Ο αναπόφευκτος άξονας Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο αναπόφευκτος άξονας Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας

Πώς η Τουρκία λειτουργεί ως ενισχυτικός παράγοντας της συμμαχίας των τριών χωρών
Περίληψη: 

Η Τουρκία έχει κάμει την στρατηγική επιλογή της. Έχει εγκαταλείψει τον Κεμαλισμό και το κοσμικό κράτος και με μικρά βήματα προχωρεί προς ένα νέο οθωμανισμό. Ανεξαρτήτως δε μερικών δειλών βημάτων προς μια δήθεν πιο ανεξίθρησκη αντιμετώπιση των πολιτών της, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παραμένει μια άκρως μισαλλόδοξη χώρα, δημιουργώντας φυσιολογική αντίδραση στην περιοχή.

Ο ΓΕΩΡΓΟΣ Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Την Παρασκευή 22 Μαρτίου, την τελευταία ημέρα της επίσκεψης του Προέδρου Ομπάμα στο Ισραήλ, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, εξέφρασε τη λύπη του δημοσίως προς τον Τούρκο πρωθυπουργό, Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν, για το θάνατο των εννέα Τούρκων που επέβαιναν στο πλοιάριο Mavi Marmara το οποίο επιχείρησε να σπάσει το embargo της Γάζας το 2010. Το επεισόδιο αυτό είχε επιφέρει την ψύχρανση των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας και υπήρξε η απαρχή της προσέγγισης του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο. Το επεισόδιο είχαν ακολουθήσει οι πολύ σκληρές και αντικειμενικά άτυχες δηλώσεις του Ερντογάν για τον σιωνισμό τον οποίο παραλλήλισε με το ολοκαύτωμα μέχρι σημείου που αναγκάσθηκε ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κέρι, να τις αποδοκιμάσει δημοσίως κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Άγκυρα.

Είναι βέβαιο ότι ο πρόεδρος Ομπάμα πίεσε τον Νετανιάχου να υποχωρήσει στη διαμάχη αυτή εν όψει των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και κυρίως στην Συρία, όπου η Τουρκία έχει κομβική θέση και ρόλο. Το καθεστώς Άσαντ είναι παραδοσιακά εχθρικό προς το Ισραήλ έχοντας απολέσει σε προηγούμενο πόλεμο τα υψίπεδα Golan και έχοντας συμμαχήσει με τους πιο σκληρούς εχθρούς του Ισραήλ, το Ιράν και τους συμμάχους του καθώς και την Χεσμπολάχ του Λιβάνου. Τόσο ο Ομπάμα όσο και ο Νετανιάχου πιστεύουν ότι η Τουρκία την «επόμενη ημέρα» της αλλαγής του καθεστώτος στη Συρία θα μπορέσει να ελέγξει το νέο καθεστώς. Ενδεχομένως να έχουν δίκιο στην εκτίμηση αυτή, αν και αυτό είναι αμφίβολο εν όψει του γεγονότος ότι δυνάμεις προσκείμενες στην αλ Κάιντα είναι πολύ πιθανόν ότι θα επικρατήσουν.

Σε άλλο επίπεδο όμως, και ανεξαρτήτως των προβλέψεων ως προς την μελλοντική πορεία της Συρίας, είναι εξεταστέα η ειλικρίνεια και η τήρηση των τυχόν συμφωνηθέντων από την Τουρκία. Είναι η Τουρκία ένας αξιόπιστος/υπεύθυνος σύμμαχος; Μπορεί το Ισραήλ να εμπιστεύεται την Τουρκία; Το ερώτημα είναι καίριας σημασίας γιατί από την απάντηση εξαρτάται, κατά τη γνώμη μας, η μελλοντική τους σχέση και όχι μόνο.

Από την όλη διαδρομή των Νεότουρκων, αλλά και από την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η πολιτική της Τουρκίας συνοψίζεται στην πολύ πετυχημένη έκφραση του Frank Weber: «ο επιτήδειος ουδέτερος».

Για να ανατρέξουμε στο πρόσφατο παρελθόν, η Τουρκία ζήτησε πολλά δισεκατομμύρια δολάρια για να επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν τις αεροπορικές βάσεις του εδάφους της για την επίθεση στο Ιράκ, πράγμα το οποίο δυσχέρανε υπέρμετρα τα σχέδια των ΗΠΑ. Για πρώτη φορά οι ΗΠΑ άρχισαν τότε να έχουν αμφιβολίες για την «φιλία» της Τουρκίας. Τότε άρχισε η υποστήριξη του Κουρδιστάν και δειλά-δειλά η συζήτηση για δημιουργία κουρδικού κράτους, αρχικά στο Ιράκ αλλά και ως πυρήνα για την μελλοντική ενσωμάτωση του τουρκικού Κουρδιστάν και των άλλων όμορων περιοχών που κατοικούνται από Κούρδους και σήμερα αποτελούν εδάφη του Ιράν και της Συρίας.

