Η Ελλάδα και η Χάγη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ελλάδα και η Χάγη

Υφαλοκρηπίδα, Κυπριακό, Σκόπια και γερμανικές αποζημιώσεις

Το ΔΔ, κύρια λοιπόν, έκφραση της νομικής μεθόδου του ΧαρτΗΕ για τη δικαστική επίλυση διεθνών διαφορών, εμφανίστηκε στη μεταπολεμική διεθνή έννομη τάξη ως ένας οικουμενικός θεσμός ειδικού βάρους για τη διεθνή κοινότητα [4]. Με μια σημαντική νομολογιακή κληρονομιά από το ιδιαίτερα σημαντικό έργο που διεκπεραίωσε ο προκάτοχός του, στον Μεσοπόλεμο, το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης (ΔΔΔΔ), αλλά και μ’ ένα περιρρέοντα κύκλο εμπειρίας από την λειτουργία της διεθνούς διαιτησίας, το ΔΔ άρχισε το 1946 την ιστορική διαδρομή του, με τον υψιπετή λειτουργικό προσανατολισμό: να συμβάλλει στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, στην επίλυση διεθνών διαφορών, στην προώθηση και επικράτηση αντιλήψεων για την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των αρχών της διεθνούς νομιμότητας.

ΤΟ Δ.Δ. ΚΑΙ Η ΠΟΪΟΥΣΑ «ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΟΥ(;) [5]

Το έργο αυτό υπηρετείται από 15 δικαστές που απαρτίζουν τη σύνθεση του ΔΔ. Εκλεγμένοι με κριτήρια γεωγραφικής κατανομής διαφορετικής καταγωγής δικαιϊκών συστημάτων και αντιλήψεων - κυρίως καθηγητές διεθνούς δικαίου - οι δικαστές διασφαλίζουν ένα πλουραλισμό νομικών απόψεων που οδηγεί στη σύνθεση της εκάστοτε νομικής πεποίθησης για το status του διεθνούς δικαίου και την εφαρμογή του. Ανεξάρτητοι και με ηθικό ανάστημα, χρειάζονται περισσότερους από τα δυο τρίτα των μελών της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για να εκλεγούν στο ΔΔ [6]. Ουσιαστικά, στην προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του καθενός από αυτούς θα πρέπει να αναζητηθεί η συμπεριφορά του ΔΔ και όχι σε «εξαρτήσεις» πολιτικής (εθνικής ή άλλης). Είναι αυτή η προσωπικότητα του καθενός από τους «15» που κατά την άποψη του γράφοντα οδηγεί σε επιλογές δικαιϊκής συνείδησης, εκτιμήσεων για τα κρινόμενα εκάστοτε διεθνή δρώμενα και τις πολιτικές ευαισθησίες απέναντι στην ιστορία, τον πολιτισμό και βασικά το διεθνές δίκαιο όπως πρέπει να προωθείται προς όφελος των θεμελιωδών αξιών και αρχών της Ανθρωπότητας.

Η εμπιστοσύνη, όμως, τόσο στον ύπατο θεσμό της διεθνούς δικαιοσύνης ως ανεξάρτητου κι αμερόληπτου παγκόσμιου δικαστηρίου, όσο και στις εφαρμογές του διεθνούς δικαίου απ’ αυτόν, έπρεπε σταδιακά να κερδηθεί. Εξάλλου, σ’ αυτήν την μετάβαση από την ψυχροπολεμική στη μεταδιπολική περίοδο και επέκεινα, το ΔΔ έπρεπε να λειτουργήσει μέσα από τις αγκυλώσεις των εθνικών συμφερόντων που επιβάλλουν αποχή από την αναγνώριση της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του ΔΔ, μέσα από τον πολιτικό δισταγμό των εξουσιοδοτημένων διεθνών οργάνων των ΗΕ και των ειδικευμένων Οργανώσεων να θέτουν ερωτήματα εφαρμογής και ερμηνείας του διεθνούς δικαίου. Να αντιμετωπίσει την συχνά πολιτική κατασκευή διακρίσεων – τάχα - μεταξύ νομικών και πολιτικών διεθνών διαφορών, καθώς και την αλαζονεία των «μεγάλων» κρατών, τις εθνικές αντιλήψεις και τη λογική περί «εσωτερικής αρμοδιότητας».

