Γιατί ο Πούτιν διέλυσε τον Ναβάλνυ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί ο Πούτιν διέλυσε τον Ναβάλνυ

Το Κρεμλίνο χάνει όταν η Ρωσία καλείται να επιλέξει
Περίληψη: 

Όταν ξεκίνησε η δίκη του για διαφθορά, τον περασμένο Απρίλιο, ο Αλεξέι Ναβάλνυ ήταν ένας μη δοκιμασμένος πολιτικός ηγέτης με περιορισμένη δημόσια υποστήριξη. Αλλά με βάση τη λογική τής εξουσίας τού Πούτιν, δεν αρκεί κάποιος να μην είναι σοβαρός ανταγωνιστής στην κάλπη για να μην συνιστά απειλή.

Ο JOSHUA YAFFA είναι δημοσιογράφος στη Μόσχα και συνεργάτης του Economist. Είναι επίσης επισκέπτης μελετητής στο Ινστιτούτο Harriman στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Ακολουθήστε τον στο Twitter @ yaffaesque.

Επί αρκετές εβδομάδες τελευταία, ο Αλεξέι Ναβάλνυ ήταν ένας άνθρωπος με διχασμένη προσωπικότητα. Διηύθυνε μια εμπνευσμένη καμπάνια για τη θέση τού δημάρχου της Μόσχας, ενώ, ταυτόχρονα, υπερασπιζόταν τον εαυτό του σε μια δίκη για υπεξαίρεση στην πόλη Κίροφ, σε απόσταση 500 χλμ. από τη ρωσική πρωτεύουσα. Όχι πια: την περασμένη Πέμπτη, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης. Ο ίδιος συνελήφθη και οι υποστηρικτές του ανακοίνωσαν ότι ανέστειλε την εκστρατεία του δημάρχου. Η διπλή ζωή του έγινε και πάλι μια.

Η ετυμηγορία και η ποινή φυλάκισης, είχε κάτι το αναπόφευκτο: όπως έγραψα όταν η δίκη ξεκίνησε τον Απρίλιο [1], από τη στιγμή που τα γρανάζια του ρωσικού δικαστικού συστήματος τεθούν σε κίνηση, η μηχανή δεν μπορεί να επιβραδύνει από μόνη της, πόσο μάλλον να πάρει αντίστροφη πορεία . Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στις πολιτικές υποθέσεις. Ωστόσο, κάποιοι, όπως ο ίδιος Ναβάλνυ, πίστευαν κατά καιρούς ότι το δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει μια ποινή με αναστολή, αφήνοντας τον Ναβάλνυ εκτός φυλακής. Μια τέτοια κίνηση θα είχε γλιτώσει το Κρεμλίνο από την καταισχύνη που θα προέκυπτε από μια μακρά ποινή φυλάκισης, και ταυτόχρονα θα του επέτρεπε να εμποδίσει τον Ναβάλνυ να είναι υποψήφιος για πολιτικά αξιώματα. Αυτό θα ήταν μια λεπτή και έξυπνη κίνηση. Αλλά, η λεπτότητα και η εξυπνάδα δεν είναι γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την τρέχουσα προεδρική θητεία του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Οι ίδιες οι κατηγορίες ήταν παράξενες. Ο Ναβάλνυ είχε κατηγορηθεί ότι συμμετείχε στην υπεξαίρεση 16 εκατομμυρίων ρουβλιών (περίπου 500.000 δολαρίων) από μια κρατική εταιρεία ξυλείας. Η υπόθεση είχε κλείσει από τους τοπικούς εισαγγελείς χρόνια πριν, λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, αλλά ξανάνοιξε το περασμένο καλοκαίρι για καθαρά πολιτικούς λόγους. Ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ένας πρώην διευθυντής τής επιχείρησης ξυλείας για τον οποίο ο Ναβάλνυ είχε προτείνει να απολυθεί και να εξετασθεί για διαφθορά. Η υπεράσπιση είχε ελάχιστες δυνατότητες να παρουσιάσει τα επιχειρήματά της. «Αρνήθηκαν να δεχτούν το οτιδήποτε από την πλευρά μας», μου είπε η Όλγα Μιχαήλοβα, μια από τους δικηγόρους του Ναβάλνυ. «Μας αρνήθηκαν την παράλληλη εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, μας αρνήθηκαν την ευκαιρία να καλέσουμε του δικούς μας μάρτυρες, μας αρνήθηκαν το αίτημα να διεξάγουμε μια ανεξάρτητη έρευνα». Από την αρχή ήταν σαφές πού οδηγείτο η διαδικασία. Το θέμα ήταν να παρουσιαστεί ο Ναβάλνυ, που έχει τη φήμη του πολέμιου της διαφθοράς, ως απατεώνας, και να μπει σε καραντίνα όσον αφορά την πολιτική και τη δημόσια ζωή.

