. Ειδικότερα, θα πρέπει να βελτιώσουν τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών τους, να πατάξουν την φοροδιαφυγή και την σπατάλη των κρατικών δαπανών και να άρουν κανονισμούς που υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα από τις αγορές προϊόντων και εργασίας. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις αυτές έχουν την τάση να αποδίδουν μακροπρόθεσμα. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι περικοπές των προϋπολογισμών θα συρρικνώσουν τη ζήτηση και θα περιστείλουν την ανάπτυξη, ενώ ορισμένες μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας που καθιστούν ευκολότερες τις απολύσεις εργαζομένων μπορεί αρχικά να ανεβάσουν την ανεργία, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και μειώνοντας περαιτέρω την ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, τα πιο επείγοντα συμπληρώματα της αντίδρασης της ΕΚΤ βρίσκονται αλλού - και απαιτούν πρωτοβουλία από τη Γερμανία.

Η Γερμανία πρέπει αρχικά να αναπροσαρμόσει τη στάση της σχετικά με τα δημόσια οικονομικά της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Μέχρι στιγμής, η στρατηγική της Γερμανίας έδωσε έμφαση στη μείωση του ελλείμματος, με βάση τη θεωρία ότι οι χώρες που δανείζονται λιγότερο θα συσσωρεύουν λιγότερα χρέη σε μακροπρόθεσμη βάση. Αλλά επειδή η μείωση του ελλείμματος κρατά μια οικονομία μακριά από την ανάπτυξη, μπορεί να χάσει τον στόχο. Κατά το παρελθόν έτος, η ευρωζώνη έχει πράγματι μειώσει δραστικά τα ελλείμματα, αλλά ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ έχει επιδεινωθεί. Η Γερμανία θα πρέπει να αποδεχθεί ότι τα επιθετικά προγράμματα λιτότητας δεν είναι ούτε πολιτικά βιώσιμα ούτε έξυπνα από οικονομικής απόψεως. Για να πάρει τον έλεγχο του χρέους της, μια χώρα πρέπει να επιτεθεί άμεσα στο ίδιο της το χρέος.

Αν οι ηγέτες της Ευρώπης είχαν καταφέρει μια δυναμική απάντηση νωρίτερα στην κρίση, θα μπορούσαν να επιβάλουν μια σημαντική μείωση του χρέους σε ιδιώτες πιστωτές σε ολόκληρη την ήπειρο. Αλλά τώρα πια, οι περισσότεροι ιδιώτες πιστωτές έχουν ξεπουλήσει, μεταφέροντας το χρέος τους προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την ΕΚΤ και άλλους επίσημους πιστωτές. (Σίγουρα οι ιδιωτικές ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν μεγάλα χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων. Αλλά δεδομένου ότι ο δημόσιος τομέας είναι έτοιμος για τη διάσωση αυτών των τραπεζών, δεν αποτελούν πραγματικούς ιδιώτες πιστωτές). Η περσινή αναδιάρθρωση του χρέους στην Ελλάδα περιγράφει το πρόβλημα. Σχεδόν δύο χρόνια μέσα στην ελληνική κρίση, οι ιδιώτες πιστωτές της χώρας αναγκάστηκαν να δεχτούν μια μείωση της αξίας των απαιτήσεών τους της τάξης του 65%. Αλλά σε εκείνο το σημείο, οι περισσότεροι ιδιώτες πιστωτές είχαν ήδη αποτινάξει τα ομόλογά τους, έτσι ώστε η προκύπτουσα ελάφρυνση του χρέους για την Ελλάδα να είναι πολύ μικρότερη από όσο χρειαζόταν η χώρα για να διορθώσει τα οικονομικά της.

Δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις των πλεονασματικών χωρών και οι πολυμερείς δανειστές έχουν γίνει σημαντικοί πιστωτές των υπό κρίση χωρών, η ελάφρυνση του χρέους πρέπει να περιλαμβάνει επιείκεια από την πλευρά τους. Αυτό είναι μάλλον απίθανο να λάβει τη μορφή της ρητής μείωσης των απαιτήσεων επί των χρεών: η αξιοπιστία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της ΕΚΤ θα υποφέρουν πάρα πολύ από την παραδοχή ότι τα δάνειά τους μπορεί να μην εξυπηρετηθούν. Ούτε είναι πιθανό να περιλάβει ρητά την εξόφληση χρεών της περιφέρειας από τους φορολογούμενους του πυρήνα της Ευρώπης: αυτό θα ήταν πολιτικά εκρηκτικό. Η πιο πιθανή διαδρομή για την μείωση του χρέους είναι να δημιουργηθεί ένα ομόλογο της ευρωζώνης (το λεγόμενο ευρωομόλογο), έτσι ώστε μέρος του χρέους των χωρών που βρίσκονται σε κρίση να μπορεί να αντικατασταθεί από ομόλογα που εκδίδονται από ολόκληρη την περιοχή. Οικονομικοί σύμβουλοι της γερμανικής κυβέρνησης έχουν προωθήσει ένα σχέδιο το οποίο θα πετύχει αυτόν τον στόχο. Τώρα, η κυβέρνηση πρέπει να το υιοθετήσει.

