Μιλώντας για δημοκρατία στην Ινδία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μιλώντας για δημοκρατία στην Ινδία

Τα θετικά και τα αρνητικά της επανεκλογής του Μόντι
Περίληψη: 

Η πρόσφατη εκλογή του Ινδουιστή-εθνικιστή ηγέτη Ναρέντρα Μόντι πυροδότησε μια μεγάλη διαμάχη. Προκάλεσε επίσης μια ανοικτή και ουσιαστική συζήτηση για την οικονομία, τον φιλελευθερισμό και την κοινωνική πρόνοια στο Γκουτζαράτ και σε όλη την Ινδία - κάτι σπάνιο στις αναπτυσσόμενες δημοκρατίες αλλά συγχρόνως κι ένα θετικό γεγονός, καθώς η Ινδία ετοιμάζεται για εθνικές εκλογές το 2014.

Ο MILAN VAISHNAV είναι συνεργάτης στο πρόγραμμα της Νότιας Ασίας στο Κληροδότημα Carnegie για την Διεθνή Ειρήνη. Ακολουθήστε τον στο Twitter @MilanV.

Όταν ο αμφιλεγόμενος Ινδός πολιτικός Ναρέντα Μόντι όδευσε προς την επανεκλογή του τον περασμένο μήνα στις περιφερειακές εκλογές στο Γκουτζαράτ, ήταν δύσκολο να βρεθεί κάποιος που δεν είχε την ανάγκη να κλάψει. Μερικοί έριξαν δάκρυα χαράς και άλλοι απελπισίας, αλλά οποιαδήποτε άλλη αντίδραση μεταξύ αυτών των δύο ήταν σπάνια. Ο Μόντι, μέλος του εθνικιστικού κόμματος Hindu Bharatiya Janata (BJP), ταυτόχρονα υμνείται για την αφοσίωσή του στην σωστή διακυβέρνηση και την οικονομική ανάπτυξη και κατηγορείται για το αυταρχικό ύφος της διακυβέρνησής του και φέρεται να είχε συμμετοχή στην ωμή βία ενάντια στην κοινότητα της μουσουλμανικής μειονότητες της περιοχής του το 2002. Δεδομένων των παθιασμένων αισθημάτων που τον περιβάλλουν, η εμφάνιση του Μόντι στην εθνική πολιτική σκηνή καθώς η προσοχή των Ινδών στρέφεται στις εκλογές της χώρας το 2014, θα μπορούσε να ανοίξει μια σπάνια ουσιαστική συζήτηση σχετικά με τον ρόλο της κυβέρνησης στη μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου.

Αφού ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των εκλογών του Γκουτζαράτ, ο Μόντι έκανε μια φλογερή ευχαριστήρια ομιλία στα Ινδικά (και όχι στα Γκουτζαρατικά, την μητρική του γλώσσα). Ήταν ένα ενδεικτικό σημάδι ότι εκφράζει τις βλέψεις του για την εθνική πολιτική. Ο Μόντι αναμένεται ξεκάθαρα να προσπαθήσει να σταθεί ως υποψήφιος πρωθυπουργός του BJP στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Ο ρόλος αυτός, τελικά θα είναι μάλλον δικός του: Το BJP έχει ατονήσει πολύ στα έδρανα της αντιπολίτευσης στο Νέο Δελχί, η ηγεσία του θεωρείται αδύναμη και ασυνάρτητη και η κομματική βάση απαιτεί μια εκστρατεία χτισμένη γύρω από μια ικανή και αποτελεσματική διακυβέρνηση. Ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στο κόμμα και μεταξύ των εταίρων του συνασπισμού του, οι οποίοι βρίσκουν αποτρόπαια την ιδέα του Μόντι ως πρωθυπουργού, αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν ελάχιστες εύλογες εναλλακτικές λύσεις.
Αν και η είσοδος του Μόντι στην εθνική πολιτική θα μπορούσε να διχάσει περισσότερο την Ινδία, έχει επίσης και μια λαμπερή εικόνα – ακόμη κάτι που οι επικριτές του θα πρέπει να του αναγνωρίσουν. Για πρώτη, ίσως, φορά στην πρόσφατη ιστορία, μια ινδική προεκλογική εκστρατεία υπόσχεται να επικεντρωθεί σε ουσιαστικά ζητήματα ανάπτυξης και δημοκρατίας, αντί για το συνηθισμένο κόστος των πολιτικών καστών και των πελατειακών σχέσεων.

