Η τζιχάντ έρχεται στην Κένυα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η τζιχάντ έρχεται στην Κένυα

Συνέντευξη με έναν μαχητή

Στα τέλη Οκτωβρίου του 2011, ο Ελτζίβα Μπουάϊρ Ολιάχα, μέλος της παραστρατιωτικής ομάδας αλ Σαμπάαμπ, σκότωσε έξι ανθρώπους και τραυμάτισε δεκάδες περισσότερους στο κέντρο του Ναϊρόμπι. Η επίθεση ήταν σημαντική, όχι μόνο επειδή ήταν μέρος μιας ξαφνικής ανάκαμψης της Ισλαμιστικής τρομοκρατίας στην Κένυα, αλλά και επειδή ο Ολιάχα είναι γεννημένος Μουσουλμάνος στην Κένυα. Μέχρι πρόσφατα, οι ειδικοί υπέθεταν ότι οι στρατολογήσεις της αλ Σαμπάαμπ στην Κένυα περιορίζονταν στην σομαλική μειονότητα της χώρας, που αριθμεί περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Αλλά η επίθεση του Ολιάχα καθώς και άλλες παρόμοιες απαιτούσαν μια επανεκτίμηση της φύσης των εχθροπραξιών στην Κένυα.

Παρά το γεγονός ότι οι τζιχαντιστές δραστηριοποιούνται εδώ και καιρό στην Κένυα –μια από τις πρώτες μεγάλες επιθέσεις της αλ Κάιντα, το 1998, είχε στόχο την αμερικανική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι - για χρόνια οι ντόπιοι μουσουλμάνοι Κενυάτες δεν έλαβαν σχεδόν ποτέ μέρος σε τρομοκρατικές επιθέσεις. Η Κένυα, η οποία κυριαρχείται από μια μεγάλη χριστιανική πλειοψηφία, έχει μια ιστορία θρησκευτικής ανεκτικότητας και ο μουσουλμανικός πληθυσμός της δεν αποτελεί εξαίρεση. Στην πραγματικότητα, οι ντόπιοι Κενυάτες ήταν συνήθως από την άλλη πλευρά της τρομοκρατίας: Η αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στην Σομαλία (AMISOM), μια ειρηνευτική συμμαχία των στρατών της ανατολικής Αφρικής που δημιουργήθηκε το 2007 για να βοηθήσει στην στήριξη της μεταβατικής κυβέρνησης της Σομαλίας και στην καταπολέμηση της αλ Σαμπάαμπ, είχε ένα σημαντικό κενυάτικο τμήμα.

Όμως, οι εντάσεις μεταξύ της χριστιανικής πλειοψηφίας και της μουσουλμανικής μειονότητας πληθαίνουν. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό, αλλά περιλαμβάνουν την ανάπτυξη των συγκρουσιακών ομάδων σαλαφιστών καθώς και την οικονομική και πολιτική περιθωριοποίηση των μουσουλμάνων. Τα εν λόγω προβλήματα έχουν επιδεινωθεί μετά από επιθέσεις σε εκκλησίες που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για να προκαλέσουν γενική ανησυχία. Τον περασμένο Νοέμβριο, οι νέοι χριστιανοί της Κένυας εξεγέρθηκαν ως απάντηση σε μια έκρηξη χειροβομβίδας στην παραγκούπολη του Ναϊρόμπι, Ίστλεϊ, και επιτέθηκαν στους μουσουλμάνους και στις επιχειρήσεις τους. Η αλ Σαμπάαμπ κατέφυγε αμέσως στο Twitter για να επωφεληθεί από το σεχταρισμό, υποστηρίζοντας ότι οι μουσουλμάνοι στην Κένυα «πρέπει να ερμηνεύσουν αυτές τις επιθέσεις ως μια σαφή δήλωση του πολέμου εναντίον τους και να υπερασπιστούν τις περιουσίες και την τιμή τους». Η κλιμάκωση των εντάσεων κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών είναι σίγουρα ένας λόγος για τον οποίο υπάρχουν κατ' εκτίμηση σήμερα 500 Κενυάτες μουσουλμάνοι στις τάξεις της αλ Σαμπάαμπ στη Σομαλία.

