Ποιες διεξόδους έχει πλέον η Κύπρος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ποιες διεξόδους έχει πλέον η Κύπρος

Ο τραγικός τρόπος διαχείρισης μιας κρίσης

Ο εντοπισμός και η προοπτική εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων ήταν αποτέλεσμα μιας πολυδιάστατης στρατηγικής που ξεκίνησε με την ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο (17.03.2003), λίγο πριν τη λήξη της θητείας του προέδρου Κληρίδη, αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε κατά το μέγιστο μέρος από τον πρόεδρο Παπαδόπουλο (01.03.2003-29.02.2008) και ολοκληρώθηκε από τον πρόεδρο Χριστόφια (01.03.2008-28.02.2013). Το εναρκτήριο βήμα της κυβέρνησης Παπαδόπουλου ήταν η απαραίτητη θεσμική προετοιμασία: επικύρωσε τη συμφωνία με την Αίγυπτο, οριοθέτησε την ΑΟΖ με τον Λίβανο, επιχείρησε να έρθει σε συμφωνία οριοθέτησης με την Συρία και νομοθέτησε όλα εκείνα τα απαιτούμενα για την έρευνα των υδρογονανθράκων μέτρα. Το επόμενο βήμα ήταν η συνεργασία με ισχυρούς παράγοντες της ενεργειακής αγοράς και του διεθνούς συστήματος: ως ανάδοχος εταιρεία για τις έρευνες επελέγη η Αμερικανική Noble Energy Inc., η οποία διεξήγε ταυτοχρόνως έρευνες και για το Ισραήλ.

Το τρίτο βήμα τής στρατηγικής ήταν η αντιμετώπιση της επιθετικότητας της Τουρκίας – ζήτημα το οποίο έμελε να διαχειρισθεί και η κυβέρνηση Χριστόφια. Αμφότερες οι κυβερνήσεις επέδειξαν ψυχραιμία στις τουρκικές (πολιτικές και στρατιωτικές) προκλήσεις και πέτυχαν την υποστήριξη των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, της ΕΕ, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας στο δικαίωμα της Δημοκρατίας να διεξάγει έρευνες και να εκμεταλλευθεί μελλοντικά τους φυσικούς πόρους της ΑΟΖ. Το τελευταίο βήμα τής στρατηγικής ήταν η συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ με το Ισραήλ, η οποία συνοδεύτηκε από σειρά συμφωνιών σε διαφορετικούς τομείς, σημαντικότερος των οποίων ήταν η αμυντική συνεργασία.

ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Κάθε κράτος διαθέτει ορισμένα πλεονεκτήματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον άλλων, ισχυρότερων παραγόντων του διεθνούς συστήματος. Το γνωστό πλεονέκτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η γεωγραφική της θέση, στοιχείο που ήταν η αιτία για πολλές από τις περιπέτειες του νησιού στην ιστορία του. Την στρατηγική σημασία της Κύπρου περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Νταβούτογλου:

«Μία χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατόν να έχει έναν αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές. Δεν μπορεί να είναι δραστήρια στις παγκόσμιες πολιτικές, διότι αυτό το μικρά νησί κατέχει μια θέση που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τους στρατηγικούς συνδέσμους μεταξύ της Ασίας και της Αφρικής, της Ευρώπης και της Αφρικής και της Ευρώπης και της Ασίας. Και δεν μπορεί να είναι δραστήρια στις περιφερειακές πολιτικές, διότι η Κύπρος με την ανατολική της άκρη ομοιάζει με ένα βέλος στραμμένο προς τη Μέση Ανατολή και με τη δυτική της άκρη συγκροτεί τον θεμέλιο λίθο των στρατηγικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Βόρειας Αφρικής». Και,

«(…) Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου». [4]

Σε αυτήν την αναγνωρισμένη διεθνώς στρατηγική αξία της Κύπρου ήρθαν να προστεθούν οι συμφωνίες με το Ισραήλ και η προοπτική εκμετάλλευσης των πόρων της ΑΟΖ στο τέλος του 2011. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης στη Λιβύη, την Αίγυπτο, αλλά και την συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Συρία, προκάλεσαν μερική αναδιάταξη των πολιτικοστρατιωτικών ισορροπιών τής Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Η πρώτη αλλαγή ήταν η στρατιωτική συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ και η προοπτική για περαιτέρω συνεργασίες στον ενεργειακό και στον αμυντικό τομέα. Πέρα από τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις Ελλάδας-Ισραήλ, η αεροπορική κυρίως παρουσία τού τελευταίου στην κυπριακή ΑΟΖ το Σεπτέμβριο και το Δεκέμβριο 2011, όταν εμφανίσθηκαν στο χώρο των ερευνών τα Τουρκικά πολεμικά, ήταν κρίσιμη αλλά και συμβολική. Ερμηνεύτηκε ως βούληση του Ισραήλ να εξισορροπήσει έστω και μερικώς την απώλεια της στρατιωτικής του συνεργασίας με την Τουρκία μέσω των συμφωνιών του με την Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά και να αναζητήσει μέσω κοινών ναυτικών ασκήσεων με την Ελλάδα, για πρώτη φορά στην ιστορία του, στρατηγικό βάθος στη θάλασσα.

Η δεύτερη αλλαγή ήταν ο σχετικός αναπροσανατολισμός τής εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου η οποία, από την εποχή της ανεξαρτησίας, έθετε ως προτεραιότητα τις άριστες -ει δυνατόν- σχέσεις της με τον Αραβικό κόσμο και, με εξαίρεση την ΕΕ, απέφευγε να εμπλακεί σε πολιτικοστρατιωτικές δομές της Δύσης. Η συνεργασία με τη Noble Energy Inc. έφερε την Κύπρο πιο κοντά στο αμερικανικό οικονομικό γίγνεσθαι και η συμφωνία με το Ισραήλ της προσέφερε μεγαλύτερη πρόσβαση στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ.

Από την άλλη πλευρά, η προσέγγιση της Κύπρου με το Ισραήλ δημιούργησε επιφυλάξεις στην Αίγυπτο, που εκφράσθηκαν με δηλώσεις οι οποίες δημιούργησαν περιοδικά αμφιβολίες ως προς τη στάση της Αιγύπτου έναντι των συμφωνιών οριοθέτησης και περαιτέρω συνεργασίας που έχει συνάψει με την Κύπρο. Επίσης, η θεαματική βελτίωση των σχέσεων με το Ισραήλ θεωρείται η αιτία της καθυστέρησης επικύρωσης εκ μέρους του Λιβάνου της συμφωνίας οριοθέτησης της ΑΟΖ του 2007.

Η προοπτική εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ρωσίας, τόσο για λόγους οικονομικούς, όσο και στρατηγικούς που επιτείνει η προοπτική ανατροπής του φιλικού προς τη Μόσχα καθεστώτος Άσαντ και η απώλεια της ναυτικής της βάσης στην Ταρτό. Το ενδιαφέρον εκφράσθηκε για πρώτη φορά ευθέως με επιστολή το 2006 του Ρώσου αναπληρωτή πρωθυπουργού Ζουκόφ προς τον πρόεδρο Παπαδόπουλο. Επιβεβαιώθηκε δε τόσο με την παρουσία ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή κατά την περίοδο των ερευνών ανεύρεσης των κοιτασμάτων (Σεπτέμβριος και Δεκέμβριος 2011), όσο και στις συζητήσεις μεταξύ υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας και προέδρου Χριστόφια στο πλαίσιο των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (Σεπτέμβριος 2011).[5]