Το Ισραήλ στις ειρηνευτικές συνομιλίες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Ισραήλ στις ειρηνευτικές συνομιλίες

Πού αρχίζει και πού τελειώνει η διαπραγματευτική ενδοτικότητα
Περίληψη: 

Ενόψει της επανέναρξης των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής, η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε την απελευθέρωση 104 παλαιστινίων κρατουμένων, οι οποίοι συμμετείχαν σε ένοπλες επιθέσεις κατά ισραηλινών στρατιωτών και πολιτών. Η αμφιλεγόμενη αυτή απόφαση που ελήφθη με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις στους πολιτικούς εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού, προβληματίζοντας την κοινή γνώμη της χώρας ως προς το πώς θα καθορισθεί η «κόκκινη γραμμή» της ισραηλινής διαπραγματευτικής στρατηγικής.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, με μεταπτυχιακό στις Διεθνείς, Πολιτικές και Οικονομικές Σχέσεις στη Μεσόγειο από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είναι ερευνητής στο Κέντρο Μελέτης Μεσογειακής-Μεσανατολικής Πολιτικής (ΚΕΜΜΕΠ) του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Συνεργάσθηκε ως Visiting Scholar στο ισραηλινό think tank, Moshe Dayan Center for Middle Eastern and African Studies του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ.

Η ισραηλινή πολιτική επικαιρότητα, λίγες μόλις ώρες πριν την επανέναρξη των προπαρασκευαστικών επαφών Ισραηλινών και Παλαιστινίων στην Ουάσιγκτον, ελάχιστα ασχολήθηκε με το καθαυτό περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων με την Παλαιστινιακή Αρχή. Ο λόγος ήταν η αιφνιδιαστική ανοικτή επιστολή του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου προς τους πολίτες της χώρας το βράδυ του Σαββάτου (27/7), με την οποία ανακοίνωνε την απόφασή του να απελευθερωθούν 104 παλαιστίνιοι κρατούμενοι που είχαν αναμιχθεί άμεσα και έμμεσα σε επιθέσεις αυτοκτονίας κατά ισραηλινών πολιτών κατά τις τελευταίες δεκαετίες και πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Όσλο. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, το Ισραήλ κατά τα τελευταία εικοσιτετράωρα είχε δεχθεί εντονότατες διπλωματικές πιέσεις από τις ΗΠΑ προκειμένου να προβεί σε αυτήν την παραχώρηση, με αντάλλαγμα την τελική επιβεβαίωση της συμμετοχής των Παλαιστινίων στις διαπραγματεύσεις, που είχαν παγώσει την τελευταία τετραετία.

Η απελευθέρωση παλαιστινίων κρατουμένων που είχαν φυλακισθεί και καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη για ένοπλες επιθέσεις κατά ισραηλινών – στρατιωτών και πολιτών- δεν αποτελεί καινούργια πρακτική. Κατά το παρελθόν το Ισραήλ απελευθέρωσε κρατουμένους είτε προκειμένου να τους ανταλλάξει με τον στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ που κρατείτο όμηρος από τη Χαμάς είτε ακόμα και με τις σωρούς ισραηλινών στρατιωτών που είχαν σκοτωθεί σε ενέδρα της Χεζμπολάχ στο Βόρειο Ισραήλ. Και στις δύο αυτές πιο πρόσφατες περιπτώσεις, η λίστα των κρατουμένων που απελευθερώθηκαν συμπεριελάμβανε αποκλειστικά παλαιστινίους της Δυτικής Όχθης και της Γάζας και η σχετική απόφαση απελευθέρωσής τους λαμβάνονταν είτε κατόπιν διαπραγματεύσεων είτε ως επίλογος παρατεταμένων ενόπλων επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η τωρινή απόφαση απελευθέρωσης των κρατουμένων περιέχει δύο βασικές καινοτομίες :

Η πρώτη καινοτομία συνίσταται στο ότι η απελευθέρωση των κρατουμένων πραγματοποιείται όχι μέσα στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης αλλά με σκοπό να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και μάλιστα χωρίς να λαμβάνεται οποιοδήποτε «αντάλλαγμα», όπως γινόταν έως τώρα. Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου φέρεται μάλιστα ότι δεν κατάφερε να λάβει ως «αντάλλαγμα» την απελευθέρωση του ισραηλινού κατασκόπου Τζόναθαν Πόλαρντ, ο οποίος κρατείται σε φυλακές των ΗΠΑ με την κατηγορία ότι δρούσε κατά των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων και προς όφελος των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών. Αυτή η πληροφορία, σε συνδυασμό με την αρνητική στάση της κοινής γνώμης ως προς την απελευθέρωση των κρατουμένων, «χρεώνει» αρνητικά το πρόσωπο του Ισραηλινού πρωθυπουργού.

Η δεύτερη καινοτομία συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ αρχικά στον κατάλογο των κρατουμένων που θα απελευθερώνονταν συμπεριλαμβάνονταν 82 παλαιστίνιοι ισοβίτες που προέρχονταν αποκλειστικά από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, το Ισραήλ υπέκυψε στις αμερικανικές πιέσεις και τελικά συμφώνησε να συμπεριληφθούν στη λίστα και ισραηλινοί πολίτες αραβικής καταγωγής, οι οποίοι είχαν καταδικασθεί από τα ισραηλινά δικαστήρια και υπό το νομικό σύστημα που διέπει όλους τους πολίτες της χώρας, ανεβάζοντας τον τελικό αριθμό των υπό απελευθέρωση κρατουμένων στους 104. Έτσι, και όπως ορθά σχολίασαν οι πολιτικοί επικριτές του Νετανιάχου, αυτή του η απόφαση τινί τρόπω αναιρεί τις αποφάσεις των δικαστηρίων της χώρας, παρακάμπτει την νόμιμη διαδικασία παροχής αμνηστίας – που αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Προέδρου- και ανοίγει πλήθος νομικά ζητήματα σχετικά με την έννομη σχέση που συνδέει τους αραβικής καταγωγής ισραηλινούς πολίτες -που διαβιούν στο εσωτερικό της χώρας και υπάγονται στο ισραηλινό δίκαιο- με την Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία νομικά δεν έχει καμία δικαιοδοσία επί των συγκεκριμένων κρατουμένων (και ισραηλινών υπηκόων) που πρόκειται να απελευθερωθούν.

Η συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Κυριακής (28/7) υπήρξε θυελλώδης και παρά το ότι η απόφαση για την απελευθέρωση των 104 παλαιστινίων κρατουμένων εν τέλει εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία, διαφάνηκαν ξεκάθαρα οι διαφορές που καθιστούν εξαιρετικά ευάλωτο τον παρόντα κυβερνητικό συνασπισμό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Ο Βενιαμίν Νετανιάχου κλήθηκε να αντιμετωπίσει έντονες επικρίσεις από το ίδιο του το κόμμα και από υπουργούς που διόρισε αφ' ενός, και αφ΄ετέρου ο βασικός κυβερνητικός του εταίρος Ναφτάλι Μπένετ (Πρόεδρος του δεξιού κόμματος Εβραϊκή Εστία) τέθηκε επικεφαλής συγκέντρωσης διαμαρτυρίας έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, στην οποία συμμετείχαν συγγενείς των ισραηλινών θυμάτων, διαμαρτυρόμενος για την επικείμενη απελευθέρωση των παλαιστινίων κρατουμένων. Από την άλλη πλευρά, όμως, τόσο ο Ναφτάλι Μπένετ όσο και οι άλλοι κομματικοί μηχανισμοί που διαφωνούσαν με την απόφαση απελευθέρωσης των κρατουμένων, ούτε αποχώρησαν από την κυβέρνηση, ούτε προσέβαλαν νομικά την ιδιότυπη αυτή «αμνηστία» που δόθηκε σε ισραηλινούς πολίτες αραβικής καταγωγής, παρά τη νομική της πλημμέλεια και τα βασικά θεσμικά και συνταγματικά ζητήματα που αφήνει ανοιχτά.

Από την άλλη πλευρά, εντύπωση προκαλεί η στάση της ισραηλινής αξιωματικής αντιπολίτευσης και της αρχηγού του Κόμματος των Εργατικών , Σέλι Γεχιμόβιτς, η οποία αμέσως μετά την δημοσιοποίηση της ανοικτής επιστολής του πρωθυπουργού Νετανιάχου για την απελευθέρωση των κρατουμένων, δήλωσε την στήριξή της σε αυτήν «τη δύσκολη απόφαση, η οποία όμως είναι αναγκαία για την προώθηση της ειρηνευτικής διαδικασίας και την αποφυγή περαιτέρω διπλωματικής απομόνωσης της χώρας», τη στιγμή που τα μέτωπα της Συρίας, της Χαμάς, της Αιγύπτου και του πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν είναι ακόμη ανοιχτά και μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο με τη συνδρομή της διεθνούς κοινότητας.