Στα μέσα του 2012, συνάντησα έξι Κενυάτες, πρώην μέλη της αλ Σαμπάαμπ για να μάθω για τις εμπειρίες τους. Ένας από αυτούς, ο «Χασάν», στρατολογήθηκε το 2008 από το Μουσουλμανικό Κέντρο Νεότητας της Κένυας (MYC), ένα παράρτημα της αλ Σαμπάαμπ στην παραγκούπολη της μουσουλμανικής πλειοψηφίας του Ναϊρόμπι, το Μαντζένγκο. Αν και πιστός, ο 16χρονος δεν ήταν ιδεολογικά δεσμευμένος με τους τζιχαντιστές. Αντ' αυτού, ο Χασάν βρήκε μια παρήγορη συντροφιά στον χαρισματικό ηγέτη του MYC Αχμέντ Ιμάν Αλί και τους οπαδούς του. Επίσης, βοήθησαν και οι υποσχέσεις για αμοιβή – 40.000 σελίνια Κένυας (470 δολάρια) τον μήνα. «Χρειαζόμουν τα χρήματα για το λύκειο και υπολόγιζα να το κάνω για λίγο, ώστε να μαζέψω τα χρήματα και στη συνέχεια να πάω στο κολέγιο και επίσης να βοηθήσω την γιαγιά μου, με την οποία ζούσα», μου είπε.

Ο Χασάν υποβλήθηκε σε κατήχηση για τρεις μήνες σε άλλο κοντινό τζαμί των τζιχαντιστών στο Μαντζένγκο πριν ταξιδέψει με αυτοκίνητο με δεμένα τα μάτια στη Σομαλία μαζί με μια ομάδα συντρόφων. Θυμάται να ακούει τον οδηγό να διαπραγματεύεται με ύποπτους Κενυάτες συνοριοφύλακες, οι οποίοι δέχθηκαν τελικά 50.000 σελίνια ως δωροδοκία (δηλαδή 590 δολάρια) για να τους επιτρέψουν να περάσουν. Μόλις ο Χασάν έφτασε στην Σομαλία, του ανατέθηκε γρήγορα να συμμετέχει σε επιδρομές στα χωριά της περιοχής. Αναγκάστηκε να ακρωτηριάζει, να σκοτώνει, να κλέβει, βοηθώντας τόσο στην χρηματοδότηση της αλ Σαμπάαμπ όσο και στην καθιέρωσή της ως μια δύναμη την οποία πρέπει όλοι να υπολογίζουν.

«Συνήθως έπρεπε να ξυπνάμε πολύ νωρίς το πρωί και να επιστρέφουμε πολύ αργά», αφηγήθηκε ο Χασάν. «Ήταν φρικτό και αυτό που κήρυτταν δεν ήταν αυτό που έκαναν». Θυμάται με θυμό το πώς είχε παραπλανηθεί: «Μας είπαν ότι αγωνίζονται για την αδελφότητά μας (την μουσουλμανική), αλλά αυτό που έκαναν εκεί ήταν να σκοτώνουν μουσουλμάνους, ειδικά αν κάποιος πήγαινε ενάντια στις διαταγές τους». Καθώς ο Χασάν μας περιέγραφε την τραγική μοίρα ενός από τους καλούς του φίλους, αποκαλύφθηκε το βάθος του τραύματός του. «Ο φίλος μου αρνήθηκε την εντολή να βιάσει μια χωρική και τον έσφαξαν ακριβώς μπροστά στα μάτια μου», εξήγησε και η φωνή του άρχιζε να σπάει. «Ήμουν τόσο φοβισμένος ότι θα κάνουν σύντομα το ίδιο και με μένα αν έκανα κάποιο λάθος».

Η δολοφονία έγινε με εντολή του Αλί, ο οποίος μέχρι τότε είχε εγκατασταθεί στην Σομαλία για να αναλάβει την ευθύνη των κενυάτικων τμημάτων του στρατού της αλ Σαμπάαμπ και του οποίου η καλοσύνη κατά τη διάρκεια της διαδρομής του ως σεΐχη στο Μαντζένγκο ήταν ένας από τους παράγοντες που έπεισαν τον Χασάν να ενταχθεί στην πρώτη γραμμή: «Συνήθιζε να μου δίνει χρήματα για την οικογένειά μου, ήταν ένας άνθρωπος που ποτέ δεν θύμωνε», είπε ο Χασάν. Μου υποσχέθηκε επίσης ότι αν πάω στη Σομαλία θα πάρω τα χρήματα για τις σπουδές μου και για την οικογένειά μου». Αλλά, η άγρια δολοφονία τού φίλου του, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και ο Χασάν δραπέτευσε με έναν άλλο σύντροφο αμέσως μετά, στηριζόμενος όπως και πολλοί άλλοι πριν από αυτόν, στην καλοσύνη των κατοίκων για στέγαση και για εύρεση μεταφορικού μέσου διαφυγής.

