Το Ισραήλ χτύπησε στη Συρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Ισραήλ χτύπησε στη Συρία

Τι σημαίνει για την σύγκρουση η ισραηλινή εναέρια επίθεση
Περίληψη: 

Την περασμένη εβδομάδα, μετά από δύο χρόνια ανήσυχης παρακολούθησης της κρίσης της Συρίας από το παρασκήνιο, το Ισραήλ οργάνωσε μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων κοντά στην Δαμασκό. Μέχρι στιγμής, η πολιτική αναστάτωση παραμένει περιορισμένη - αλλά το επεισόδιο αυτό δείχνει πόσο εύκολα ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία θα μπορούσε να προκαλέσει μια ευρύτερη σύγκρουση.

Ο ITAMAR RABINOVICH είναι πρώην επικεφαλής των διαπραγματεύσεων του Ισραήλ με την Συρία, πρόεδρος του Ισραηλινού Ινστιτούτου και διακεκριμένος ανεξάρτητος συνεργάτης στο Κέντρο Saban για την Πολιτική στη Μέση Ανατολή, στο Ίδρυμα Brookings.

Την περασμένη εβδομάδα, μετά από δύο χρόνια που παρακολουθούσε με σιωπηρή δυσαρέσκεια να ξεδιπλώνεται η κρίση στην Συρία [1], το Ισραήλ εγκατέλειψε την πολιτική της αυτοσυγκράτησης και οργάνωσε μια εναέρια επιδρομή κοντά στην Δαμασκό. Τα δεδομένα είναι ακόμα θολά. Το Ισραήλ δεν εξέδωσε ανακοίνωση και δεν ανέλαβε καμία ευθύνη για την επίθεση, αν και ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Εχούντ Μπαράκ, μιλώντας σε ένα σημαντικό συνέδριο για την ασφάλεια στο Μόναχο, έφθασε κοντά στο να παραδεχτεί την εμπλοκή του Ισραήλ. Η συριακή κυβέρνηση όμως, πήρε άμεσα θέση ανακοινώνοντας και καταδικάζοντας την ισραηλινή επιδρομή σε ένα «ερευνητικό κέντρο» στην περιοχή της Δαμασκού, όπως έκαναν και οι σύμμαχοι του συριακού καθεστώτος, το Ιράν και η Χεζμπολάχ. Ο διεθνής και ο ισραηλινός Τύπος πιθανολογούν ότι το Ισραήλ επιτέθηκε σε αυτοκινητοπομπή μεταφοράς πολύτιμων πυραύλων εδάφους - αέρος που επρόκειτο να μεταβιβαστούν από τη Συρία στην Χεζμπολάχ και που μπορεί να στάθμευσαν σε αυτό το «ερευνητικό κέντρο» στην πορεία τους προς τον Λίβανο.

Το γεγονός αυτό υπογράμμισε μια περίεργη πτυχή της εκτυλισσόμενης συριακής κρίσης: ότι σε αντίθεση με τους άλλους τέσσερις γείτονες της Συρίας – την Τουρκία, το Ιράκ, τον Λίβανο και την Ιορδανία – το Ισραήλ παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμέτοχο στις υποθέσεις της χώρας, με δύο αξιοσημείωτες εξαιρέσεις. Πρώτον, τον Μάιο του 2011 εκατοντάδες Παλαιστίνιοι πέρασαν στην ανυπεράσπιστη γραμμή κατάπαυσης του πυρός στα Υψώματα του Γκολάν με την ενθάρρυνση, ή τουλάχιστον την σιωπηρή συναίνεση των συριακών αρχών. Δεύτερον, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους μερικές οβίδες που εκτοξεύτηκαν από την Συρία προσγειώθηκαν στα Υψώματα του Γκολάν. Και τα δύο περιστατικά αποδείχθηκε ότι ήταν ασήμαντα, ειδικά σε σχέση με τη σοβαρότητα του εμφύλιου πολέμου της Συρίας και τις επιπτώσεις του στην εγχώρια και στην παγκόσμια πολιτική.