Το φθινόπωρο, κατά τη διάρκεια της πορείας προς τις εθνικές εκλογές, ο Μόντι και οι σύντροφοί του από το BJP πραγματοποίησαν μια μεγάλη εκστρατεία για την διαχείριση της οικονομίας του Γκουτζαράτ. Επισήμαναν την υψηλή ανάπτυξη του κρατιδίου (μεταξύ 2001 και 2010 η οικονομία του αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο πάνω από 10% ετησίως) και το ευνοϊκό επιχειρηματικό κλίμα (μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι το 12,5% των σημαντικών ιδιωτικών επενδύσεων στην Ινδία προορίζονται για το Γκουτζαράτ ). Οι επικριτές του, εν τω μεταξύ, υποστήριξαν ότι οι επιδόσεις υπέρ της προώθησης της ανάπτυξης του κρατιδίου προηγούνται χρονικά του Μόντι - σύμφωνα με μια εκτίμηση, το Γκουτζαράτ κατέγραψε τα υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης μεταξύ του 1988 και του 2003, μια έκρηξη για την οποία ο Μόντι, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2001, δύσκολα μπορεί να διεκδικήσει την πλήρη ευθύνη. Επιπλέον, υποστήριξαν ότι η ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια οφείλεται κυρίως στις συνεχείς επιδράσεις των επιπτώσεων της εθνικής οικονομικής απελευθέρωσης στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Εκείνα τα χρόνια, ο Μανμοχάν Σινγκ, ο οποίος είναι ο σημερινός πρωθυπουργός και που εκείνη την εποχή ήταν υπουργός Οικονομικών, απελευθέρωσε τον ιδιωτικό τομέα, μείωσε τους εμπορικούς φραγμούς και άνοιξε την οικονομία σε μεγαλύτερες επενδύσεις από το εξωτερικό.

Όλα αυτά ήταν προς όφελος του Γκουτζαράτ, το οποίο έχει ένα επιχειρηματικό ήθος, μια μεγάλη εξωτερική ομογένεια και μια τεράστια ακτογραμμή. Στους Times της Ινδίας, ένας επιχειρηματίας από το Γκουτζαράτ παρομοίασε πρόσφατα τον ρόλο του Μόντι ρόλο στην καλή τύχη του Γκουτζαράτ ως το κερασάκι στην τούρτα: «Έχετε ένα ωραίο κέικ και ο Μόντι έχει βάλει ένα πολύ καλό κερασάκι». Η συζήτηση κατά τη διάρκεια των εκλογών δεν έβγαλε οριστικό συμπέρασμα, αλλά αυτό από μόνο του δεν ήταν ένα κακό: Παρήγαγε βαθυστόχαστα πολιτικά έγγραφα, απόψεις, ακόμη και βιβλία, και από τις δύο πλευρές. Οι ψηφοφόροι, επίσης, πήραν μέρος στη συζήτηση για το πώς υπολογίζεται το ΑΕΠ και το κατά πόσον αυτό είναι το καλύτερο μέτρο της επίδοσης ενός κράτους.

Η αντιπαράθεση για την οικονομική κληρονομιά του Μόντι, επίσης διευρύνθηκε σε μια ευρύτερη συζήτηση για την κοινωνική πρόνοια. Οι επικριτές τού Μόντι υποστήριξαν ότι παρά τα υψηλά ποσοστά ανάπτυξης, οι δείκτες της ανθρώπινης ανάπτυξης στο Γκουτζαράτ είναι πολύ άσχημοι. Από τα ποσοστά του υποσιτισμού μέχρι τα ποσοστά αναλφαβητισμού και της παιδικής θνησιμότητας, το Γκουτζαράτ κατατάσσεται στη μέση ή κοντά στο κάτω μέρος της λίστας των πολιτειών της Ινδίας. Η ανταπάντηση του Μόντι είναι ότι οι Ινδοί δεν θα πρέπει να επικεντρωθούν στην απόλυτη θέση του Γκουτζαράτ με βάση την κλίμακα αλλά με βάση τις συνθήκες, πολλές από τις οποίες βελτιώνονται. Επανέλαβε επίσης ότι η καλύτερη λύση για τις αναπτυξιακές αδυναμίες του Γκουτζαράτ - καθώς και εκείνες της Ινδίας στο σύνολό της - θα ήταν να επικεντρωθούν στην προώθηση πολιτικών υπέρ της ανάπτυξης, με την ελπίδα ότι τα οφέλη της θα φθάσουν ως τις μάζες. Οι αντίπαλοι του Μόντι υποτιμούν την εστίασή του στην «αναπτυξιακή ελίτ», το χειρότερο σύμβολο της οποίας, στα μάτια τους, είναι το επίμονο φλερτ του στις οικογένειες με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Ινδίας. Αυτή η συζήτηση, επίσης, δεν θα φαινόταν να είναι χωρίς νόημα ακόμα και σε μια προηγμένη βιομηχανική δημοκρατία, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.