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Η ιστορία για το πώς ντόπιοι μουσουλμάνοι Κενυάτες, όπως ο Χασάν εντάχθηκαν στην αλ Σαμπάαμπ ξεκινά από την ανάπτυξη πολλών σαλαφιστικών θρησκευτικών ιδρυμάτων της Σαουδικής Αραβίας στην ανατολική Αφρική, στα μέσα του περασμένου αιώνα. Οι θύλακες αυξήθηκαν στο Σουδάν και τη Σομαλία, όπου η μουσουλμανική πλειοψηφία του πληθυσμού μαράζωνε κάτω από δικτατορικά καθεστώτα. Με τη σειρά τους, οι χώρες αυτές έγιναν κέντρα διδασκαλίας του σαλαφισμού, ιδίως με το Σουδάν να γίνεται ένας δημοφιλής προορισμός για κενυάτες Σούφι σεΐχηδες που αναζητούσαν εκπαίδευση. Πολλοί επέστρεψαν στην πατρίδα τους ως σαλαφίτες.

Με την πτώση του καθεστώτος του Σιάντ Μπαρέ το 1991 και το παρεπόμενο χάος στη Σομαλία, δεκάδες (σύμφωνα με κάποιες αφηγήσεις) υψηλού επιπέδου σαλαφίτες πλημμύρισαν την Κένυα ως πρόσφυγες. Πολύ πριν αρχίσουν να στρατολογούν ντόπιους μουσουλμάνους Κενυάτες, άρχισαν να ανοίγουν δρόμο προς τα κέντρα της θρησκευτικής εξουσίας και επιρροής μεταξύ της ομογένειας της Σομαλίας. Οι Σομαλοί σαλαφίτες «ήρθαν εδώ και άρχισαν να καταλαμβάνουν πολλά από τα υπάρχοντα τζαμιά», είπε ο Σάαντ Καραλάχ, ένας ανώτερος υπάλληλος του Ανώτατου Συμβουλίου των Μουσουλμάνων της Κένυας (SUPKEM), μια κυρίως Σούφι οργάνωση που εκπροσωπεί πολλούς από τους μουσουλμάνους της χώρας. «Τους είπαμε, "Φτιάξτε το δικό σας", αλλά ήθελαν να καταλάβουν τα δικά μας ιδρύματα και να κατηχούν τα μέλη μας».

Βέβαια, η Σαουδική Αραβία χρηματοδότησε επίσης κάποια νέα ιδρύματα σαλαφιτών στην Κένυα. Ένα από τα πρώτα ήταν το ισλαμικό κέντρο Κισάουνι, στη Μομπάσα, που ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1970. Εκεί ήταν που ένας επίδοξος ιμάμης, ο Αμούντ Ρογκό, εκπαιδεύτηκε στην δεκαετία του 1980. Κατά την επόμενη δεκαετία, ο ίδιος καθιερώθηκε ως ένας από τους κύριους σαλαφίτες κήρυκες της Κένυας και από τη δεκαετία του 1990 είχε αναπτύξει δεσμούς με τζιχαντιστές σε όλο τον κόσμο. Ακόμα κι έτσι, είχε σχετικά λίγους ντόπιους οπαδούς.

Ένας από τους πιο χαρισματικούς μαθητές του Ρογκό ήταν ένας Κενυάτης που ονομάζεται Αχμέντ Αλί Ιμάν, ο οποίος εκπαιδευόταν με τον Ρογκό στην δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αυτά τα χρόνια, οι ισλαμιστές στη Σομαλία είχαν αρχίσει να έχουν νίκες ενάντια στην υποστηριζόμενη από τη Δύση μεταβατική κυβέρνηση εκεί και ο Ρογκό βρήκε μια ευκαιρία: Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις επιτυχίες των ισλαμιστών για να κινητοποιήσει μια βίαιη παν-ισλαμική απάντηση σε όλες τις δυτικές υποδουλώσεις των μουσουλμάνων.