Ενώ είχε ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα, φαίνεται ότι αφ’ ενός η χώρα μας δεν το εκμεταλλεύτηκε σωστά και αφ’ ετέρου οι εξελίξεις στην περιοχή ήσαν τέτοιες που εξανάγκασαν τις ΗΠΑ να επαναπροσεγγίσουν την Τουρκία. Σ’ αυτό βεβαίως «βοήθησαν» και οι ραγδαίες εξελίξεις στην Μέση Ανατολή, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες πιστεύουν ότι η Τουρκία είναι προνομιακός ομιλητής εκ του λόγου ότι είναι ένα μουσουλμανικό κράτος, ήπιας μορφής (προς το παρόν τουλάχιστον), που μπορεί να ωθήσει την περιοχή προς μια πιο μετριοπαθή πολιτική αντιμετώπιση της Δύσης και κυρίως του Ισραήλ.

Είναι φανερό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να απεμπλακούν κατά το δυνατόν από την Μέση Ανατολή και απόδειξη αποτελεί ότι δεν έπαιξαν σχεδόν κανένα ρόλο στις πρόσφατες αλλαγές. Κοιτάζουν απλώς να διαχειριστούν μια κατάσταση που έχει ξεφύγει από τον έλεγχό τους, για την οποία και τήρησαν ουδέτερη στάση˙ αφ’ ενός δεν βοήθησαν τα υφιστάμενα φιλικά καθεστώτα και αφ’ ετέρου άφησαν την κατάσταση να εκτροχιασθεί, με αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να ελέγχονται σήμερα από την Μουσουλμανική Αδελφότητα ή τους συμμάχους της. Είναι βέβαιο ότι προϊόντος του χρόνου τα καθεστώτα αυτά θα καθίστανται πιο αυταρχικά και σκληροπυρηνικά με αποτέλεσμα οι χριστιανοί κάτοικοι να αναγκασθούν να μεταναστεύσουν, όπως συνέβη στο Ιράκ το οποίο εγκατέλειψαν πέραν του ενός εκατομμυρίου μετά τον πρόσφατο πόλεμο. Η Τουρκία επιδιώκει να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή. Το μαρτυρούν τα ταξίδια του Ερντογάν στην Αίγυπτο και τις άλλες μουσουλμανικές χώρες.

Η Ελλάδα και η Κύπρος ανέκαθεν υπήρξαν φίλοι των Αράβων. Η Κύπρος, από την εποχή του Μακαρίου και του Νάσσερ, ήταν από τους πρωτοπόρους του κινήματος των Αδεσμεύτων και πάντοτε η Αίγυπτος την υποστήριζε στη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας και της αυτοδιάθεσης. Αλλά και η Ελλάδα πάντοτε υποστήριζε τους Άραβες στη διεκδίκηση των δικαίων του Παλαιστινιακού λαού. Ένα μεγάλο κομμάτι των Παλαιστινίων ήσαν χριστιανοί ορθόδοξοι και παραδοσιακά αποδέχονταν την ελληνικότητα του Πατριαρχείου.

Γενικά ο αραβικός κόσμος και το πολιτικό όργανό τους, ο Αραβικός Σύνδεσμος, υποστήριζε τα δίκαια της Κύπρου και μέχρι τώρα αρνείται να αναγνωρίσει την Βόρεια Κύπρο ως ανεξάρτητο κράτος. Έχει, όμως, ήδη αρχίσει η διολίσθηση. Από τότε που ανέλαβε τη Γενική Γραμματεία του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης η Τουρκία, η Βόρεια Κύπρος έχει γίνει δεκτή ως Παρατηρητής (χωρίς, όμως, δικαίωμα ψήφου) και λαμβάνει μέρος σε όλες τις συνεδριάσεις. Είναι βέβαιο ότι τώρα με τα προβλήματα της Κύπρου και δευτερευόντως της Ελλάδας, εφ’ όσον δεν υπάρξει πρόοδος στα σχέδια της Τουρκίας για την Κύπρο, είναι θέμα χρόνου η αναγνώριση του κρατιδίου ως πλήρους μέλους του Οργανισμού και ως ανεξάρτητου κράτους από τα μέλη του Οργανισμού, όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα οι συγκυρίες.