Εκείνο που έκανε τελικά την ετυμηγορία τής Πέμπτης αναπόφευκτη δεν ήταν αυτό που συνέβη στην αίθουσα του δικαστηρίου, αλλά εκείνο που αντιπροσώπευε ο Ναβάλνυ έξω από αυτήν. Με απλά λόγια, ο Ναβάλνυ, αν και απέχει από την έννοια του τέλειου πολιτικού ή του σωτήρα της αντιπολίτευσης, ήταν αυτό που το Κρεμλίνο φοβάται περισσότερο: μια εναλλακτική λύση, έστω και θεωρητική. Προς το παρόν, ο Ναβάλνυ είναι ένας μη δοκιμασμένος πολιτικός ηγέτης με περιορισμένη δημόσια υποστήριξη - πρόσφατες δημοσκοπήσεις του Κέντρου Levada τον φέρνουν να παίρνει μόλις 8% των ψήφων για τη δημαρχία της Μόσχας- και θα ήταν απίθανο να νικήσει την επιλογή του Κρεμλίνου, τον Σεργκέι Σομπυάνιν. Ο ίδιος έχει εκφράσει ανοιχτά τις προεδρικές φιλοδοξίες του, αλλά για την ώρα, δεν έχει πανεθνικό εκτόπισμα.

Αλλά, με βάση τη λογική της εξουσίας του Πούτιν δεν αρκεί κάποιος να μην είναι σοβαρός ανταγωνιστής στην κάλπη για να μη συνιστά απειλή. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα πρόσωπο που έστω να θυμίζει στους Ρώσους ότι έχουν κάποια επιλογή, ότι το κυνικό και σκηνοθετημένο πολιτικό σόου τής τελευταίας δεκαετίας δεν είναι η μόνη μοίρα την οποία αξίζει η μετα-σοβιετική Ρωσία και στην οποία μπορεί να προσβλέπει κανείς. Όπως εξήγησε ο Νικολάι Πετρόφ, ειδικός στην εσωτερική ρωσική πολιτική στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών Επιστημών, η εμφάνιση του Ναβάλνυ ως του πρώτου ηγέτη της αντιπολίτευσης εδώ και χρόνια, με τον οποίο θα μπορούσαν δυνητικά να συμπορευθούν πολλοί - φιλελεύθεροι, εθνικιστές, κ.ά. - ήταν «επικίνδυνη, διότι θα μπορούσε να αλλάξει την ίδια τη δομή τού πολιτικού συστήματος», με βάση την οποία η κοινή γνώμη δεν έχει να επιλέξει μεταξύ του Πούτιν κι ενός συγκεκριμένου αντιπάλου, αλλά μεταξύ του Πούτιν και κανενός, μεταξύ του Πούτιν και της αβύσσου. Δεν υπάρχει χώρος, όπως το έθεσε ο Πετρόφ, για «ανεξάρτητους, ανεξέλεγκτους παράγοντες. Απλά δεν έχουν το δικαίωμα να υπάρχουν».

ΕΝΑ ΜΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Για ένα χρονικό διάστημα μετά τις διαδηλώσεις τού 2011 και του 2012, φάνηκε ότι το Κρεμλίνο θα επέτρεπε σε έναν πρόσφατα διευρυμένο χώρο να συμμετέχει στην επίσημη πολιτική – με τη δημιουργία κομμάτων, για παράδειγμα, ή την υποψηφιότητα για ένα αξίωμα – την ίδια ώρα που θα αποθάρρυνε τις διαδηλώσεις στους δρόμους και άλλες μορφές αντιπολίτευσης που δεν είχαν την εξουσιοδότησή του. Αλλά αυτό το παράθυρο έκλεισε έκτοτε, αν είχε ποτέ ανοίξει εξαρχής. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αρνήθηκε να εγκρίνει την ίδρυση του κόμματος του Ναβάλνυ, τη Λαϊκή Συμμαχία, και τώρα ο Ναβάλνυ είναι ένας καταδικασμένος εγκληματίας στον οποίο προφανώς απαγορεύονται τα αξιώματα.

Η δίωξη του Ναβάλνυ σηματοδοτεί μια νέα και περαιτέρω υποβάθμιση των κρατικών θεσμών στην εποχή Πούτιν, κατά την οποία το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης έχει γίνει «το τελευταίο εξαρτώμενο όργανο» του κράτους, όπως λέει η Μαρία Σκλυάρουκ, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο για το Κράτος Δικαίου, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης,. «Άπαντα τα προβλήματα θα επιλύονται με ανακριτές και εισαγγελείς» λέει η Σκλυάρουκ. Κι επειδή το κράτος έχει γίνει πιο επιθετικό, ως αποτέλεσμα είναι και λιγότερο δημιουργικό.