Έτσι, ο Αλί έβγαλε τον αγώνα του Ρογκό στους δρόμους του Μαντζένγκο. Αντί να χτίσει ένα νέο δίκτυο χρηματοδότησης και στρατολογήσεων από το μηδέν, ανέλαβε τον έλεγχο ενός υπάρχοντος. Ο Αλί έστρεψε την προσοχή του σε ένα από τα παλαιότερα ισλαμικά ιδρύματα της χώρας, την Επιτροπή Τζαμιών Pumwani Riyadha (PRMC), η οποία δεν είχε σαλαφική ή τζιχαντική κλίση. Ο οργανισμός αυτός, με τις τεράστιες εκμεταλλεύσεις γης και τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της αγοράς μεταχειρισμένων ρούχων στη χώρα, ήταν ένας προσοδοφόρος στόχος.

Ο Αλί οργάνωσε σύντομα ένα πραξικόπημα ενάντια στην οργανωτική επιτροπή του τζαμιών κατηγορώντας την ως διεφθαρμένη και αντι-ισλαμική. Δημιούργησε επίσημα το δικό του όργανο στην θέση της παλιάς PRMC στο τέλος του 2008, ονομάζοντάς το «Μουσουλμανικό Κέντρο Νεότητας» (MYC). Χρησιμοποιώντας τις εκτεταμένες διασυνδέσεις του με την αλ Σαμπάαμπ στη Σομαλία, ο Ρογκό προσέφερε τις στρατιωτικές υπηρεσίες του Αλί και του MYC στους παραστρατιωτικούς και σε αυτό το σημείο μεγάλος αριθμός Κενυατών άρχισαν να εντάσσονται. Αυτό δεν πέρασε εντελώς απαρατήρητο: Μια έρευνα του ΟΗΕ για το MYC το 2011 υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα μέλη της οργάνωσης άρχισαν να συμμετέχουν ανοιχτά στην στρατολόγηση για την αλ Σαμπάαμπ στην Κένυα και στην διευκόλυνση των ταξιδιών στη Σομαλία για την εκπαίδευση ατόμων και την διεξαγωγή τζιχάντ (σ.σ.: ιερού πολέμου) στη Σομαλία.

Το MYC πραγματοποίησε τις στρατολογικές του προσπάθειές συμπεριλαμβάνοντας φλογερές διαλέξεις στα Σουαχίλι και ένα έξυπνο εβδομαδιαίο ενημερωτικό δελτίο, το Αλ- Μισμπάχ, μπροστά στα μάτια των τοπικών και εθνικών υπηρεσιών ασφαλείας. Εκτός από την εξάπλωση της ιδεολογίας των σαλαφιτών, το MYC εκμεταλλεύθηκε τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι μουσουλμάνοι της Κένυας. Η Κένυα έχει ένα σοβαρό πρόβλημα ανεργίας - περίπου το 40% του πληθυσμού είναι άνεργο. Σύμφωνα με την USAID, η ανεργία στους νέους που έχουν αποφοιτήσει, είναι περίπου στο 75% και ο αριθμός εκτιμάται ότι είναι ακόμη υψηλότερος όσον αφορά τους μουσουλμάνους, οι οποίοι κατά βάση ζουν στα βορειοανατολικά, μία από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας. Στην Γκαρίσα, μια πόλη κυρίως μουσουλμανική που συνορεύει με τη Σομαλία, η ανεργία των νέων είναι στο εντυπωσιακό 90%. Το MYC και η αλ Σαμπάαμπ έχουν προσεγγίσει πολλούς από αυτούς που στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων, προσφέροντας τακτικό μισθό 40.000 σελινιών Κένυας το μήνα (470 δολάρια , περίπου τέσσερις φορές τον εθνικό μισθολογικό μέσο όρο).