Η παθητική στάση του Ισραήλ δεν έδειχνε έλλειψη ενδιαφέροντος για το μέλλον της Συρίας και το καθεστώς του προέδρου Μπασάρ αλ- Άσαντ. Αντίθετα, οι Ισραηλινοί πολιτικοί και αναλυτές έχουν πλήρη επίγνωση των τεράστιων επιπτώσεων που θα έχει η πτώση του Άσαντ για την ασφάλεια του Ισραήλ. Αλλά γνωρίζουν, επίσης ότι η ικανότητα του Ισραήλ να επηρεάζει την εσωτερική πολιτική της Συρίας είναι περιορισμένη και ότι οποιαδήποτε παρέμβαση του Ισραήλ θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά στην αντιπολίτευση. Από την πρώτη στιγμή της σύγκρουσης, ο Άσαντ και οι εκπρόσωποί του προσπάθησαν να παρουσιάσουν την εξέγερση όχι ως μια αυθεντική εσωτερική εξέγερση, αλλά ως μια συνωμοσία που εκκολάφθηκε από εξωτερικούς εχθρούς, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Μια ισραηλινή επέμβαση, ακόμη και με ανθρωπιστικούς στόχους, θα χρησιμοποιείτο από το καθεστώς και θα παρουσιαζόταν ως απόδειξη ότι η θέση του αυτή δικαιώθηκε.

Παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ έχει παραμείνει παθητικό, παρακολουθούσε στενά την πορεία των γεγονότων στη Συρία. Ανησυχούσε για διάφορες πιθανές αρνητικές επιπτώσεις: ότι το καθεστώς Άσαντ θα μπορούσε να αντικατασταθεί από ισλαμιστές, ίσως ακόμη και τζιχαντιστές, ότι η πτώση του καθεστώτος θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναρχία και ότι οι τζιχαντιστές θα μπορούσαν να ξεκινήσουν τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ από θέσεις βόρεια των Υψωμάτων του Γκολάν, ότι το καθεστώς θα μπορούσε να μεταβιβάσει μερικά από τα χημικά και βιολογικά όπλα του στην Χεζμπολάχ ή ότι τα εν λόγω αποθέματα θα μπορούσαν να πέσουν στα χέρια των ριζοσπαστικών επαναστατών και τέλος, ότι το ίδιο το καθεστώς, όταν θα ακούγονταν τα «καμπανάκια» του τέλους του, θα μπορούσε να εκτοξεύσει πυραύλους με στόχο το Ισραήλ σε μια τελική πράξη σαν το μεγαλείο του Σαμψών. Σε γενικές γραμμές, το Ισραήλ φοβόταν ότι το καθεστώς και οι σύμμαχοί του θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να μετατρέψουν την κρίση σε άλλη μια σύγκρουση με το Ισραήλ. Το Ισραήλ ενήργησε σιωπηρά, συχνά σε συνεργασία με την Ουάσιγκτον, προκειμένου να προλάβει κάποιες από αυτές τις εξελίξεις. Σε πολλές περιπτώσεις, έκανε δημόσιες δηλώσεις σχετικά με τις «κόκκινες γραμμές» του στην κρίση της Συρίας.

Η μεταβίβαση προηγμένων οπλικών συστημάτων στην Χεζμπολάχ ήταν μία από αυτές τις κόκκινες γραμμές. Φαίνεται ότι στο τέλος του Ιανουαρίου, οι ηγέτες του Ισραήλ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια μεταφορά επρόκειτο να πραγματοποιηθεί και αποφάσισε να αναλάβει δράση. Είχαν πλήρη επίγνωση των μειονεκτημάτων της επίθεσης: το καθεστώς αυτό ήταν ικανό να κερδίσει πολιτικά οφέλη από την στρατιωτική δράση του Ισραήλ, και η προοπτική μιας αντίδρασης από την Συρία ή την Χεζμπολάχ και η πρόκληση μιας μεγαλύτερης κρίσης δεν θα μπορούσαν να αποκλειστούν.

Αυτά τα σενάρια υλοποιήθηκαν μόνο εν μέρει. Το καθεστώς της Συρίας ξεκίνησε μια ευρείας κλίμακας προπαγανδιστική εκστρατεία, η οποία σχεδιάστηκε για να παρουσιάσει την ισραηλινή επιδρομή ως μια σημαντική συνιστώσα της τρέχουσας κρίσης και να απεικονίσει την σύγκρουση ως μια αραβο-ισραηλινή σύγκρουση και όχι ως έναν συριακό εμφύλιο πόλεμο.