Στο πλαίσιο αυτό, είναι αξιοσημείωτο ότι, προς το τέλος της δεκαετίας του 1970, τριτοκοσμικές χώρες με έντονο «επαναστατικό» χαρακτήρα (π.χ. Λιβύη), βαθμιαία άρχισαν να αντιμετωπίζουν τις διεθνείς διαφορές τους με τυπική συμμόρφωση στους κανόνες του δικαιοδοτικού διακανονισμού και υπό τη δικηγορική «καθοδήγηση» εκπροσώπων της δυτικής δικαιϊκής σκέψης. Έτσι, στη δεκαετία του 1980 η ισλαμική επανάσταση του Ιράν – μ’ έντονη αντιδυτική αντίληψη - επιλύει τη διαφορά της με τις ΗΠΑ με κλασική διαιτησία μέσα στη Μέκκα του οικουμενικού δικαιοδοτικού συστήματος: το Μέγαρο Ειρήνης της Χάγης. Επίσης, το Ιράν θα προσφύγει δύο φορές στο ΔΔ κατά των ΗΠΑ σε σημαντικές υποθέσεις που μάλιστα, άμεσα ή έμμεσα κέρδισε. Από την πλευρά της, η Νικαράγουα, σχετικά με την αμερικανική επέμβαση στην εμφύλια σύρραξή της, κερδίζει τις εντυπώσεις αλλά και τη μάχη προσφεύγοντας κατά των ΗΠΑ στο ΔΔ, με ευτυχή κατάληξη για την προσφεύγουσα.

Από την άλλη μεριά, είναι γεγονός ότι η προσφυγή ενώπιον του ΔΔ, αναμφίβολα, συνιστά μια κατ’ εξοχήν άσκηση διεθνούς πολιτικής. Μια ματιά στο πινάκιο του Δικαστηρίου της Χάγης, ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αποδεικνύει την προηγούμενη διαπίστωση. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι την περίοδο εκείνη ασκήθηκαν πολλές προσφυγές σε βάρος της –τότε- Σοβιετικής Ένωσης και για αεροπορικά επεισόδια που έλαβαν χώρα στον εναέριο χώρο των μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας (π.χ. εναέρια επεισόδια στις 10.3.1953 (ΗΠΑ κατά Τσεχοσλοβακίας), 14/3/1956 (ΗΠΑ-ΕΣΣΔ), 7/11/1954 ΗΠΑ-ΕΣΣΔ). Όλες οι προσφυγές δεν εκδικάσθηκαν- ελλείψει δικαιοδοσίας του ΔΔ. Άλλες χαρακτηριστικές υποθέσεις αναζήτησης δικαστικής προστασίας από το δικαιοδοτικό όργανο της Χάγης ως άσκηση διεθνούς πολιτικής είναι: Στενά της Κέρκυρας (Ην. Βασίλειο-Αλβανίας 1949), Anglo-iranian Oil Co (Ην. Βασίλειο-Ιράν, 1952), Δικαίωμα Διελεύσεως από το ινδικό έδαφος (Ινδία-Πορτογαλίας, 1960), Πυρηνικές δοκιμές (Αυστραλία-Γαλλίας, Ν. Ζηλανδία-Γαλλίας, 1974), Υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου (Ελλάδα-Τουρκίας, 1975), Διπλωματικό και προξενικό προσωπικό των ΗΠΑ στην Τεχεράνη (ΗΠΑ-Ιράν, 1979), Lockerbie (Λιβύη-ΗΠΑ, Ην. Βασιλείου 1988), Στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες στη Νικαράγουα (Νικαράγουα-ΗΠΑ, 1986), Εναέριο επεισόδιο της 3/7/1988 (Ιράν-ΗΠΑ), Νομιμότητα χρήσης βίας (Γιουγκοσλαβία-χώρες ΝΑΤΟ, 1999), Εφαρμογή Σύμβασης για την πρόληψη και εξάλειψη του εγκλήματος της γενοκτονίας (Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατά Σερβίας και Μαυροβουνίου), Ένοπλες δραστηριότητες στο Κονγκό (Κονγκό κατά Ουγκάντας, 2005), κτλ.