Για χρόνια, η κυβέρνηση της Κένυας δεν έκανε τίποτα για την στρατολόγηση της μουσουλμανικής νεολαίας στο MYC, παρά τις απελπισμένες διαμαρτυρίες γονέων των οποίων τα παιδιά είχαν προσληφθεί από τον Αλί. Οι τοπικοί σεΐχηδες επιμένουν ότι οι αρχές έκαναν τα στραβά μάτια επειδή πληρώθηκαν αδρά για αυτό. Αυτό είναι δύσκολο να αποδειχθεί, όμως, και οι Κενυάτες αξιωματούχοι το αρνούνται σθεναρά. Επίσης, η αλήθεια μπορεί να είναι ότι οι αρχές είδαν την αλ Σαμπάαμπ κυρίως ως πρόβλημα για την Σομαλία, δεδομένου ότι υπήρχε λίγη τρομοκρατική δραστηριότητα μεταξύ των Κενυατών εντός των συνόρων της χώρας.

Λίγο μετά αφότου οι ντόπιοι άρχισαν να κινητοποιούνται, ο Αλί ταξίδεψε στη Σομαλία για να αναλάβει τη διοίκηση της δύναμης των μελών της αλ Σαμπάαμπ από την ανατολική Αφρική. Από τη Σομαλία, ο ίδιος συνέχισε να παράγει βίντεο προτρέποντας ανατολικοαφρικανούς και ειδικά Κενυάτες να τον ακολουθήσουν. Σε ένα από τα πιο πρόσφατα, που κυκλοφόρησε στις αρχές του 2012, ο Αλί ακολούθησε το πρότυπο σενάριο της αλ Κάιντα, παρουσιάζοντας τις δυτικές και αφρικανικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας ως πρόσχημα για την εξαφάνιση του Ισλάμ. Αυτή την φορά όμως, εστίασε στην Κένυα, της οποίας ο στρατός από τότε είχε εισέλθει στην Σομαλία για να βοηθήσει στις προσπάθειες της AMISOM για την καταπολέμηση της αλ Σαμπάαμπ. «Τόσοι πολλοί από τους αδελφούς μας υπέφεραν και άλλοι ήταν καταπιεσμένοι από την κυβέρνηση της Κένυας», έλεγε ο Αλί. «Η πρόσφατη εισβολή τους στη Σομαλία αποτελεί σαφή απόδειξη της εχθρότητας προς τους μουσουλμάνους και το Ισλάμ». Πήγε ο ίδιος να κάνει έκκληση για τζιχάντ στην Κένυα.

Η ΥΨΗΛΟΤΕΡΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ

Οι συνεντεύξεις μου με έξι ιθαγενείς Κενυάτες που είχαν ενταχθεί στην αλ Σαμπάαμπ και στη συνέχεια την εγκατέλειψαν επιβεβαίωσε την περίπλοκη σχέση μεταξύ της ιδεολογίας, της οικονομίας και της στρατολόγησης. Δύο από τους άνδρες ισχυρίστηκαν ότι είχαν ενταχθεί για καθαρά ιδεολογικούς λόγους, αφού πείστηκαν από τον Ρογκό και τον Αλί. Τρεις ισχυρίστηκαν ότι προσχώρησαν κυρίως για οικονομικούς λόγους, Ένας είπε ότι απήχθη.
Από την ιδεολογικά αφοσιωμένη ομάδα, ο «Μοχάμεντ», ένας γεννημένος στο Μαντζένγκο, ήταν ο πρώτος που μου μίλησε. Παρευρέθηκε στο MYC για κάποιο χρονικό διάστημα, ενώ ήταν υπό τον έλεγχο του Αλί και έγινε ένας αφοσιωμένος μαθητής. «Ήταν σαν να μας τάϊζε», μου είπε. «Ήμασταν απόλυτα πεπεισμένοι από αυτόν, δεν μπορώ να πω ψέματα». Μέρα και νύχτα, ο Αλί τους δίδασκε τις αρετές της τζιχάντ – «την μεγαλύτερη διάκριση στο Ισλάμ» - και περιέγραφε με μεγάλη λεπτομέρεια τα δεινά των μουσουλμάνων στη γειτονική Σομαλία στα χέρια των στρατευμάτων της ANISOM που υποστηρίζονται από την Δύση. Βλέποντας και παρακολουθώντας ως αρτιμελής μουσουλμάνος τους αδελφούς και τις αδελφές του να σκοτώνονται, ο Μοχάμεντ ένιωσε ένα βαρύ φορτίο ενοχής.