Εκτός από την αντιμετώπιση των υπερβάσεων των κυβερνητικών χρεών, οι ηγέτες της Ευρώπης πρέπει να στηρίξουν το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης το οποίο μαστίζεται από έναν συρφετό επισφαλών δανείων και, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, ένα έλλειμμα ειλικρίνειας σχετικά με αυτό το ζήτημα. Μέχρι οι τράπεζες να ομολογήσουν ότι τα στεγαστικά δάνεια σε ανέργους ή σε προβληματικές επιχειρήσεις δεν θα εξυπηρετηθούν στην ώρα τους, και μέχρι να βρουν κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών τους, η ανομολόγητη αδυναμία τους θα αναστέλλει το δανεισμό τους: πολύ λίγα άτομα και επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να δανειστούν χρήματα και η ανάπτυξη θα παραμείνει αναιμική. Επιπλέον, η επιστροφή των τραπεζών σε μια υγιή κατάσταση αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην αγορά, δεδομένου ότι η πιθανότητα δαπανηρών τραπεζικών χρεοκοπιών ρίχνει μια σκιά πάνω από τις χώρες της κρίσης. Προς το παρόν, η γενναιόδωρη χρηματοδότηση της ΕΚΤ έχει εγγυηθεί τη ρευστότητα των τραπεζών, θωρακίζοντάς τις κατά της στάσης δανεισμού που έχουν υποστεί στις ιδιωτικές αγορές ομολόγων. Αλλά εάν τα εκατομμύρια των καταθετών αρχίζουν να εγκαταλείπουν τις τράπεζες ταυτόχρονα, η ρευστότητα της ΕΚΤ μπορεί να μην είναι αρκετή και κανένα ποσό ρευστότητας δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη φερεγγυότητα των τραπεζών. Υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης εκτός κι αν οι τράπεζες διατηρήσουν περισσότερα κεφάλαια στο ταμείο τους. Οι ιδιώτες επενδυτές είναι απίθανο να παράσχουν αυτά τα κεφάλαια και οι κυβερνήσεις των χωρών της κρίσης είναι πολύ πιεσμένες για να κάνουν μόνες τους τη δουλειά αυτή. Επομένως, μερικά από τα χρήματα θα πρέπει να προέρχονται από ισχυρότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Το 1992, η Γερμανία έδωσε προτεραιότητα στη διαχείριση της δικής της οικονομίας έναντι της υποστήριξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στη συνέχεια φάνηκε να δείχνει μεταμέλεια και υποστήριξε τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Παρά τους σαφείς κινδύνους της ένωσης διαφορετικών οικονομιών σε μια ενιαία νομισματική πολιτική, η πολιτική βούληση για ένωση της Ευρώπης νίκησε. «Η ιστορία της ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης χαρακτηρίζεται από αργή, αλλά σταθερή, πρόοδο απέναντι σε έναν συνεχή σκεπτικισμό και σε προβλέψεις καταστροφών», διακήρυξε το 2001 ο Ότμαρ Ίσινγκ (Otmar Issing), ένας Γερμανός, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ. «Η έναρξη της ενιαίας νομισματικής πολιτικής ήταν μια μεγάλη επιτυχία».

Ωστόσο, παρά τις θριαμβολογίες του Ίσινγκ, η Γερμανία σήμερα φαίνεται να βρίσκεται σε σύγχυση σχετικά με τον τρόπο που θέλει να προχωρήσει. Το βάρος της ιστορίας και του αίματος τάσσεται υπέρ της διατήρησης της ενότητας της Ευρώπης, και οι ηγέτες των βιομηχανιών της Γερμανίας καταλαβαίνουν ότι η επιτυχία τους ως εξαγωγείς θα πνιγεί σε μια ενδεχόμενη επιστροφή σε ένα ισχυρό εθνικό νόμισμα. Ταυτόχρονα, όμως, οι ηγέτες της Γερμανίας αντιστέκονται ακόμη σε κάποιο έστω και μικρό πληθωρισμό και είναι δικαιολογημένα δύσπιστοι όσον αφορά την υποστήριξη του χρέους άλλων χωρών ή της διάσωσης των τραπεζικών συστημάτων τους. Η Γερμανία είναι φυσικά ελεύθερη να επιλέξει όποια πορεία θέλει. Αλλά αν ξανασυμπεριφερθεί όπως το 1992, η «μεγάλη επιτυχία» του ευρώ θα περάσει στην ιστορία ως μια παταγώδης αποτυχία.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/134937/sebastian-mallaby/europe%E...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr