Έξω [η] αριστερά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Έξω [η] αριστερά

Πώς οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες μπορούν να επανέλθουν
Περίληψη: 

Οι σοσιαλδημοκράτες τής Ευρώπης εξέφρασαν την ελπίδα ότι η οικονομική κατάρρευση του 2008 θα δικαιώσει την πολιτική τους και θα ενισχύσει την θέση τους. Αλλά απέτυχαν να αντιληφθούν πόσο άσχημα είχαν βλάψει την ταυτότητά τους, με το να συμβιβάζουν τις βασικές τους αρχές κατά την διάρκεια των προηγούμενων δύο δεκαετιών. Για να βρουν τον δρόμο τους προς τα εμπρός, θα πρέπει να επιστρέψουν στις ρίζες τους.

Ο HENNING MEYER είναι συντάκτης στην Social Europe Journal και ερευνητικός συνεργάτης στο Public Policy Group τού London School of Economics.

Όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση ενέσκηψε το 2008, οι σοσιαλδημοκράτες στην Ευρώπη πίστευαν ότι είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή τους. Μετά από μια δεκαετία κατά την οποία η ευρωπαϊκή πολιτική είχε διολισθήσει προς δεξιές πολιτικές φιλικές προς τις αγορές, η κρίση αντιπροσώπευε μια ευκαιρία για τους υποστηρικτές τής κεντροαριστεράς που υπερασπίζονται τις πιο αποτελεσματικές κυβερνητικές ρυθμίσεις και μια μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, να επανεπιβεβαιώσουν τον εαυτό τους.

Στο κάτω-κάτω, ήταν χάρη στις κεντροδεξιές πολιτικές που οι απορρυθμισμένες χρηματοπιστωτικές αγορές είχαν περιέλθει σε ένα είδος μαύρης τρύπας, αποσπασμένες από την ευρύτερη παγκόσμια οικονομία, αλλά εξακολουθώντας να ασκούν μια ισχυρή επίδραση σε όλα τα είδη τής οικονομικής δραστηριότητας. Όταν ο κλάδος των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών τελικά κατέρρευσε, οι επιπτώσεις πήγαν πολύ πέρα από την Wall Street και την οικονομία των ΗΠΑ, βυθίζοντας τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις οικονομίες όλου του κόσμου σε μια βαθιά κρίση η οποία δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Ωστόσο, οι σοσιαλδημοκράτες στην Ευρώπη αισθάνθηκαν μια πιθανή χρυσή ευκαιρία. Για δεκαετίες, είχαν ταχθεί υπέρ πιο αυστηρών κανονισμών προκειμένου να σταθεροποιήσουν τις εγγενώς ασταθείς χρηματοπιστωτικές αγορές, χωρίς αποτέλεσμα. Η κρίση φαινόταν ότι τους έδινε δίκιο. Επιπλέον, στον απόηχο μιας τεράστιας παγκόσμιας ύφεσης, εκατομμύρια ανθρώπων έπρεπε να στραφούν για στήριξη στα συστήματα πρόνοιας που οι σοσιαλδημοκράτες είχαν οικοδομήσει και στηρίξει: μια ακόμη δικαίωση, πίστευαν.

Και όμως, πέντε χρόνια αργότερα, η μεγάλη στιγμή των σοσιαλδημοκρατών στην Ευρώπη δεν έχει έρθει ακόμη. Οι σοσιαλδημοκράτες έχουν κερδίσει νίκες σε εθνικό επίπεδο σε μια σειρά από χώρες, όπως η Δανία, η Γαλλία και η Σλοβακία. Αλλά, αυτά τα σχετικά μέτρια κέρδη έχουν επισκιαστεί από μια αίσθηση ότι η Ευρώπη έχει περιπέσει σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας, μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης η οποία προέρχεται από τις αδυναμίες που αποκαλύφθηκαν στο σύστημα του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η παγκόσμια οικονομική κρίση μεταλλάχθηκε σε μια κρίση τής ευρωζώνη. Παρότι οι σοσιαλδημοκράτες δεν είχαν ακόμη την δυνατότητα να επωφεληθούν πλήρως από την κατάσταση, εξακολουθούν να έχουν την ευκαιρία να το κάνουν, αλλά μόνο αν καταφέρουν να δουν το πώς τα λάθη που έκαναν κατά την διάρκεια των προηγούμενων δύο δεκαετιών μείωσαν το πολιτικό τους κεφάλαιο και τους άφησαν ανέτοιμους να επωφεληθούν από ένα πολιτικό περιβάλλον που θα έπρεπε να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματά τους αυτόματα.

ΥΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ, ΟΧΙ ΠΡΟΣΑΡΜΟΖΟΝΤΑΣ

Μέχρι την στιγμή που άρχισε η χρηματοπιστωτική κρίση, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης είχαν ήδη χάσει την ορμή τους. Από τα τέλη τού 1970 μέχρι τα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες σε εκλογική στήριξη σε βασικές χώρες, όπως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτές οι απώλειες ώθησαν σε ενδοσκόπηση την ευρωπαϊκή αριστερά, η οποία πήρε διάφορες μορφές σε διάφορες χώρες. Ένα κοινό συμπέρασμα, ωστόσο, ήταν ότι καθώς ο νεοφιλελευθερισμός εξαπλώθηκε και οι οικονομίες σε όλο τον κόσμο άλλαξαν δραματικά, οι παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές φάνηκαν ξεπερασμένες σε πολλούς ψηφοφόρους. Πέρα από τον Ατλαντικό, στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Δημοκρατικό Κόμμα με επικεφαλής τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, αντέδρασε μετατοπιζόμενο προς τα δεξιά, σχεδιάζοντας έναν «τρίτο δρόμο» που υιοθετούσε φιλικές προς τις αγορές νεοφιλελεύθερες πολιτικές.
Εντυπωσιασμένα από την επιτυχία τού Κλίντον, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη ακολούθησαν το παράδειγμά του. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Τόνι Μπλερ κέρδισε τις εκλογές ως πρωθυπουργός το 1997 υποσχόμενος ένα πιο φιλικό προς την ανάπτυξη «Νέο Εργατικό» Κόμμα. Στη Γερμανία, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ ακολούθησε, οδηγώντας το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα του στη νίκη το 1998, υποσχόμενος να ηγηθεί του Neue Mitte (Νέου Κέντρου), μια ταμπέλα που επέλεξε για να περιγράψει την δική του εκδοχή στην προσέγγιση του Μπλερ.

Η στροφή–«κλειδί» τού σκεπτικού που μοιράζονταν πολλά ρεύματα του τρίτου δρόμου τα οποία προέκυψαν στην δεκαετία τού 1990, ήταν η εφαρμογή των πολιτικών υπέρ τής αγοράς, σχεδόν σε κάθε κυβερνητικό τομέα. Οι υποστηρικτές τού τρίτου δρόμου είδαν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης όχι μόνο ως ασφάλιση έναντι των μεγάλων κινδύνων τής ζωής, όπως η ανεργία, η ασθένεια και η αναπηρία, αλλά μάλλον ως ένα μέσο οικονομικής επανένταξης. Ο στόχος τους ήταν να μετατρέψουν το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας σε ένα τραμπολίνο, επικεντρωμένο λιγότερο στην αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών των φτωχών και των μειονεκτούντων και περισσότερο στην παροχή βοήθειας σε αυτούς τους ανθρώπους για να επανέλθουν γρήγορα στην οικονομία. Στην πράξη, οι μεταρρυθμίσεις αυτές αυξάνουν τον κίνδυνο οι άνεργοι να αντιμετωπίσουν μόνιμη καθοδική κινητικότητα, με την κυβέρνηση να επιδοτεί την επανείσοδό τους στο τελείως κάτω άκρο τής αγοράς εργασίας.

Παρ’ όλα αυτά, από εκλογική άποψη, ο τρίτος δρόμος λειτούργησε καλά, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Μέχρι το τέλος τής δεκαετίας τού 1990, οι σοσιαλδημοκράτες ηγούντο στα περισσότερα από τα κράτη-μέλη τής ΕΕ. Όμως, παρ’ όλο που ο εναγκαλισμός των πιο νεοφιλελεύθερων πολιτικών οδήγησε στην εκλογική επιτυχία, οι σοσιαλδημοκράτες υπέστησαν σύντομα τις συνέπειες της εγκατάλειψης της παραδοσιακής πολιτικής τους ταυτότητας. Όλα τα πολιτικά κινήματα μπορούν να επωφεληθούν από περιόδους προβληματισμού και ανανέωσης, και οι σοσιαλδημοκράτες είχαν - και εξακολουθούν να έχουν - πολλά μαθήματα να μάθουν από τους συντηρητικούς, τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους. Αλλά, για πολλούς ψηφοφόρους, ο βαθμός στον οποίο οι σοσιαλδημοκράτες είχαν αλλάξει τις θέσεις τους αντιπροσώπευε μια καιροσκοπική προδοσία των βασικών πεποιθήσεών τους, που τους άφησε σχεδόν να μην ξεχωρίζουν από τους πολιτικούς αντιπάλους τους.