Μια νύχτα στα τέλη Ιουνίου του 2009, ο Μοχάμεντ έλαβε μια κλήση: Ήταν ο Αλί που του ζητούσε να τον συναντήσει στο MYC. «Μου είπε ότι υπήρχε ένας άνθρωπος κάπου, οποίος στρατολογούσε μέλη καθώς επίσης ότι προσέφερε χρήματα για τις οικογένειές τους». Γεμάτος περιέργεια, ο Μοχάμεντ πήγε. Για να συμφωνήσει να ακολουθήσει αυτόν τον άνθρωπο, του έδωσαν 40.000 σελίνια Κένυας (470 δολάρια) σε μετρητά για την οικογένειά του, ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για ένα κάτοικο του Μαντζένγκο. Την επόμενη μέρα, ο ίδιος και μερικοί άλλοι μεταφέρθηκαν στην Μομπάσα και από εκεί στην Κικαμπάλα, η οποία είναι λίγο έξω από την Μομπάσα, όπου παραδόθηκαν στον Ρογκό για μια εβδομάδα ιδεολογικής κατάρτισης. Μετά από αυτό, μεταφέρθηκαν στο νησί Λαμού, ακριβώς έξω από τις ακτές της ηπειρωτικής χώρας για να επιβιβαστούν σε ένα ταχύπλοο με προορισμό την Σομαλία. Το επόμενο πράγμα που είδε ο Μοχάμεντ ήταν ένα στρατόπεδο της αλ Σαμπάαμπ με αμέτρητους νεοσύλλεκτους από όλο τον κόσμο – «άσπροι, μαύροι, καφέ, ακόμη και άνθρωποι σαν εσένα», θυμάται.

Για δύο εβδομάδες, υποβλήθηκε και σε άλλη ιδεολογική κατάρτιση, την οποία ακολούθησαν το τζούντο, το καράτε και η σκοποβολή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, άρχισε να παρατηρεί φορτηγά που έφευγαν το πρωί με μαχητές και επέστρεφαν το βράδυ σχεδόν άδεια. Οι ανώτεροί του τού είπαν να μείνει σιωπηλός, αλλά εκείνος μίλησε με τους μαχητές που επέστρεψαν. Η αλ Σαμπάαμπ ήταν απασχολημένη με την εδραίωση της εξουσίας της στη Σομαλία και το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της επικεντρωνόταν στις επιδρομές σε χωριά και στην τρομοκρατία του τοπικού πληθυσμού. Ο Μοχάμεντ συγκλονίστηκε όταν έμαθε από τους μαχητές ότι οι περισσότεροι από τα θύματα της αλ Σαμπάαμπ ήταν μουσουλμάνοι - συμπεριλαμβανομένων πολλών μαχητών της ίδιας της αλ Σαμπάαμπ.

Καθώς πλησίαζε ο χρόνος για να μπει στην μάχη, ο Μοχάμεντ αποφάσισε να δραπετεύσει. Αυτός και τέσσερις από τους Κενυάτες, με τους οποίους είχε φτάσει στο στρατόπεδο έφυγαν ένα βράδυ, συναντώντας έναν συμπαθητικό οδηγό φορτηγού που τους βοήθησε στο μακρύ ταξίδι της επιστροφής τους στο Ναϊρόμπι. Ο Μοχάμεντ είναι ένας από τους τυχερούς. Πολλοί άλλοι προσπάθησαν να κάνουν το ίδιο, είπε, αλλά πιάστηκαν και εκτελέστηκαν σχεδόν αμέσως.

Τώρα, πίσω στην πατρίδα τους, όλα τα άτομα από τα οποία πήρα συνέντευξη βρίσκονται σε μια τρομακτική αβεβαιότητα. Η αλ Σαμπάαμπ έχει εκδώσει επικήρυξη με την οποία απαιτεί την δολοφονία των λιποτακτών και ορισμένοι από αυτούς που πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν στην παραγκούπολη Μαντζένγκο.

ΟΠΛΑ, ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ

Οι αρχές της Κένυας άρχισαν τελικά να λαμβάνουν σοβαρά υπ΄ όψιν τους την απειλή των μαχητών. Η απάντησή τους ήταν σκληρή: οι δυνάμεις ασφαλείας κατηγορήθηκαν ότι βασίζονται σε βασανιστήρια και εκτελέσεις χωρίς δίκη. Τον Μάιο του 2012, άνδρες ντυμένοι αστυνομικοί συνέλαβαν τον Σαμίρ Καν, τον γνωστό υπαρχηγό του Ρογκό και το ακρωτηριασμένο σώμα του βρέθηκε πολλές μέρες αργότερα σε ένα εθνικό πάρκο. Ο Ρογκό είχε παρόμοια κατάληξη τον Αύγουστο, όταν άγνωστοι δράστες τον σκότωσαν πυροβολώντας τον. Όλοι οι άνδρες με τους οποίους μίλησα ήταν τόσο φοβισμένοι από την κυβέρνηση, όσο και από την αλ Σαμπάαμπ. «Όποιος έχει διατελέσει μέλος της αλ Σαμπάαμπ», είπε ένας με θλιμμένο ύφος παραίτησης, «είναι κυνηγημένος και από τις δύο πλευρές».

Λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί άλλοι Κενυάτες που βρίσκονται ακόμα στην αλ Σαμπάαμπ στη Σομαλία είναι απογοητευμένοι από την ομάδα, οι σεΐχηδες της SUPKEM υποστηρίζουν ολόψυχα την δημιουργία ενός προγράμματος αμνηστίας που θα εγγυάται την ασφάλεια των λιποτακτών της αλ Σαμπάαμπ και ίσως την εργασιακή απασχόλησή τους κατά την επιστροφή τους. Παρόλα αυτά, δεν πιστεύω ότι υπάρχει επαρκής βούληση μεταξύ των υπουργών της κυβέρνησης να πραγματοποιήσει ένα τέτοιο σχέδιο. «Από ποιανού την τσέπη θα είναι τα χρήματα που πρόκειται να δαπανηθούν γι' αυτό;», ρωτάει ο γενικός διευθυντής τής SUPKEM, Λατίφ Σαμπαάν. «Το σύστημα είναι τώρα να σκοτώσουν [τα μέλη της αλ Σαμπάαμπ που επιστρέφουν], όχι να φροντίζουν για την αποκατάστασή τους».

Από εκείνους που έφυγαν από τη Σομαλία για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, δεν έχουν απορρίψει όλοι την αλ Σαμπάαμπ. Στην πραγματικότητα, πολλοί μαχητές απομακρύνθηκαν από τη Σομαλία προς την Κένυα όσο η αλ-Σαμπάαμπ έχανε τον έλεγχο των εδαφών της εκεί από την AMISOM. Φέρνουν μαζί τους τα όπλα, τις χειροβομβίδες και τις ιδέες τους. Τον Ιούλιο του 2012, η αστυνομία της Κένυας εξέδωσε μια σειρά από προειδοποιήσεις για τα άτομα που πιστεύεται ότι έχουν επιστρέψει στην Κένυα με σκοπό να πραγματοποιήσουν επιθέσεις εναντίον πολιτικών και στρατιωτικών στόχων υπό τις οδηγίες του Αλί. Είναι πιθανό επομένως, μέσα στους επόμενους μήνες, οι Κενυάτες να υποστούν περισσότερη εγχώρια βία.

Η κυβέρνηση θα μπορούσε ακόμη να αντιδράσει πριν η κατάσταση βγει εκτός ελέγχου και η αμνηστία που υποστηρίζει η SUPKEM θα ήταν μια καλή αρχή. Είναι πιθανό πολλοί Κενυάτες μαχητές της αλ Σαμπάαμπ να αρπάξουν την ευκαιρία να παραδώσουν τα όπλα τους και να επιστρέψουν με ασφάλεια στην πατρίδα τους. Θα πρέπει να διαβεβαιωθούν από την κυβέρνηση ότι οι δυνάμεις ασφαλείας δεν θα τους στοχοποιήσουν, πιθανόν σε αντάλλαγμα για πολύτιμες πληροφορίες. Αλλά η SUPKEM και άλλες μουσουλμανικές ομάδες της Κένυας δεν ανησυχούν ιδιαίτερα. Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, μπορούν να κάνουν ελάχιστα περισσότερα από το να περιμένουν την επόμενη επίθεση σε αυτό το νέο μέτωπο της τζιχάντ.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/135943/alexander-meleagrou-hitche...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr